Αποφάσεις - Ανακοινώσεις — ΦΕΚ A' 58/2003

Type Απόφαση
Publication 2003-03-17
Τελευταία ενημέρωση 2003-03-05
State In force
Source ΦΕΚ
articles Not indexed
Reform history JSON API

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ F

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ Αρ. Φύλλου 58 5 Μαρτίου 2003 ΠΡΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ (1) Πράξη 5 της 27.2.2003 Έγκριση Εθνικού Προγράμματος μείωσης εκπομπών αε?ρίων φαινομένου θερμοκηπίου (2000-2010) σύμφωνα με το άρθρο τρίτο (παράγραφος 3) του Ν. 3017/2002 (ΦΕΚ Α~ 117). ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ Έχοντας υπόψη: α. Τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου τρίτου του Ν. 3017/2002 «Κύρωση του Πρωτοκόλλου του Κιότο στη Σύμβαση - πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την αλ?λαγή του κλίματος» (ΦΕΚ Α΄117), β. την υπ΄ αριθμ. 2002/358/ΕΚ Απόφαση του Συμβουλί?ου της 25ης Απριλίου 2002 «για την έγκριση, εξ΄ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, του Πρωτοκόλλου του Κυό?το στη Σύμβαση - Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές μεταβολές και από την από κοινού τήρηση των σχετικών δεσμεύσεων» ΕΕ L 130, σ. 1, γ. τις διατάξεις του Ν. 1650/1986 «Για την προστασία του Περιβάλλοντος» (ΦΕΚ Α΄160), δ. τις διατάξεις των άρθρων 23 (παρ. 1) και 24 του Ν. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά Όργανα» (ΦΕΚ Α΄137) και των άρθρων 9 και 13 του Π.Δ 437/1985 «Καθο?ρισμός και ανακατανομή των αρμοδιοτήτων των Υπουρ?γείων» (ΦΕΚ Α΄157), ε. τις διατάξεις του άρθρου 29Α του Ν. 1558/1985 (ΦΕΚ Α΄ 137), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 27 του Ν. 2081/1992 «Ρύθμιση του θεσμού των Επιμελητη?ρίων, τροποποίηση διατάξεων του Ν. 1712/1987 για τον εκσυγχρονισμό των επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 154)και τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. α΄ του Ν. 2469/1997 «Περιορισμός και βελτίω?ση της αποτελεσματικότητας των κρατικών δαπανών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 38), στ. την από 24.2.2003 εισήγηση της Υπουργού Περιβάλ?λοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, αποφασίζει: Άρθρο πρώτο Εγκρίνεται το Εθνικό Πρόγραμμα μείωσης εκπομπών αερίων φαινομένου θερμοκηπίου (2000-2010), το οποίο έχει ως εξής:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. Διεθνείς υποχρεώσεις

1.1 ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟ ΤΟΥ ΚΥΟΤΟ 1.1.1 Γενικά χαρακτηριστικά Η 3η Σύνοδος των Συμβαλλομένων Μερών της Σύμβα?σης, που έλαβε χώρα στο Κυότο τον Δεκέμβριο του 1997, ολοκλήρωσε τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τον καθο?ρισμό ενός νομικού οργάνου: του Πρωτοκόλλου του Κυό?το για την κλιματική αλλαγή (στο εξής το Πρωτόκολλο). Το Πρωτόκολλο εξασφαλίζει μία διαδικασία βάσει της οποίας μελλοντικές δράσεις για την αντιμετώπιση της κλι?ματικής μεταβολής μπορεί να εντατικοποιηθούν. Καθορί?ζει για πρώτη φορά νομικά δεσμευτικούς στόχους για τον περιορισμό των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου και επιβεβαιώνει την ανάγκη συνεργασίας της διεθνούς κοινότητας σε θέματα που αφορούν σε ένα σημαντικότα?το περιβαλλοντικό πρόβλημα. Το κεντρικό σημείο του Πρωτοκόλλου είναι οι νομικά κα?τοχυρωμένες δεσμεύσεις των αναπτυγμένων κρατών να ελαττώσουν - μεμονωμένα ή σε συνεργασία με άλλες χώ?ρες - τις εκπομπές 6 αερίων του θερμοκηπίου (CO2, CH4, N2O, HFC, PFC και SF6) αρχικά την περίοδο 2008-2012 σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5% από τα επίπεδα του 1990. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) δεσμεύτηκε για μείωση των εκ?πομπών της κατά 8%, οι ΗΠΑ για 7%, η Ιαπωνία για 6%, ενώ άλλες χώρες όπως η Ρωσία και η Αυστραλία δεσμεύ?τηκαν να περιορίσουν το ρυθμό αύξησης των εκπομπών τους. Για την επίτευξη των στόχων αυτών, το Πρωτόκολλο προβλέπει τη χρήση των παρακάτω: • προαιρετική υιοθέτηση κοινών πολιτικών και μέτρων • διαπραγμάτευση δικαιωμάτων εκπομπών (Emissions Trading/ET) •εφαρμογή προγραμμάτων από κοινού (Joint Imple?mentation/JI) • δημιουργία ενός μηχανισμού καθαρής ανάπτυξης (Clean Development Mechanism/CDM) • προστασία και επαύξηση των δασικών εκτάσεων. 1.1.2. Yποχρεώσεις της ΕΕ και της Ελλάδας Στο πλαίσιο των δεσμεύσεων, που απορρέουν από το Πρωτόκολλο του Κυότο, η ΕΕ έχει δεσμευτεί, βάσει του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου, για μείωση των εκπομπών της κατά 8% την περίοδο 2008-2012. Ο διακανονισμός των επιμέρους υποχρεώσεων, στο εσωτερικό της ΕΕ απο?τέλεσε το αντικείμενο συμφωνίας, στο Συμβούλιο Υπουρ?657

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2. Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στην

Ελλάδα για τα έτη 1990 - 2000 2.1 ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΕΤΗ 1990 - 2000 Στο κεφάλαιο αυτό, παρουσιάζονται οι εκτιμήσεις για τις εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου, κατά την περίοδο 1990-2000. Επισημαίνεται ότι το έτος βάσης για το διοξεί?διο του άνθρακα (CO2), το μεθάνιο (CH4) και το υποξείδιο του αζώτου (N2O) είναι το 1990, ενώ για τα F-gases (HFCs, PFCs και SF6), χρησιμοποιήθηκε ως έτος βάσης το 1995. Στον Πίνακα 2.1 παρουσιάζονται συγκεντρωτικά αποτε?λέσματα των εκπομπών για τα 6 αέρια του θερμοκηπίου για την περίοδο 1990 - 2000. Ακολουθώντας τις Οδηγίες του IPCC για τη σύνταξη των εθνικών απογραφών, οι εκ?πομπές από τις διεθνείς εναέριες και θαλάσσιες μεταφο?ρές δεν περιλαμβάνονται στις συνολικές εθνικές εκπο?μπές. Οι εκπομπές των τριών βασικών αερίων (CO2, CH4 και NO) που καλύπτονται από τη Σύμβαση - Πλαίσιο έχουν αυξηθεί κατά 23% περίπου σε σχέση με το 1990 και κατά συνέπεια ο στόχος που είχε υιοθετηθεί στο πλαίσιο της Σύμβασης δεν έχει επιτευχθεί. Επιπλέον, η συνολική αύ?ξηση των εκπομπών και των 6 αερίων είναι 23.4% σε σχέ?ση με τις εκπομπές του έτους βάσης. Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα αποτελούν την πλειοψηφία των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμο?κηπίου, αφού ευθύνονταν για το 80.6% περίπου των συ?νολικών εκπομπών στην Ελλάδα το 2000, ενώ το μεθάνιο και το υποξείδιο του αζώτου ευθύνονταν για το 7.9% και 8.2% αντίστοιχα. Τέλος, τα F-gases (HFCs, PFCs και SF6), ευθύνονταν για το υπόλοιπο 3.3%. Όσον αφορά στη συνεισφορά των επιμέρους τομέων (Διάγραμμα 2.1), οι δραστηριότητες που έχουν σχέση με την ενέργεια αποτελούν τη μεγαλύτερη πηγή (77.9% πε?ρίπου) των αερίων του θερμοκηπίου. Αυτές περιλαμ?βάνουν κυρίως εκπομπές CO2 από την καύση ορυκτών καυσίμων (95% περίπου του συνόλου των εκπομπών από τον τομέα της ενέργειας) και μικρότερα ποσοστά μεθανί?ου και υποξειδίου του αζώτου (1,5% και 3,5% αντίστοιχα). Οι άλλοι τομείς όπως π.χ η Γεωργία (7.9%), οι βιομηχα?νικές διεργασίες (9.9%), τα Απόβλητα (4.1%) και η Χρήση διαλυτών (0.1%) συνεισφέρουν το υπόλοιπο 22.1% των συνολικών εκπομπών. 2.2 ΑΕΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ 2.2.1.Διοξείδιο του άνθρακα Όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 2.2, στην ενέρ?γεια (καύση ορυκτών καυσίμων) οφείλεται το 92% των συ?νολικών εκπομπών CO2, ενώ το υπόλοιπο 8% προέρχεται από τις βιομηχανικές διεργασίες (παραγωγή τσιμέντου και ασβέστη) και τη χρήση διαλυτών. Από το 1990, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα αυ?ξάνονται συνεχώς, με εξαίρεση τα έτη 1991 και 1999, όπου υπήρξε μία μείωση των εκπομπών της τάξης του 0.2% για το 1991 σε σχέση με το 1990 και μείωση 1% το 1999 σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος. Το 2000, οι εκπομπές CO2 ήταν 103.7 Mt, συγκρινόμενες με 84.3 Mt το 1990, παρουσιάζοντας συνολική αύξηση περίπου 23%. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών εκπομπών για το χρο?νικό διάστημα 1990 - 2000, ήταν της τάξης του 2.1%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το χρονικό διάστημα 1995 - 2000 ανέρχεται στο 3.4%. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι στα παραπάνω ποσοστά δεν υπολογίζονται οι εκπομπές και οι απορροφήσεις από τον τομέα της αλλαγής χρήσε?ων γης και δασών. 2.2.2 Μεθάνιο Όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 2.3, οι εκπομπές μεθανίου αυξήθηκαν κατά 22% περίπου σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολι?κών εκπομπών μεθανίου για το χρονικό διάστημα 1990 - 2000, ήταν της τάξης του 2%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το χρονικό διάστημα 1995 - 2000 ανέρχεται στο 2.2%, (δεν υπολογίζονται οι εκπομπές και οι απορροφήσεις από τον τομέα αλλαγής χρήσεων γης και δασών). Ο τομέας των αποβλήτων, που περιλαμβάνει τα στερεά απορρίμματα και τα υγρά απόβλητα είναι η μεγαλύτερη ανθρωπογενής πηγή εκπομπών μεθανίου, ευθυνόμενη για το 51% περίπου των συνολικών εκπομπών μεθανίου το

2000.

Ο τομέας της γεωργίας, που περιλαμβάνει τις εντε?ρικές ζυμώσεις των ζώων, τη διαχείριση ζωικών απορριμ?μάτων και τις καλλιέργειες, είναι η δεύτερη σημαντι?κότερη πηγή εκπομπών, ευθυνόμενη για το 34% των συ?νολικών εκπομπών, ενώ ο τομέας της ενέργειας (διαφυγές αερίων κατά την αποθήκευση και διανομή υγρών/αερίων καυσίμων) ευθύνεται για το υπόλοιπο 15%. 2.2.3 Υποξείδιο του αζώτου Το υποξείδιο του αζώτου (Ν2Ο) είναι ένα ενεργό αέριο του θερμοκηπίου, που παράγεται καταρχήν με φυσικό τρόπο από τα διάφορα χερσαία και υδάτινα οικοσυστή?ματα. Υποξείδιο του αζώτου παράγεται επίσης από την αντίδραση μεταξύ αζώτου και οξυγόνου κατά τη διάρκεια των καύσεων. Το 2000, οι εκπομπές υποξειδίου του αζώτου αυξήθη?καν κατά 4% σε σχέση με το 1990. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών εκπομπών για το χρονικό διάστημα 1990 - 2000, ήταν της τάξης του 0.3%, ενώ το αντίστοιχο ποσο?στό για το χρονικό διάστημα 1995 - 2000 βρίσκεται στο 2.1% (χωρίς να υπολογίζονται οι εκπομπές - απορροφή?σεις από τον τομέα αλλαγής χρήσεων γης και δασών). Ο αγροτικός τομέας είναι η κύρια πηγή εκπομπών υπο?ξειδίου του αζώτου, ευθυνόμενη για το 61% περίπου των συνολικών εκπομπών για το 2000. Ο τομέας της ενέργει?ας ευθύνεται για το 34% των εκπομπών υποξειδίου του αζώτου, ενώ το υπόλοιπο 5% προέρχεται από βιομηχανι?κές διεργασίες. 2.2.4 Φθοριωμένοι υδρογονάνθρακες (HFCs), υπερ?φθοράνθρακες (PFCs) και εξαφθοριούχο θείο (SF6) Όσον αφορά τα υπόλοιπα τρία αέρια του θερμοκηπίου HFCs, PFCs και SF6, οι εκπομπές παρουσιάζουν σημαντι?κή αύξηση φτάνοντας τα 4.4 Mt CO2 eq το 2000, σε σχέση με 1.2 Mt CO2 eq το 1990. Οι εκπομπές των τριών αυτών αερίων προέρχονται αποκλειστικά από βιομηχανικές διεργασίες (Διάγραμμα 2.5) και αφορούν είτε στην παρα?γωγή, συντήρηση, λειτουργία και τελική διάθεση συσκευ?ών ψύξης/κλιματισμού, κ.λπ. («κατανάλωση»), είτε, κατά το μεγαλύτερο ποσοστό, στην παραγωγή HCFC-22 και αλουμινίου («παραγωγή»). Όπως φαίνεται στο Διάγραμ?μα 2.5, οι εκπομπές των τριών αερίων (fgases) που προ?έρχονται από βιομηχανικές διεργασίες και αφορούν στην κατανάλωση καταγράφονται από το 1993 και μετά, φτά?νοντας το 2000 να ευθύνονται για το 12% των συνολικών σχετικών εκπομπών. Το υπόλοιπο 88% προέρχεται από 658 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) το 1997 (όταν οι εκπομπές fgases που προέρχονταν από βιομηχανικές διεργασίες και αφορούν στην παραγωγή έφτασαν στο υψηλότερο σημείο δηλ., 4.1 Mt) και μέχρι το 2000, παρουσιάζουν μια σταδιακή μείωση. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όλα τα στοιχεία που αφορούν τις εκ?πομπές θεωρούνται προσωρινά υπό την έννοια ότι βελ?τιώσεις στη μεθοδολογία, στους συντελεστές εκπομπής και κυρίως σε δεδομένα δραστηριότητας και ενεργειακά ισοζύγια μπορούν να επιφέρουν αλλαγές σε μερικά ή και όλα τα έτη. Οι μεταβολές αυτές επιτρέπονται σύμφωνα με τη Σύμβαση και το Πρωτόκολλο, εφόσον είναι επαρκώς τεκμηριωμένες μέχρι το 2005, οπότε και θα οριστικοποιη?θούν κατόπιν εις βάθους ελέγχου από επιτροπές ειδικών που θα επιλεγούν επί τούτου με ευθύνη της Γραμματείας της Σύμβασης Πλαίσιο για τις Κλιματικές Αλλαγές του ΟΗΕ. Για το λόγο αυτό τα ποσά και ποσοστά που παρου?σιάζονται στην Έκθεση αυτή μπορεί να διαφέρουν από προηγούμενες Εκθέσεις. Οι διαφορές βέβαια αυτές δεν ξεπερνούν το 1-2% και οφείλονται στις αιτίες που προη?γούμενα αναφέρθηκαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3. Πρόβλεψη εξέλιξης εκπομπών αερίων του

θερμοκηπίου στην Ελλάδα 3.1 ΓΕΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΑΝΑΜΕΝΟ?ΜΕΝΗΣ ΕΞΕΛΙΞΗΣ Η φάση της εκτίμησης του δυναμικού μείωσης και αξιο?λόγησης των δυνατών επεμβάσεων περιορισμού των εκ?πομπών των αερίων του θερμοκηπίου στον ενεργειακό τομέα προϋποθέτει τη διαμόρφωση ενός «Σεναρίου Ανα?μενόμενης Εξέλιξης» (ΣΑΕ), το οποίο απεικονίζει τη μελ?λοντική εξέλιξη των εκπομπών υπό τις παρούσες πολιτι?κές και πρακτικές συμπεριφοράς των καταναλωτών, κα?θώς και τις διαφαινόμενες μελλοντικές τάσεις. Έτσι, στο σενάριο αυτό λαμβάνονται υπόψη οι ήδη δρομολογημέ?νες πολιτικές στους διάφορους τομείς οικονομικής δρα?στηριότητας (μεταφορές, βιομηχανία κ.λπ.) και διαμορ?φώνονται εκτιμήσεις για την εξέλιξη των εκπομπών. Όπως είναι φανερό, το ΣΑΕ αποτελεί ένα σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα των αποτελεσμάτων, καθώς όσο υψηλότερες είναι οι εκπομπές που εκτιμώνται από αυτό, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη προσπάθειας μεί?ωσής τους ώστε να επιτευχθεί ένας πιθανός στόχος που έχει τεθεί. Ταυτόχρονα όμως, το υψηλό επίπεδο εκπο?μπών ενός ΣΑΕ διευκολύνει τον εντοπισμό πολιτικών και μέτρων για τη μείωσή τους με σχετικά χαμηλό κόστος. Σημειώνεται πάντως ότι, σε κάθε περίπτωση, οι εκπομπές που προβλέπονται στο ΣΑΕ εξαρτώνται από παραδοχές σχετικά με βασικά μεγέθη, όπως ο πληθυσμός, η οικονο?μική ανάπτυξη, οι τιμές της ενέργειας, κτλ., και από τις πο?λιτικές που έχουν ενσωματωθεί σε αυτό. Ως χρονικός ορίζοντας για το ΣΑΕ που διαμορφώθηκε στην παρούσα ανάλυση επιλέχθηκε το έτος 2020, έτσι ώστε αφενός να περιλάβει την πρώτη δεσμευτική περίο?δο που θεσπίστηκε με το Πρωτόκολλο του Κυότο (2008 - 2012), και αφετέρου να δοθεί η δυνατότητα σχεδιασμού ενός ολοκληρωμένου προγράμματος μείωσης των εκπο?μπών αερίων του θερμοκηπίου που θα έχει μεσο και μα?κρο-πρόθεσμο προσανατολισμό. 3.2. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΠΡΟΒΛΕΨΗΣ ΕΚΠΟ?ΜΠΩΝ Για την πρόβλεψη της εξέλιξης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον ενεργειακό τομέα χρησιμοποιήθη?κε το μοντέλο ENPEP (Energy and Power Evaluation Pro?gram). Το ENPEP αναπτύχθηκε στο Argonne National Laboratory (ANL, USA), είναι «υβριδικού τύπου» τύπου και εμπεριέχει διάφορα επιμέρους μοντέλα που έχουν ως στόχο την πλήρη ενεργειακή ανάλυση/προσομοίωση του ενεργειακού/ηλεκτρικού συστήματος, με παράλληλη όμως ποσοτικοποίηση των περιβαλλοντικών και κοινωνι?κών επιπτώσεών του. Έτσι, με την ανάλυση του ενεργεια?κού συστήματος γίνεται προσπάθεια να αποτιμηθούν οι νέες διευθετήσεις που προτείνονται, με στόχο τη βελτίω?ση όχι μόνο της συμπεριφοράς του συστήματος, αλλά και του προσδιορισμού των κοινωνικο-οικονομικών απαιτή?σεων που προβάλλονται για τη βιωσιμότητά του. Το ενεργειακό σύστημα της χώρας απεικονίσθηκε στο μοντέλο ENPEP με σημαντικό βαθμό λεπτομέρειας, έτσι ώστε να είναι δυνατόν να προσδιορισθούν με σαφήνεια οι κύριες πηγές εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, καθώς και να αξιολογηθούν οι δράσεις εκείνες που συμβάλλουν σε σημαντικές μειώσεις των καταναλισκόμενων ενεργεια?κών πόρων και των συνεπαγόμενων εκπομπών. Για την πρόβλεψη της εξέλιξης των ενεργειακών κατα?ναλώσεων και των συνεπαγόμενων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στο πλαίσιο του ΣΑΕ έγιναν ορισμένες βα?σικές παραδοχές που αφορούν στην εξέλιξη των δημο?γραφικών χαρακτηριστικών (πληθυσμός, αριθμός νοικο?κυριών κλπ.), των μακροοικονομικών μεγεθών, των τιμών και της φορολογίας καυσίμων, καθώς και παραδοχές που αναφέρονται στις μελλοντικές καιρικές συνθήκες. Επί?σης, στο ΣΑΕ ενσωματώθηκαν και οι παρούσες πολιτικές και πρακτικές συμπεριφοράς των καταναλωτών, καθώς και οι διαφαινόμενες μελλοντικές τάσεις. Ακόμα, έγινε η υπόθεση ότι κανένα συγκεκριμένο μέτρο που πηγάζει άμεσα από διάθεση αντιστροφής ή επιβράδυνσης της κλι?ματικής μεταβολής δεν πρόκειται να ληφθεί εντός της πε?ριόδου μελέτης. Η πρόβλεψη των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπί?ου στο μη-ενεργειακό τομέα δεν βασίστηκε στη χρήση κά?ποιου εγκεκριμένου διεθνούς χρήσης υπολογιστικού ερ?γαλείου προσομοίωσης, όπως στον ενεργειακό τομέα, αλλά στηρίχθηκε στην πρόβλεψη της εξέλιξης της δρα?στηριότητας για κάθε πηγή και τον προσδιορισμό του κα?τάλληλου συντελεστή εκπομπής. Για την πρόβλεψη της δραστηριότητας απαιτείται ουσιαστικά η εκτίμηση του ρυθμού μεταβολής της σε σχέση με το έτος βάσης, ο οποίος όμως δεν εξαρτάται μόνο από τις προσδιοριστικές παραμέτρους της δραστηριότητας (π.χ. η παραγωγή τσι?μέντου εξαρτάται από τις εξελίξεις στον τομέα των κατα?σκευών) αλλά και από τεχνολογικές εξελίξεις (π.χ. βελ?τίωση παραγωγικότητας). Ο συντελεστής εκπομπής εξαρτάται από την υιοθέτηση και το βαθμό διείσδυσης συγκεκριμένων πολιτικών. 3.3 ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΚ?ΠΟΜΠΩΝ ΣΤΟΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΤΟΜΕΑ 3.3.1 Βασικές παραδοχές Όπως ήδη αναφέρθηκε προηγούμενα το πρώτο βήμα για την εκτίμηση του κόστους περιορισμού των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου είναι η διαμόρφωση ενός «Σεναρίου Αναμενόμενης Εξέλιξης» (ΣΑΕ), το οποίο εκτι?μά την εξέλιξη των εκπομπών, όταν δεν έχουν υιοθετηθεί επιπρόσθετες πολιτικές μείωσης. Το επίπεδο των εκτιμώ?μενων εκπομπών στο ΣΑΕ βασίζεται σε παραδοχές που αφορούν κύριες παραμέτρους, όπως είναι ο πληθυσμός, ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 659 από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (2001), ο πληθυσμός της Ελλάδας παρουσίασε αύξηση με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 0.64% κατά το χρονικό διάστημα 1991 - 2001, ενώ ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του πληθυ?σμού για την περίοδο 2001 - 2020 εκτιμάται σε 0.34% (Διά?γραμμα 3.1). Για το ίδιο χρονικό διάστημα, το μέσο μέγε?θος νοικοκυριού εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά περίπου 1%. Συνεπώς, ο συνολικός αριθμός των νοικοκυριών πα?ρουσιάζει μια ετήσια αύξηση της τάξης του 1% για το χρο?νικό διάστημα 1990 - 2020 και μια συνολική αύξηση κατά 37%, φτάνοντας τα 4.357.075 το 2020. Η εξέλιξη του πλη?θυσμού και των νοικοκυριών αποτελεί κρίσιμη παράμετρο εκτίμησης της ενεργειακής κατανάλωσης, καθώς προσ?διορίζει σε μεγάλο βαθμό τις ενεργειακές ανάγκες στον οι?κιακό και τριτογενή τομέα καθώς και στις μεταφορές. Καιρικές συνθήκες: Έχει υιοθετηθεί η παραδοχή ότι οι μελλοντικές καιρικές συνθήκες θα προσομοιάζουν με αυ?τές των τελευταίων ετών. Η υπόθεση ότι οι κλιματολογι?κές συνθήκες θα είναι πλησιέστερα προς το ιστορικό μέ?σο όρο θα αγνοούσε το γεγονός της αξιοσημείωτης αύ?ξησης της μέσης ετήσιας θερμοκρασίας κατά την τελευταία δεκαετία, και κατά συνέπεια θα οδηγούσε σε μία αδικαιολόγητα απότομη αύξηση της ζήτησης ενέρ?γειας για θέρμανση χώρων μετά το 2000. Σε περίπτωση που οι καιρικές συνθήκες στο μέλλον κινηθούν προς τον ιστορικό μέσο, τότε η κατανάλωση ενέργειας (πρωτογε?νής και τελική) θα είναι διαφορετική αυτής που προβλέ?πεται. Μακροοικονομικά μεγέθη: Για την εκτίμηση του ΑΕΠ, χρησιμοποιήθηκαν οι επίσημες βραχυπρόθεσμες (μέχρι το έτος 2002) προβλέψεις της Ελληνικής Κυβέρνησης, ενώ για την περίοδο μέχρι το έτος 2020 χρησιμοποιήθη?καν οι προβλέψεις που εμπεριέχονται σε μελέτη της Eu?ropean Commission του 1999. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης για το χρονικό διάστημα 2000 - 2005 υπολογί?ζεται σε περίπου 4.3%, ενώ για το χρονικό διάστημα 2005 - 2010 ο ρυθμός αυτός πέφτει στο 3.4%. Για τη χρονική πε?ρίοδο μετά το 2010, η ετήσια οικονομική διεύρυνση της ανάπτυξης προβλέπεται να σταθεροποιηθεί γύρω στο 3%. Η συνεισφορά του πρωτογενή, δευτερογενή και τρι?τογενή τομέα στο συνολικό ΑΕΠ παρουσιάζεται στο Διά?γραμμα 3.2. Ο τριτογενής τομέας, εξαιρουμένων των δη?μόσιων υπηρεσιών, παρουσιάζει τον υψηλότερο ετήσιο ρυθμό αύξησης (4.04%), ενώ η συνεισφορά του στο ΑΕΠ το 2010 και το 2020 υπολογίζεται αντίστοιχα 57% και 61% (45% in 1990) (Πίνακας 3.1). Ο δημόσιος τομέας επίσης, προβλέπεται να παρουσιάσει ανάπτυξη με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 4% κατά τη χρονική περίοδο 2000 - 2010, ενώ αυτός ο ρυθμός πέφτει στο 3.5% μετά το 2010. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης στη βιομηχανία είναι περίπου 1.1% κατά τη χρονική περίοδο 2000 - 2010 και 0.7% κατά τη χρονική περίοδο 2010 - 2020, ενώ η συνεισφορά του στο συνολικό ΑΕΠ μειώνεται, από 24% το 1990 σε 16% το 2010 και σε 13% in 2020. Τέλος, ο ετήσιος ρυθμός ανά?πτυξης του πρωτογενή τομέα είναι στο 1% κατά τη διάρ?κεια ολόκληρης της περιόδου μελέτης. Τιμές/Φορολογία καυσίμων: Το επίπεδο των ενεργεια?κών τιμών, επηρεάζει τόσο τη μελλοντική συνολική ενερ?γειακή ζήτηση ενός δεδομένου ενεργειακού συστήμα?τος, όσο και τα μερίδια των διαφόρων ενεργειακών πό?ρων στην κάλυψη της ζήτησης αυτής. Επιπρόσθετα, ο διαφορετικός βαθμός διείσδυσης των εναλλακτικών ενεργειακών πόρων και τεχνολογιών, επηρεάζει το επίπε?δο των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, που προέρχονται από τον ενεργειακό τομέα. Η πρόβλεψη της εξέλι?ξης των τιμών των καυσίμων, σε ένα μέσο - ή μακρο-πρό?θεσμο ορίζοντα, παρουσιάζει σημαντικά μεθοδολογικά προβλήματα και αβεβαιότητες και εξαρτάται από τις συν?θήκες στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα καθώς και από την εθνική τιμολογιακή πολι?τική που ακολουθείται. Καθώς η πλειοψηφία των αναλυ?τών συμφωνεί ότι οι διεθνείς τιμές πετρελαίου δεν θα παρουσιάσουν απότομες διακυμάνσεις τα επόμενα χρό?νια, υιοθετήθηκαν οι ακόλουθες παραδοχές για τις διε?θνείς τιμές καυσίμων που περιλαμβάνονται σε αυτή την ανάλυση: • Οι τιμές των στερεών καυσίμων θα παραμείνουν στα επίπεδα του 1997 κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. • Σε σχέση με τις τιμές πετρελαίου χρησιμοποιήθηκαν τα αποτελέσματα του μοντέλου International Futures για την Ελλάδα. Σύμφωνα με αυτά τα αποτελέσματα, οι τιμές πετρελαίου θα παρουσιάσουν μια μικρή αύξηση κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης, φτάνοντας τα 21.06 $/bbl (τιμές 1997) το έτος 2020. • Οι τιμές του φυσικού αερίου θα ακολουθήσουν τις διακυμάνσεις των τιμών πετρελαίου. Οι διακυμάνσεις των διεθνών τιμών καυσίμων που υιο?θετήθηκαν στο πλαίσιο αυτής της μελέτης παρουσιάζο?νται στο Διάγραμμα 3.3. Ακόμη υιοθετείται ότι τα βασικά χαρακτηριστικά της υφιστάμενης φορολογικής πολιτικής των καυσίμων δεν πρόκειται να μεταβληθούν και δεν θα υπάρξει επιβολή φόρου άνθρακα στις τιμές των καυσίμων κατά τη διάρκεια της εξεταζόμενης χρονικής περιόδου. Πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι σε σχετικές συζητήσεις σε επίπεδο ΕΕ, η Ελληνική κυβέρνηση εναντιώθηκε στην ει?σαγωγή ενός παρόμοιου φόρου, τουλάχιστον βραχυ?πρόθεσμα, αν και αυτό μπορεί να αλλάξει κατά το τέλος της παρούσας δεκαετίας. Πολιτικές και μέτρα: το ΣΑΕ προσδιορίζει τη μελλοντική ανάπτυξη του ενεργειακού συστήματος υπό τις υφιστά?μενες πολιτικές και συμπεριφορές των καταναλωτών, κα?θώς και υπό τις διαφαινόμενες μελλοντικές τάσεις. Συ?γκεκριμένα το ΣΑΕ περιλαμβάνει: • Την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρισμού. • Τη συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των αυτοκινητοβιο?μηχανιών (ACEA, KAMA, JAMA), για τη μείωση της κατα?νάλωσης των νέων αυτοκινήτων, με στόχο την επίτευξη μείωσης των μέσων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε 140 gr/km το 2008 (με ενδιάμεσο στόχο τα 170 gr/km το 2003). • Τη συνέχιση των υφιστάμενων πολιτικών (Ν. 2244/1995, Αναπτυξιακός νόμος, κ.λπ.) για την προώθη?ση των ΑΠΕ, της συμπαραγωγής και εξοικονόμησης ενέρ?γειας. • Την ενσωμάτωση των αναμενόμενων μειώσεων των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου από έργα ΑΠΕ και εξοικονόμησης ενέργειας, τα οποία έχουν εγκριθεί και/ή ήδη υλοποιούνται στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος Ενέργειας (ΕΠΕ) του Β~ ΚΠΣ. 660 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) δραστηριοποιούνται στους υπό θεώρηση ενεργειακούς τομείς. Συγκεκριμένα, στον οικιακό τομέα οι καταναλω?τές συνήθως προτιμούν επενδύσεις με μικρή περίοδο αποπληρωμής και γι’ αυτό υιοθετήθηκε προεξοφλητικό επιτόκιο της τάξης του 14%. Από την άλλη, οι βιομηχανίες, εταιρίες κοινής ωφέλειας, διυλιστήρια, κ.λπ., σχεδιάζουν συνήθως την επενδυτική τους πολιτική σε μακροπρόθε?σμη βάση και γι’ αυτό το προεξοφλητικό επιτόκιο της τά?ξης του 6% θεωρήθηκε το πλέον κατάλληλο. Τέλος, στον τριτογενή τομέα, υιοθετήθηκε προεξοφλητικό επιτόκιο ίσο με 9%. 3.3.2 Αποτελέσματα 3.3.2.1 Προσφορά και ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας Εγχώρια προσφορά πρωτογενούς ενέργειας Η εγχώρια προσφορά πρωτογενούς ενέργειας στην Ελ?λάδα, αναμένεται να αυξηθεί ελαφρά κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης (από 9.2 Mtoe το 1995 σε 9.6 Mtoe το 2010 και σε 10.3 Μtoe το 2020), με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης γύρω στο 0.5% (Πίνακας 3.2). Η παραγωγή στε?ρεών καυσίμων (λιγνίτης) αυξάνει τη χρονική περίοδο 1995 - 2020 κατά 15%, κυρίως λόγω της αξιοποίησής του στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής και αποτελεί τη ση?μαντικότερη εγχώρια ενεργειακή πηγή καθ’ όλη την πε?ρίοδο μελέτης. Αντιθέτως, η εγχώρια παραγωγή υγρών καυσίμων μειώνεται δραματικά κατά την δεκαετία 1995 - 2005, αφού τα αποθέματα αργού αναμένεται σταδιακά να εξαντληθούν. Τέλος, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αναμένεται να προωθηθούν σημαντικά, λόγω των περι?βαλλοντικών τους χαρακτηριστικών και της εφαρμοζόμε?νης πολιτικής υποστήριξής τους από την Ελληνική κυ?βέρνηση. Από τις διάφορες ΑΠΕ, η αιολική και ηλιακή ενέργεια παρουσιάζουν την πλέον αξιοσημείωτη ανάπτυξη κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ενώ χαμηλότεροι είναι οι ρυθ?μοί για την υδραυλική ενέργεια, αφού οι περισσότερες κατάλληλες τοποθεσίες για υδροηλεκτρικά φράγματα στην Ελλάδα έχουν ήδη αξιοποιηθεί. (Διάγραμμα 3.4). Αντίθετα, το μερίδιο της βιομάζας αναμένεται να μειωθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Αυτό οφείλεται κυρίως στη μείωση κατανάλωσης βιομάζας για θέρμανση χώρων στον οικιακό τομέα, που είναι αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου και της χρήσης από τους καταναλωτές πιο σύγχρονων συστημάτων θέρμαν?σης χώρων. Ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας Η συνολική ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας στην Ελλά?δα αυξάνει συνεχώς κατά τη διάρκεια της υπό θεώρηση περιόδου (από 23.8 Μtoe το 1995 σε 34 Μtoe το 2010 και σε 40 Mtoe το 2020), με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης γύρω στο 2.1% (Πίνακας 3.3). Τα υγρά καύσιμα καλύ?πτουν το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης πρωτογενούς ενέργειας. Παρ’ όλα αυτά, η συμμετοχή τους μειώνεται από 59% το 1995 σε 54% το 2010 και σε 52% το 2020. Η κατανάλωση στερεών καυσίμων παρουσιάζει μια αύξηση της τάξης του 15% το χρονικό διάστημα 1995 - 2020, ενώ η συμμετοχή τους πέφτει από 35% το 1995 (περίπου 8400 ktoe) σε 24% το 2020 (περίπου 9700 ktoe). Προβλέπεται επίσης ότι το φυσικό αέριο θα καλύψει ένα σημαντικό μέ?ρος της ζήτησης πρωτογενούς ενέργειας, το οποίο υπο?λογίζεται σε 15.1% για το 2010 και σε 20.1% το 2020, έχο?ντας ως αποτέλεσμα τη σχετική μείωση της συνεισφοράς στερεών και υγρών καυσίμων. Τέλος, η συνεισφορά των ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένων και των μεγάλων υδροηλε?κτρικών, στη συνολική ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας για ολόκληρη την εξεταζόμενη περίοδο, μειώνεται από 4.85% το 1995 (1152 ktoe) σε 4% το 2010 (1355 ktoe) και το 2020 (1606 ktoe). Σε απόλυτες τιμές, η αξιοποίησή τους αυξάνει κατά 39% από το 1995 μέχρι το 2020. Οπως αναφέρθηκε προηγουμένως, το χαμηλό μερίδιο των ΑΠΕ στη ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας, παρά την ενσωμά?τωση σχετικών επενδύσεων στο ΣΑΕ (οι οποίες αφορούν κυρίως σε αιολικά πάρκα), οφείλεται κατά κύριο λόγο στη μείωση κατανάλωσης βιομάζας για θέρμανση χώρων στον οικιακό τομέα, ως αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού. Όπως φαίνεται στον Πίνακα 3.3, το ΣΑΕ προβλέπει μια σημαντική βελτίωση της ενεργειακής έντασης του υπό θεώρηση συστήματος η οποία μειώνεται με ένα μέσο ετή?σιο ρυθμό της τάξης του 1.3% καθ’όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου. Η σχετική απεξάρτηση της ενερ?γειακής ζήτησης από την οικονομική ανάπτυξη είναι επί?σης εμφανής στο Διάγραμμα 3.5. Αυτό οφείλεται, αφενός στη διάρθρωση αυτής καθ’αυτής της οικονομικής ανά?πτυξης (με την παραγωγή υψηλής αξίας προστιθέμενων αγαθών και υπηρεσιών που συνεπάγονται λιγότερες απαιτήσεις σε ενέργεια και υλικά), και αφετέρου στη δι?είσδυση αποδοτικότερων ενεργειακών τεχνολογιών και στην εν γένει ορθολογικοποίηση του ενεργειακού συστή?ματος. Σε σχέση με την κατά κεφαλή κατανάλωση πρω?τογενούς ενέργεια, αυτή συνεχίζει να αυξάνει σημαντικά, με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1.7% ετησίως, κατά τη χρονική περίοδο μέχρι το 2020. Στο τέλος πάντως της εξεταζόμενης περιόδου (2010-2020), ο μέσος ετή?σιος ρυθμός αύξησης της κατά κεφαλή πρωτογενούς ενεργειακής ζήτησης πέφτει στο 1.4%, καθώς τα αποτε?λέσματα κορεσμού γίνονται πιο εμφανή. Ενεργειακή εξάρτηση Λαμβάνοντας υπ’ όψη τα προαναφερθέντα σε σχέση με την εγχώρια προσφορά και τη συνολική ζήτηση πρωτογε?νούς ενέργειας, δεν προκαλεί έκπληξη ότι η ενεργειακή εξάρτηση της χώρας προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Οπως απεικονί?ζεται καθαρά στον Πίνακα 3.4, αναμένεται ότι περίπου τα 3 /4 των συνολικών ενεργειακών αναγκών θα προέλθουν από εισαγωγές κατά το 2020, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για το 1995 ήταν 61%. 3.3.2.2 Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας Λόγω των ιδιαίτερων πλεονεκτημάτων της ηλεκτρικής ενέργειας καταγράφεται διεθνώς μια μακροπρόθεσμη τάση αύξησης της κατανάλωσής της στους περισσότε?ρους τομείς των ανεπτυγμένων οικονομιών. Ανάλογη εκτιμάται ότι θα είναι η τάση αυτή και στη χώρα μας. Συ?γκεκριμένα η ζήτηση ηλεκτρισμού αναμένεται ότι θα αυ?ξάνει με έναν μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 3.1% κα?τά τη διάρκεια της περιόδου 2000 - 2010, ενώ ο ρυθμός αυτός πέφτει στο 2.5% κατά τη διάρκεια της επόμενης δε?καετίας. Η καταγραφόμενη αυτή αύξηση αναμένεται να είναι ιδιαίτε ρα σημαντική στον τριτογενή τομέα (Πίνακας 3.5). Οι εισαγωγές ηλεκτρισμού παραμένουν σε χαμηλό επί?πεδο κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Έτσι, το σύ?νολο σχεδόν των παραπάνω ηλεκτρικών αναγκών πρέπει ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 661 της εξεταζόμενης περιόδου. Η εισαγωγή του φυσικού αε?ρίου καθώς και η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρι?σμού, αντιπροσωπεύουν σημαντικές διαρθρωτικές εξελί?ξεις, οι οποίες έχουν ενσωματωθεί στο ΣΑΕ. Η απελευθέ?ρωση της αγοράς ηλεκτρισμού προσομοιώνεται μέσω του καθορισμού τεσσάρων κατηγοριών παραγωγών, οι οποίοι διαφοροποιούνται σε σχέση με τα οικονομικά τους χαρακτηριστικά και τις ανάγκες που καλύπτουν, δηλ.: • Μεγάλες επιχειρήσεις ηλεκτρισμού • Βιομηχανικούς αυτο-παραγωγούς που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο • Ανεξάρτητους παραγωγούς στο βιομηχανικό τομέα, οι οποίοι καλύπτουν τις ανάγκες θέρμανσης και ηλεκτρι?σμού τους μέσω της συμπαραγωγής με φυσικό αέριο. Με βάση τα αποτελέσματα της ανάλυσης η εγκατεστη?μένη ισχύς του συστήματος, αυξάνει κατά περίπου 9.8 GW κατά την περίοδο 1995 - 2020 (Πίνακας 3.6). Η χρήση των παραδοσιακών λιγνιτικών και πετρελαϊκών σταθμών, δεν αλλάζει σημαντικά κατά τη διάρκεια της περιόδου με?λέτης. Πιο συγκεκριμένα, μόνο μία καινούρια λιγνιτική μο?νάδα εγκαθίσταται στο σύστημα μετά το έτος 2000, ενώ μερικοί νέοι, μικροί πετρελαϊκοί σταθμοί εγκαθίστανται την ίδια χρονική περίοδο στα αυτόνομα συστήματα των νησιών. Ταυτόχρονα, πρέπει να σημειωθεί ότι αρκετές παλαιές λιγνιτικές μονάδες ανακατασκευάζονται κατά τη διάρκεια της περιόδου μελέτης, έτσι ώστε να επεκταθεί η διάρκεια ζωής τους. Οι αυξημένες ανάγκες σε ηλεκτρική ενέργεια και ισχύ καλύπτονται κυρίως με την εγκατάσταση νέων μονάδων συνδυασμένου κύκλου με καύσιμο φυσικό αέριο. Η συνο?λικά εγκατεστημένη ισχύς των μονάδων της κατηγορίας αυτής αυξάνει περίπου 5 φορές κατά την περίοδο 2000 - 2020 για να φτάσει τα 6 GW (31% της συνολικής εγκατε?στημένης ισχύος) το 2020. Αυτή η μάλλον εντυπωσιακή αύξηση, οφείλεται κατά κύριο λόγο στα σημαντικά οικο?νομικά και τεχνικά πλεονεκτήματα που παρουσιάζει η εν λόγω τεχνολογία. Ακόμη, αναμένεται σημαντική αύξηση της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ. Παρά το γεγονός ότι η εγκατεστημένη ισχύς των μεγάλων υδροηλεκτρικών μο?νάδων παραμένει ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα κατά τη διάρκεια της αναφερόμενης περιόδου, περίπου 1.7 GW αιολικών πάρκων αναμένεται να εγκατασταθούν σαν απο?τέλεσμα του πλούσιου αιολικού δυναμικού στην Ελλάδα και των πολιτικών υποστήριξης που εφαρμόζονται από την Ελληνική κυβέρνηση. Σε σχέση με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, οι μο?νάδες φυσικού αερίου που διευθύνονται από μεγάλες ηλεκτρικές επιχειρήσεις, καλύπτουν περίπου το 21% της συνολικής καθαρής ηλεκτροπαραγωγής το 2010 (1155 ktoe), ενώ το ποσοστό αυτό φτάνει στο 27% (1942 ktoe) το 2020 (Πίνακας 3.7). Αυτή η σημαντική διείσδυση του φυ?σικού αερίου στο Ελληνικό ηλεκτρικό σύστημα, περιορί?ζει τη σχετική συμμετοχή των λιγνιτικών μονάδων από 67% το έτος 1995 σε 47% το 2010 και σε 39% το 2020. Ωστόσο, σε απόλυτες τιμές, η παραγόμενη από λιγνιτι?κούς σταθμούς ηλεκτρική ενέργεια αυξάνει κατά 21% κα?τά την περίοδο 1995 - 2020. Οι βιομηχανικοί αυτο-παρα?γωγοί καλύπτουν το 7% του συνολικού παραγόμενου ηλε?κτρισμού (484 ktoe), ενώ το μερίδιο της συμπαραγωγής είναι περίπου 2%. Συνολικά, η χρήση φυσικού αερίου για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αντιστοιχεί στο 28% του παραγόμενου ηλεκτρισμού το 2010 και στο 37% το 2020. Αντίστοιχα, το μερίδιο του παραγόμενου ηλεκτρισμού από πετρελαϊκούς σταθμούς μειώνεται σε 13% το 2010 (711 ktoe) και σε 12% το 2020 (874 ktoe), ενώ η συνεισφο?ρά των ΑΠΕ (συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων υδρο?ηλεκτρικών) αυξάνει από 9.7% το 1995 σε 11% το 2010 (606 ktoe) και σε 11.6% το 2020 (822 ktoe) (Διάγραμμα 3.6). Σε σχέση με την κατανάλωση καυσίμων για την παρα?γωγή ηλεκτρικής ενέργειας (Πίνακας 3.8), τονίζεται ότι η χρήση στερεών και υγρών καυσίμων αυξάνεται ελαφρά κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ωστόσο το μερίδιό τους περιορίζεται από 96% το 1995 σε 64% το 2020. Είναι εν?διαφέρον, ότι η αύξηση της κατανάλωσης φυσικού αερί?ου, που τριπλασιάζεται τις δυο επόμενες δεκαετίες, είναι σημαντικά μικρότερη από την αύξηση της εγκατεστημέ?νης ισχύος μονάδων φυσικού αερίου. Αυτό οφείλεται τό?σο στον υψηλό βαθμό απόδοσης των μονάδων αυτών αλ?λά και στο ότι χρησιμοποιούνται κυρίως για την κάλυψη μέσων φορτίων και φορτίων αιχμής. Γενικά πάντως πρέ?πει να αναφερθεί ότι η ζήτηση καυσίμων για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνει με σημαντικά μικρότερο ρυθμό σε σχέση με αυτόν της ηλεκτρικής κατανάλωσης, το οποίο αποδίδεται κυρίως στη βελτίωση της απόδοσης του συστήματος. 3.3.2.3 Τελική κατανάλωση ενέργειας Η τελική κατανάλωση ενέργειας στην Ελλάδα αυξάνει συνεχώς καθ’ όλη την περίοδο μελέτης (από 16.2 Μtoe το 1995 σε 23.7 Μtoe το 2010 και σε 27.6 Mtoe το 2020), με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξης του 2.2% (Πί?νακας 3.9). Τα υγρά καύσιμα έχουν το υψηλότερο μερίδιο στην τελική κατανάλωση ενέργειας, παρουσιάζοντας ωστόσο μια μικρή μείωση του μεριδίου τους από 70% το 1995 σε 64% το 2010 και σε 61% το 2020. Η κατανάλωση ηλεκτρισμού παρουσιάζει μέση ετήσια αύξηση της τάξης του 3.4% κατά την περίοδο 1995 - 2010, ενώ ο ρυθμός αυ?τός μειώνεται σε 2.5% κατά την τελευταία δεκαετία της εξεταζόμενης περιόδου. Η συνεισφορά του στην τελική κατανάλωση ενέργειας αυξάνει από 18.7% το 1995 (3030 ktoe) σε 21.2% το 2010 (5023 ktoe) και σε 23.4% το 2020 (6454 ktoe). Το φυσικό αέριο αντιπροσωπεύει περίπου το 7.1% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας το 2010 (1680 ktoe), ενώ το ποσοστό αυτό αυξάνει σε 8.5% το 2020 (2334 ktoe). Όπως είναι φανερό η διείσδυση αυτή έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της σχετικής συνεισφοράς των υγρών καυσίμων και τον περιορισμό του ρυθμού ανά?πτυξης του ηλεκτρισμού. Το μερίδιο των ΑΠΕ μειώνεται από 5.1% το 1995 σε 3.1% το 2010 και σε 2.8% το 2020. Η μείωση του μεριδίου των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας, παρά τη διείσδυση ηλιακών συστημάτων, οφείλεται κυρίως στη μείωση της κατανάλωσης βιομάζας στον οικιακό τομέα. Η δομή της τελικής κατανάλωσης ενέργειας ανά τομέα, συμβαδίζει με τα χαρακτηριστικά της οικονομικής ανά?πτυξης. Το μερίδιο του βιομηχανικού τομέα στην τελική κατανάλωση ενέργειας μειώνεται από 32.5% το 1995 σε 27.7% το 2010 και σε 25.7% το 2020. Αντιθέτως, το μερί?διο του αγροτικού τομέα παραμένει ουσιαστικά το ίδιο (5.5-6.3%) κατά τη διάρκεια ολόκληρης της εξεταζόμενης περιόδου. Η συνεισφορά του τριτογενή τομέα και των με?ταφορών αυξάνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της ανα?φερόμενης περιόδου (κατά περισσότερο από 5% και 2% 662 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) Η εξέλιξη της τελικής κατανάλωσης ενέργειας ανά το?μέα οικονομικής δραστηριότητας, απεικονίζονται στο Διάγραμμα 3.7 και συζητούνται πιο λεπτομερειακά στις επόμενες παραγράφους. Βιομηχανικός τομέας Η ενεργειακή ζήτηση στον τομέα της βιομηχανίας ανα?μένεται να παρουσιάσει σχετικά μικρή αύξηση κατά τα επόμενα 25 χρόνια κυρίως, λόγω της σχετικά μικρής ανά?πτυξης του τομέα αυτού στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, η μέση ετήσια αύξηση της ενεργειακής ζήτησης κατά τη δε?καετία 2000 - 2010 αναμένεται να είναι γύρω στο 1.2%, ενώ το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 0.8% την επόμενη δε?καετία. Η ενεργειακή ένταση του τομέα αυξάνει ελαφρά κατά τη διάρκεια της περιόδου 2000 - 2020. Οι πιο αξιο?σημείωτες αλλαγές στα μερίδια των καυσίμων στον τομέα της βιομηχανίας, σχετίζονται με τη διείσδυση του φυσι?κού αερίου. Συγκεκριμένα, η αύξηση κατανάλωσης φυσι?κού αερίου και ατμού συμπαραγωγής είναι αρκετά σημα?ντική αναδεικνύοντας τις αυξημένες επενδυτικές ευκαι?ρίες για συμπαραγωγή και για την εισαγωγή ενός καθαρότερου καύσιμου στην παραγωγική διαδικασία. Από την άλλη μεριά, ο τομεακός ρόλος των υγρών καυσί?μων περιορίζεται, σαν αποτέλεσμα της διείσδυσης αερί?ου, ενώ η κατανάλωση στερεών καυσίμων παραμένει ου?σιαστικά η ίδια κατά την αναφερόμενη περίοδο. Τομέας μεταφορών Οι μεταφορές είναι μια πολύ σημαντική δραστηριότητα, ιδιαίτερα στις ανεπτυγμένες οικονομίες όπου αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της ανθρώπινης παραγωγικής δρα?στηριότητας αλλά και ευημερίας. Η μεταφορική δραστη?ριότητα διακρίνεται σε εμπορευματικές μεταφορές και σε επιβατικές μεταφορές. Οι επιβατικές μεταφορές προβλέπεται ότι θα αυξηθούν με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2.1% κατά τα επόμενα 20 χρόνια. Ο κύριος όγκος της μετακίνησης επι?βατών λαμβάνει χώρα μέσω της χρήσης ιδιωτικών αυτο?κινήτων. Οι οδικές μεταφορές αντιπροσωπεύουν περισ?σότερο από το 90% του συνόλου των επιβατικών μεταφο?ρών καθ’ όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου, ενώ το μερίδιό της αναμένεται να παρουσιάσει πτώση κα?τά ένα μικρό ποσοστό. Η κατανάλωση ενέργειας για επι?βατικές μεταφορές, προβλέπεται να αυξηθεί με χαμηλό?τερο ρυθμό από ότι η συνολική ζήτηση μεταφορικού έρ?γου. Συγκεκριμένα, η ενεργειακή ζήτηση για επιβατικές μεταφορές προβλέπεται να αυξάνει με ένα ρυθμό της τά?ξης του 1.9% ετησίως, η οποία υπολείπεται της αντίστοιχης ζήτησης μεταφορικού έργου. Η τάση αυτή αποδίδε?ται κυρίως στις τεχνολογικές βελτιώσεις που λαμβάνουν χώρα στον τομέα. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι στο ΣΑΕ έχει ενσωματωθεί η εθελοντική συμφωνία του 1998 μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των Ευρωπαίων, Ιαπώνων και Κορεατών κατασκευαστών αυτοκινήτων, με στόχο τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των οχη?μάτων. Οι εμπορευματικές μεταφορές αναμένεται να αυξη?θούν με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2.2% κατά τα επόμενα 20 χρόνια. Οι οδικές μεταφορές εκτιμάται ότι θα έχουν τη μεγαλύτερη συνεισφορά στην κάλυψη του εν λόγω μεταφορικού έργου, ενώ η ενεργειακή ζήτηση προ?βλέπεται να αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2.5% κατά τα επόμενα 20 χρόνια. Αγροτικός τομέας Η ενεργειακή ζήτηση στον αγροτικό τομέα αναμένεται να αυξηθεί με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1.5% κα?τά τα επόμενα 20 χρόνια. Ο ρυθμός αυτός ανάπτυξης εί?ναι υψηλότερος σε σύγκριση με τις αντίστοιχες των άλ?λων Δυτικο-Ευρωπαϊκών χωρών και αποδίδεται κυρίως στο γεγονός ότι η γεωργία στην Ελλάδα μετασχηματίζε?ται στην εξεταζόμενη περίοδο από μια δραστηριότητα εντάσεως εργασίας σε δραστηριότητας εντάσεως κεφα?λαίου και ενέργειας, με την εκτεταμένη χρήση μηχανικού εξοπλισμού, κ.λπ. Το ντίζελ και ο ηλεκτρισμός είναι τα ση?μαντικότερα χρησιμοποιούμενα καύσιμα στον τομέα για την κάλυψη των προαναφερθέντων ενεργειακών ανα?γκών. Οικιακός τομέας Η ενεργειακή ζήτηση στον οικιακό τομέα αναμένεται να παρουσιάσει μικρή σχετικά αύξηση κατά τα επόμενα 20 χρόνια, κυρίως λόγω της σχετικά μικρής αύξησης του πληθυσμού και της διείσδυσης αποδοτικότερων ενεργει?ακών τεχνολογιών. Η μέση ετήσια αύξηση της ενεργεια?κής κατανάλωσης στον τομέα κατά την περίοδο 20002020 αναμένεται να είναι γύρω στο 1%. Η ενεργειακή ένταση βελτιώνεται με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό περί του 1.9%. Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνει με ρυθ?μούς σχεδόν διπλάσιους αυτούς της συνολικής ζήτησης ενέργειας στον τομέα. Η αυξημένη διείσδυση κλιματιστι?κών καθώς και ο μεγαλύτερος αριθμός ηλεκτρικών συ?σκευών ανά νοικοκυριό, αποτελούν τις κυριότερες αιτίες για την ανάπτυξη αυτή. Από την άλλη μεριά, η συνεισφο?ρά της βιομάζας στις ενεργειακές ανάγκες του οικιακού τομέα μειώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια της περιό?δου μελέτης, λόγω της μείωσης του αριθμού των αγροτι?κών νοικοκυριών, που είναι οι κύριοι χρήστες ξύλου ως θερμαντικού μέσου. Το φυσικό αέριο αναμένεται επίσης να διεισδύσει στον τομέα, καλύπτοντας κυρίως ανάγκες θέρμανσης σε μεγάλες αστικές περιοχές. Τριτογενής τομέας Ο τριτογενής τομέας επιδεικνύει έναν από τους πιο γρή?γορους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ όλων των τομέων τε?λικής κατανάλωσης ενέργειας. Συγκεκριμένα, η ενεργει?ακή κατανάλωση στον τριτογενή τομέα αναμένεται να αυ?ξηθεί με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 6.3% κατά την περίοδο 1995 - 2010, ενώ το ποσοστό αυτό μειώνεται στο 4% την επόμενη δεκαετία (2010 - 2020). Η ενεργειακή ένταση αυξάνεται με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 0.4% καθ’ όλη την περίοδο 2000 - 2020. Ο ηλεκτρι?σμός καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των ενεργειακών αναγκών του τομέα. Αυτό οφείλεται τόσο στη συνεχόμε?νη διείσδυση στη θέρμανση και σε χρήσεις ψύξης, όσο και στην αύξηση του αριθμού και της ποικιλίας ηλεκτρικών συσκευών, όπως οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές κ.λπ. Το φυσικό αέριο και ο ατμός αναμένεται επίσης να διεισδύ?σουν στον τομέα αυτό, αρχικά λόγω της τιμολογιακής πο?λιτικής που εφαρμόζεται στην Ελλάδα για τη χρήση φυσι?κού αερίου. 3.3.2.4 Εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου Όπως ήδη αναφέρθηκε στις προηγούμενες παραγρά?φους, ο ενεργειακός τομέας στην Ελλάδα βασίζεται κυ?ρίως στη χρήση ορυκτών καυσίμων, με αποτέλεσμα την ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 663 τον ελληνικό ενεργειακό τομέα, για την περίοδο 19902020. Για το σκοπό αυτό, έχουν χρησιμοποιηθεί κατάλλη?λοι συντελεστές εκπομπών, που προέρχονται από την ελ?ληνική και διεθνή βιβλιογραφία. Πρέπει να σημειωθεί, ότι οι πλέον ακριβείς εκτιμήσεις αφορούν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Οι εκπο?μπές CO2 έχουν εκτιμηθεί με βάση συγκεκριμένους συ?ντελεστές εκπομπών που καταγράφονται στο IPCC, παίρ?νοντας ταυτόχρονα υπόψη τις ελληνικές πρακτικές. Ειδι?κότερα για την περίπτωση του λιγνίτη (brown coal), χρησιμοποιήθηκαν ειδικοί συντελεστές εκπομπής όπως προκύπτουν από σχετικές εργασίες του Υπουργείου Ανά?πτυξης και της ΔΕΗ. Για τα υπόλοιπα αέρια του θερμοκηπίου (CH4 και N2O), η πλειοψηφία των συντελεστών εκπομπών που χρησιμο?ποιήθηκαν, προτείνονται στο EMEP/CORINAIR (1996). Οι αντίστοιχες εκτιμήσεις εκπομπών χαρακτηρίζονται από μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας, λόγω του γεγονότος ότι οι προτεινόμενοι συντελεστές, σε αρκετές περιπτώσεις δεν ανταποκρίνονται στις κρατούσες ελληνικές συνθήκες. Ήδη προς την κατεύθυνση αυτή γίνεται προσπάθεια θε?μελίωσης συντελεστών εκπομπής, οι οποίοι θα προσο?μοιάζουν ρεαλιστικότερα την ελληνική πραγματικότητα. Το ΣΑΕ οδηγεί σε μια αύξηση των εκπομπών CO2 από τον ενεργειακό τομέα κατά 44.9% το 2010 και κατά 65.6% το 2020 σε σχέση με το 1990 (Πίνακας 3.10). Οι εκπομπές CO2 προβλέπεται να παρουσιάσουν μια ετήσια αύξηση του 2.3% κατά την περίοδο 1990 - 2000, ενώ ο ρυθμός αυ?τός μειώνεται σε 1.5% κατά την περίοδο 2000 - 2010 και σε 1.3% κατά την επόμενη δεκαετία. Ο ρυθμός αύξησης των εκπομπών μειώνεται κατά τη διάρκεια της εξεταζόμε?νης περιόδου, κυρίως λόγω της διείσδυσης φυσικού αε?ρίου και διαφόρων ΑΠΕ, ιδιαίτερα στον τομέα ηλεκτρο?παραγωγής. Οι εκπομπές από τη διεθνή αεροπλοΐα και ναυσιπλοΐα (international bunkers) δεν περιλαμβάνονται σε αυτούς τους υπολογισμούς, καθώς μέχρι σήμερα οι εκπομπές αυτές δεν συνυπολογίζονται στα διεθνή σύνο?λα που χρησιμοποιούνται για σκοπούς συμμόρφωσης στo πλαίσιo του Πρωτοκόλλου του Κυότο. Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι, για την περίοδο μέχρι το 2020, οι τομείς με την πιο γρήγορη αύξηση εκπομπών, εί?ναι εκείνοι όπου η ενεργειακή ζήτηση αναμένεται να αυ?ξηθεί με γρήγορους ρυθμούς, δηλαδή ο τριτογενής και ο τομέας των μεταφορών. Ωστόσο, όσον αφορά στην από?λυτη συνεισφορά στις συνολικές εκπομπές CO2 που προ?κύπτουν από το ελληνικό ενεργειακό τομέα, είναι ο τομέ?ας του ηλεκτρισμού που είναι υπεύθυνος για πάνω από το 50% του συνόλου των εκπομπών μεταξύ 1990 και 2020. Ο τομέας των μεταφορών αποτελεί μια επίσης σημαντική και συνεχώς αυξανόμενη πηγή εκπομπών CO2 και το με?ρίδιό του στο σύνολο εκπομπών CO2 από τον ενεργειακό τομέα αυξάνεται από 20% το 1990 σε 23.5% το 2010 και σε 24.1% το 2020. Αντιθέτως, το μερίδιο των εκπομπών CO2 που προέρχεται από το βιομηχανικό τομέα μειώνεται συνεχώς, στην αναφερόμενη περίοδο, από 15.6% το 1990 σε 13.1% το 2010 και σε 12% το 2020. Η εξέλιξη των εκπομπών των λοιπών αερίων του θερμο?κηπίου που προκύπτουν από τον Ελληνικό ενεργειακό το?μέα, επίσης παρουσιάζονται στον Πίνακα 3.10. Είναι ση?μαντικό βέβαια να τονισθεί ότι οι υπολογισμοί αυτοί βασί?ζονται σε συγκεκριμένες παραδοχές αυξάνοντας την αβεβαιότητα των όποιων εκτιμήσεων. Οσον αφορά τις εκπομπές CH4, οι τομείς μεταφορών και βιομηχανίας αποτελούν τις πιο σημαντικές πηγές και είναι υπεύθυνοι για το 43% και 28% αντίστοιχα, του συνό?λου των σχετικών εκπομπών το έτος 2020. Οι συνολικές εκπομπές CH4 αναμένεται να παρουσιάσουν μικρή μείω?ση μετά το 2000 με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό γύρω στο 0.8%. Από την άλλη μεριά, ο τομέας ηλεκτρισμού αποτε?λεί την κύρια πηγή εκπομπών N2O και είναι υπεύθυνος για πάνω από το 50% του συνόλου των εκπομπών καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου μελέτης. Οι συνολικές εκπομπές N2O αυξάνονται με έναν ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1.3% για τα επόμενα 20 χρόνια. Όσον αφορά τις συνολικές εκπομπές αερίων του θερ?μοκηπίου σε όρους ισοδύναμων τόνων CO2, οι εκπομπές αυξάνουν από 79.9 Mt το 1990 σε 115.7 Mt το 2010 και σε 132 Mt το 2020 με έναν ετήσιο ρυθμό της τάξης του 1.7% (Πίνακας 3.11). Οπως απεικονίζεται καθαρά στο Διά?γραμμα 3.8, ο τριτογενής και ο τομέας των μεταφορών παρουσιάζουν τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης εκ?πομπών των αερίων του θερμοκηπίου. Από την άλλη πλευρά, φαίνεται ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπί?ου που προέρχονται από τους τομείς της βιομηχανίας και της γεωργίας αυξάνουν ελάχιστα, κυρίως λόγω της μέ?τριας ανάπτυξης αυτών των τομέων. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου αυ?ξάνουν με ρυθμούς χαμηλότερους της αντίστοιχης τομε?ακής οικονομικής ανάπτυξης, λόγω βελτίωσης της ενερ?γειακής απόδοσης του συστήματος και της χρήσης κα?θαρότερων καυσίμων. Στον ενεργειακό τομέα εκτός από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που αποδίδονται στην καύση των δια?φόρων καυσίμων, παρατηρούνται και εκλύσεις κυρίως CH4 με τη μορφή διαφυγόντων εκπομπών. Οι σημα?ντικότερες δραστηριότητες που σχετίζονται με τις εκπο?μπές της κατηγορίας αυτής είναι οι διεργασίες εξόρυξης, παραγωγής, επεξεργασίας, αποθήκευσης, μεταφοράς, κλπ. άνθρακα, πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στο πλαί?σιο της παρούσας ανάλυσης η πρόβλεψη της εξέλιξης των διαφυγόντων εκπομπών CH4 γίνεται στη βάση των εκτιμήσεων παραγωγής και διακίνησης στερεών καυσί?μων, πετρελαίου και φυσικού αερίου στο ελληνικό ενερ?γειακό σύστημα με τη χρήση κατάλληλων συντελεστών εκπομπής. Όπως φαίνεται και στον Πίνακα 3.12 οι εκπομπές CH4 σε όρους CO2 eq αυξάνει από 931 kt to 1990 σε 1213 kt το 2010 (αύξηση 30.4) και σε 1326.2 kt το 2020 (αύξηση 42.5%). 3.3.3 Ανάλυση ευαισθησίας Όπως ήδη αναφέρθηκε ο ενεργειακός τομέας αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εκπομπών αερίων του θερμοκη?πίου και ιδιαίτερα CO2. Η εξέλιξη λοιπόν των εκπομπών καθώς και η αποτελεσματικότητα των μέτρων που θα εφαρμοσθούν στον τομέα αυτό αποτελούν ιδιαίτερα ση?μαντικούς παράγοντες που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία του όλου εγχειρήματος περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης εκτιμήθηκε με βάση το μοντέλο EN?664 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) ενέργειας και των συνεπαγόμενων εκπομπών CO2 για την Ελλάδα. Συγκεκριμένα το μοντέλο PRIMES το οποίο πα?ρέχει εκτιμήσεις εξέλιξης των εκπομπών CO2 από τον ενεργειακό τομέα για όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπει ότι οι εν λόγω εκπομπές στην Ελλάδα θα αυξηθούν την περίοδο 1990 - 2010 κατά 52.1%. Η από?κλιση αυτή μεταξύ των δύο ΣΑΕ οφείλεται στους παρα?κάτω λόγους: • Στο ΣΑΕ του μοντέλου PRIMES ενσωματώνονται και οι εκπομπές που προκύπτουν από τις διεθνείς αεροπορι?κές μεταφορές. Αντίθετα, στο ΣΑΕ που διαμορφώθηκε στο ΕNPEP οι εκπομπές αυτές δεν περιλαμβάνονται, αφού στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κυότο για την εκτίμηση των υποχρεώσεων κάθε χώρας δεν προσμε?τρώνται οι διεθνείς αεροπορικές και ναυτιλιακές μεταφο?ρές. • Το μοντέλο PRIMES χρησιμοποιεί για τις εκπομπές CO2από την καύση λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή το συ?ντελεστή της EUROSTAT (99 t CO2/TJ) ενώ στο ΕΝPEP έχει χρησιμοποιηθεί συντελεστής εκπομπής που προσο?μοιάζει καλύτερα τα ελληνικά κοιτάσματα λιγνίτη (122 t CO2/TJ). • Η εναρμόνιση των δύο ΣΑΕ σε σχέση τόσο με το κατά πόσο περιλαμβάνονται στην ανάλυση οι διεθνείς μεταφο?ρές όσο και με το συντελεστή εκπομπής CO2 από την καύ?ση λιγνίτη αμβλύνει σημαντικά τις αποκλίσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, στην περίπτωση αυτή το PRIMES οδηγεί σε αύξηση των εκπομπών CO2 από τον ενεργειακό τομέα κατά 45.8% που είναι πολύ κοντά στα αποτελέσματα που προκύπτουν από το ENPEP. Σε κάθε περίπτωση πάντως οι διαφορές που καταγράφονται ανάμεσα στα δύο μοντέ?λα είναι λογικές και ερμηνεύσιμες, ενώ θα πρέπει να λη?φθεί υπόψη ότι προκύπτουν από δύο υπολογιστικά εργα?λεία διαφορετικής μεθοδολογικής προσέγγισης. 3.4 ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΣΤΟ ΜΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΤΟΜΕΑ 3.4.1 Βιομηχανικές διεργασίες 3.4.1.1 Βιομηχανικές διεργασίες Η εξέλιξη των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από βιομηχανικές διεργασίες εξαρτάται από το επίπεδο δρα?στηριότητας σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλά?δους, που περιλαμβάνουν μονάδες παραγωγής τσιμέ?ντου, ασβέστου, γυαλιού, μη σιδηρούχων μετάλλων, χη?μικών προϊόντων, κ.λπ. Από τις μονάδες παραγωγής μη μεταλλικών ορυκτών (τσιμεντάδικα, ασβεστάδικα, κ.λπ.) εκλύεται κατά κύριο λόγο CO2 ως παραπροϊόν από την παραγωγή clinker, καθώς επίσης κατά τη διάρκεια θέρ?μανσης του ανθρακικού ασβεστίου και του ασβεστόλι?θου. Αντίθετα, κατά την παραγωγή μη σιδηρούχων με?τάλλων και χημικών προϊόντων εκλύονται CO2, N2O και κυ?ρίως ενώσεων φθορίου (f-gases) από συγκεκριμένες παραγωγικές δραστηριότητες (π.χ. πρωτογενής παρα?γωγή αλουμινίου, παραγωγή νιτρικού οξέος, κ.λπ.). Οι βα?σικές παραδοχές που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο της πα?ρούσας ανάλυσης προκειμένου να εκτιμηθεί η μελλοντι?κή εξέλιξη των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από βιομηχανικές διεργασίες συνοψίζονται στα επόμενα: • Σε σχέση με την παραγωγή τσιμέντου θεωρείται ότι αν και δεν θα εγκατασταθεί καινούριος κλίβανος κατά την εξεταζόμενη περίοδο, η παραγωγή των υφιστάμενων μο?νάδων θα προσεγγίσει το μέγιστο δυναμικό τους προκει?μένου να καλυφθούν εγχώριες ανάγκες αλλά και εξαγω?γικές δραστηριότητες. • Όσον αφορά την παραγωγή ασβέστη, θεωρείται ότι η συνολική παραγωγή κατά την περίοδο μελέτης θα αυξά?νει ελαφρά, για να σταθεροποιηθεί προς το τέλος της πε?ριόδου σε ετήσια επίπεδα παραγωγής της τάξης των 450 kt. • Τέλος, όσον αφορά τις εκπομπές αερίων του θερμο?κηπίου από διάφορες δραστηριότητες σε χημικές βιομηχανίες και μονάδες παραγωγής μη σιδηρούχων μετάλ?λων, θεωρείται ότι θα παραμείνουν στα επίπεδα του 2000 καθ’ όλη την περίοδο μελέτης. 3.4.1.2 Χρήση HFCs, PFCs και SF6 Εκπομπές HFCs και PFCs δημιουργούνται κατά την κατασκευή, λειτουργία συντήρηση και τελική διάθεση προϊόντων όπως συσκευές ψύξης και κλιματισμού, συ?στήματα πυροπροστασίας και αντιεκρηκτικά, παραγω?γή αφρώδους μονωτικού, κ.λπ. Η πρόβλεψη των σχετι?κών εκπομπών που παρουσιάζεται στη συνέχεια αφορά μόνο στις συσκευές ψύξης και κλιματισμού καθώς: (α) αποτελούν την πλέον δυναμική κατηγορία προϊόντων και (β) τα διαθέσιμα δεδομένα στις υπόλοιπες κατηγο?ρίες δεν επαρκούν για μία κατά το δυνατόν ασφαλή πρό?βλεψη. Η εξέλιξη των εκπομπών από την παραγωγή/χρήση/τε?λική διάθεση συσκευών ψύξης και κλιματισμού εξαρτάται από τον αριθμό των συσκευών, τις τεχνικές πλήρωσης, συντήρησης και τελικής διάθεσης αυτών, καθώς και από το χρόνο ζωής των συσκευών. Θεωρώντας ότι δεν θα υπάρξει σημαντική διαφοροποίηση των τεχνικών προσ?διοριστικών παραμέτρων, οι υπόλοιπες βασικές παραδοχές που υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυ?σης προκειμένου να εκτιμηθεί η μελλοντική εξέλιξη των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τη χρήση f-gases συνοψίζονται στα επόμενα: • Συσκευές ψύξης στον οικιακό τομέα. Θεωρείται ότι από το 1993 και μετά το ψυκτικό που χρησιμοποιείται εί?ναι το HFC-134a, ενώ ο χρόνος ζωής των ψυγείων είναι ίσος με 15 έτη. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της φαι?νόμενης κατανάλωσης1 ψυγείων για την περίοδο 2000 - 2020 εκτιμάται σε 1,3% ενώ η εγχώρια παραγωγή ψυγεί?ων αυξάνει με μέσο ρυθμό της τάξης του 2,5%. • Συσκευές κλιματισμού στον οικιακό/τριτογενή τομέα. Διακρίνονται τρεις κατηγορίες κλιματιστικών μηχανημά?των (split units και ημικεντρικά συστήματα, ψύκτες και λοι?πές εφαρμογές κεντρικού κλιματισμού) για τις οποίες θε?ωρείται ότι από το 1993 και μετά το ψυκτικό μέσο που χρη?σιμοποιείται ανήκει στα f-gases. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της φαινόμενης κατανάλωσης για την περίοδο 2000 - 2020 εκτιμάται σε 4,4%. • Συσκευές κλιματισμού στα αυτοκίνητα. Θεωρείται ότι από το 1995 και μετά το ψυκτικό που χρησιμοποιείται εί?ναι το HFC-134a, ενώ όλα τα αυτοκίνητα μετά το 2000 θα έχουν κλιματισμό. Ο χρόνος ζωής των κλιματιστικών στα αυτοκίνητα είναι ίσος με 12 έτη. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της φαινόμενης κατανάλωσης για την περίοδο 2000 - 2020 εκτιμάται σε 2,3%. ΦΕΚ 58 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 665 1Φαινόμενη Κατανάλωση = Εγχώρια Παραγωγή + Εισαγωγές - Εξαγωγές χή αύξηση έως το 2020 με μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 2,6% (1990 - 2020). Επισημαίνεται ότι η χρήση των f-gases στην τελική κα?τανάλωση αποτελεί τον πλέον δυναμικό τομέα των εκπο?μπών αερίων του θερμοκηπίου από τις βιομηχανικές διερ?γασίες, καθώς ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησής τους την περίοδο 1995 - 2020 υπολογίζεται σε 18,5% περίπου, ενώ η σχετική συμμετοχή τους στο σύνολο των εκπομπών από τις βιομηχανικές διεργασίες αυξάνει από 1% το 1995 σε 20% το 2010 και 40% το 2020. Οι συνολικές εκπομπές το 2010 ανέρχονται σε 15,9 Μt CO2eq ενώ το 2020 σε 20,8 Μt CO2eq παρουσιάζοντας αύ?ξηση 66% και 117% αντίστοιχα σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Η σημαντική αύξηση των εκπομπών μετά το 2005 οφείλεται κατά κύριο λόγο στην τελική διάθεση των συσκευών με f-gases. 3.4.2 Χρήση διαλυτών και συναφών προϊόντων Οι εκπομπές CO2 από τη χρήση βαφών, την απολίπανση μετάλλων - στεγνό καθάρισμα και λοιπών συναφών δρα?στηριοτήτων ανέρχονται το 1990 σε 177 kt ενώ το 2000 μειώνονται σε 169 kt. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυ?σης εκτιμάται (Διάγραμμα 3.10) ότι οι εκπομπές από τον εν λόγω τομέα θα αυξηθούν το 2010 σε 177 kt (επανέρχο?νται δηλαδή στα επίπεδα του 1990) και το 2020 σε 181 kt (αύξηση σε σχέση με το 1990 κατά 2.6%). 3.4.3 Aπορρίμματα Κατά τη διαμόρφωση του ΣΑΕ έγιναν οι ακόλουθες βα?σικές παραδοχές για την εκτίμηση της εξέλιξης των εκ?πομπών CH4 από τη διαχείριση απορριμμάτων: • Η συνολική πληθυσμιακή εξέλιξη (μόνιμος πληθυ?σμός) κατά την περίοδο 2002 - 2020 είναι αυτή που περι?γράφεται στο Κεφάλαιο 1.3 (Εξέλιξη ενεργειακών κατα?ναλώσεων και εκπομπών στον ενεργειακό τομέα). Ωστό?σο, δεδομένου ότι ο δείκτης ημερήσιας παραγωγής απορριμμάτων ανά κάτοικο διαφοροποιείται μεταξύ αστι?κών, ημιαστικών και αγροτικών περιοχών, ενώ για τον υπολογισμό των παραγόμενων ποσοτήτων απορριμμά?των λαμβάνονται υπόψη και γεωγραφικές ιδιαιτερότητες (π.χ. διαφορετικό κοινωνικό-οικονομικό προφίλ ανά νο?μό), για την κατανομή του συνολικού πληθυσμού τόσο ανά νομό, όσο και μεταξύ των τριών κατηγοριών (δηλ. αστικές, ημιαστικές, αγροτικές) εντός του κάθε νομού, συνεκτιμήθηκαν οι τάσεις που καταγράφονται στις τελευ?ταίες απογραφές πληθυσμού. Σημειώνεται ότι τα μέχρι σήμερα δημοσιευμένα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού του 2001 δεν εμπεριέχουν ξεχωριστά τον αστικό, ημιαστικό και αγροτικό πληθυσμό ανά νομό, αλλά μόνο τον συνολικό πληθυσμό του νομού. • Σε ότι αφορά στον εποχιακό πληθυσμό (αλλοδαποί τουρίστες), θεωρήθηκε ένας μέσος ετήσιος ρυθμός αύ?ξησης των διανυκτερεύσεων κατά 1.3% κατά την περίοδο 2001 - 2010 και 0.7% κατά την περίοδο 2010 - 2020. Οι δια?νυκτερεύσεις αυξάνονται συνολικά κατά 23% την περίο?δο 2000 - 2020, ενώ η συνολική αύξηση των διανυκτερεύ?σεων κατά την περίοδο 1990 - 2000 (σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ) ήταν 28%. • Ο δείκτης ημερήσιας παραγωγής απορριμμάτων ανά κάτοικο (μόνιμος πληθυσμός) κατά την περίοδο 2001 - 2020 αυξάνεται με ρυθμό αντίστοιχο της τελευταίας δε?καετίας. Όπως σημειώθηκε παραπάνω, για την εκτίμηση των υφιστάμενων εκπομπών ο δείκτης αυτός διαφορο?ποιήθηκε μεταξύ αστικών, ημιαστικών και αγροτικών πε?ριοχών, ενώ σε ορισμένους νομούς θεωρήθηκαν μικρές αποκλίσεις από τον επιμέρους γενικό δείκτη κάθε κατη?γορίας (δηλ. αστικές, ημιαστικές, αγροτικές) λόγω γεω?γραφικών ιδιαιτεροτήτων. Έτσι, στο ΣΑΕ ο μέσος δείκτης ημερήσιας παραγωγής απορριμμάτων ανά κάτοικο εξε?λίσσεται ως εξής: - Αστικές περιοχές. 1990: 0.9 kg/κάτοικο ? ημέρα, 2001: 1.15 kg/κάτοικο ? ημέρα, 2010: 1.45 kg/κάτοικο ? ημέρα, 1.75 kg/κάτοικο ? ημέρα. - Ημιαστικές περιοχές. 1990: 0.78 kg/κάτοικο ? ημέρα, 2001: 1.08 kg/κάτοικο ? ημέρα, 2010: 1.37 kg/κάτοικο ? ημέρα, 1.68 kg/κάτοικο ? ημέρα. - Αγροτικές περιοχές. 1990: 0.64 kg/κάτοικο ? ημέρα, 2001: 0.93 kg/κάτοικο ? ημέρα, 2010: 1.2 kg/κάτοικο ? ημέ?ρα, 1. 5 kg/κάτοικο ? ημέρα. Ο δείκτης ημερήσιας παραγωγής απορριμμάτων ανά άτομο για τον εποχιακό πληθυσμό (τουρίστες) κατά την περίοδο 2001 - 2020 διατηρήθηκε σταθερός στα επίπεδα του 2001. Με βάση τις παραδοχές που προαναφέρθηκαν για την πληθυσμιακή εξέλιξη και την εξέλιξη του δείκτη ημερή?σιας παραγωγής ανά κάτοικο, η συνολική ποσότητα των παραγόμενων απορριμμάτων στη χώρα το 2010 εκτιμήθη?κε σε περίπου 6 εκατομμύρια τόννους, ενώ το 2020 σε 7.5 εκατομμύρια τόννους. Το 2001, η ποσότητα των παραγό?μενων απορριμμάτων εκτιμήθηκε σε 4.5 εκατομμύρια τόν?νους, (αποτέλεσμα που συμπίπτει με τις αντίστοιχες εκτι?μήσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ). Σημειώνεται ότι τα αποτελέσματα από την εφαρμογή της μεθοδολογίας για προηγούμενα έτη επίσης συμπίπτουν με τις αντίστοιχες εκτιμήσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ (υπήρχαν διαθέσιμες εκτιμήσεις για τα έτη 1987, 1995 και 1997), τόσο όσον αφορά στη συνολική πο?σότητα των παραγόμενων απορριμμάτων (3, 3.6 και 3.9 εκατομμύρια τόννοι αντιστοίχως), όσο και στις ποσότητες των παραγόμενων απορριμμάτων ανά περιφέρεια. Έτσι, η μέση ετήσια αύξηση για την περίοδο 2001-2010 εκτιμάται σε 3% και για την περίοδο 2010-2020 σε 2.3%, σε σύγκρι?ση με 3.8% για την περίοδο 1997-2001. • Σε ότι αφορά στην εκτίμηση της ποιοτικής σύστασης των παραγόμενων απορριμμάτων, ως βάση λαμβάνεται η σύσταση των παραγόμενων απορριμμάτων που αναφέ?ρεται στον Εθνικό Σχεδιασμό του ΥΠΕΧΩΔΕ (1997), ενώ για την περίοδο 1997 - 2020 έγινε η παραδοχή ότι το κλά?σμα των ζυμώσιμων μειώνονται με σταθερό ρυθμό 0.3% ετησίως, ενώ το ποσοστό των υλικών συσκευασίας (χαρ?τί, πλαστικό) αυξάνεται με σταθερό ρυθμό 0.2% ετησίως. Η σύνθεση των παραγόμενων απορριμμάτων που προκύ?πτει με βάση τις παραπάνω παραδοχές παρουσιάζεται στον πίνακα 3.13. • Σε ότι αφορά στην ανακύκλωση, θεωρήθηκε καταρχήν μια πολύ μικρή αύξηση της ποσότητας των ανακυκλώ?μενων υλικών (τα οποία ανέρχονταν σε περίπου 333.000 τόννους το 2001 επί συνόλου 4.750.000 τόννων, όπου δεν συμπεριλαμβάνονται οι ποσότητες των ανακτώμενων ζυ?μώσιμων, ή αλλιώς ποσοστό ανακύκλωσης της τάξης του 7%) κατά την περίοδο 2001 - 2020. Ετσι, χωρίς την εφαρ?μογή άλλου μέτρου εφόσον πρόκειται για ΣΑΕ και δεδο?μένου του υψηλού ρυθμού αύξησης των παραγόμενων απορριμμάτων, το ποσοστό ανακύκλωσης μειώνεται σε 666 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) των παραγόμενων βιοαποδομήσιμων υλικών κατά το

1995.

Λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμηθείσες παραγόμε?νες ποσότητες απορριμμάτων για το 1995, προκύπτει ότι η ποσότητα των βιοαποδομήσιμων υλικών που θα οδηγεί?ται προς ταφή το 2006 θα πρέπει να μην ξεπερνά τους 1.8 εκατομμύρια τόννους, το 2009 τους 1.2 εκατομμύρια τόν?νους και το 2016 τους 0.85 εκατομμύρια τόννους (σε σύ?γκριση με περίπου 2 εκατομμύρια τόννους το 2001). Για την περίοδο μετά το 2016, θεωρήθηκε ότι η ποσότητα των ζυμώσιμων που θα ανακτάται θα παραμείνει σταθερή στα επίπεδα του 2016 (καθώς η Οδηγία δεν θέτει σχετικό πε?ριορισμό για την περίοδο αυτή). Με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές, η συνολική ποσότητα των παραγόμενων απορριμμάτων και η ποσό?τητα των απορριμμάτων που οδηγείται προς ταφή πα?ρουσιάζεται στο Διάγραμμα 3.11. • Προκειμένου να εκτιμηθεί η εξέλιξη της ποσότητας των απορριμμάτων που θα οδηγούνται σε οργανωμένους χώρους διάθεσης κατά την περίοδο 2002 - 2020, λαμβά?νεται υπόψη ο προγραμματισμός του ΥΠΕΧΩΔΕ για την κατασκευή νέων χώρων υγειονομικής ταφής απορριμμά?των (ΧΥΤΑ) ανά νομό και το αναγγελθέν χρονοδιάγραμμα υλοποίησής του. Σύμφωνα με τον προγραμματισμό αυ?τόν προκύπτει η κατανομή της συνολικής ποσότητας των απορριμμάτων που οδηγούνται προς ταφή κατά την πε?ρίοδο 1990 - 2020, όπως αυτή απεικονίζεται στο Διά?γραμμα 3.12 του Παραρτήματος Γ΄. Για την εκτίμηση των εκπομπών μεθανίου από τη διαχεί?ριση των απορριμμάτων ακολουθήθηκε η «μεθοδολογία αναφοράς» (default methodology) του ΙPCC. H εφαρμογή της μεθοδολογίας αυτής, σε συνδυασμό με τις προανα?φερθείσες παραδοχές, οδηγεί στην εκτίμηση εκπομπών CH4 από τη διαχείριση των στερεών απορριμμάτων που παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 3.13. Προκειμένου να κα?ταστεί σαφής η σημασία της εφαρμογής της Οδηγίας 99/31 στην εξέλιξη των εκπομπών, στο διάγραμμα αυτό παρουσιάζονται και οι εκπομπές μεθανίου στην περίπτω?ση που δεν υπήρχε η Οδηγία 99/31. Οι εκπομπές CH4 παρουσιάζουν μείωση κατά περίπου 12% το 2010 (2500 kt CO2-equiv.) σε σχέση με το 1990 (2800 kt CO2-equiv.), ενώ σημειώνεται αύξηση των εκπο?μπών κατά 33% το 2020 (3740 kt CO2-equiv.) σε σχέση με το 1990. Η διαφοροποίηση της τάσης μετά το 2016 οφεί?λεται στο γεγονός ότι η ποσότητα των βιοαποδομήσιμων που ανακτάται από το 2017 και μετά παραμένει σταθερή στα επίπεδα του 2016 (και, δεδομένου ότι η συνολική πο?σότητα των παραγόμενων απορριμμάτων αυξάνεται, η ποσότητα των βιοαποδομήσιμων που τελικά οδηγείται προς ταφή παρουσιάζει αύξηση από το 2017 και μετά, με αντίστοιχη αύξηση των εκπομπών μεθανίου). Από το Διάγραμμα 3.13 προκύπτει ότι η έγκαιρη και συ?νεπής εφαρμογή της Οδηγίας 99/31 για την υγειονομική ταφή των απορριμμάτων αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συγκράτηση των εκπομπών μεθανίου από τη διαχεί?ριση απορριμμάτων στο ΣΑΕ. Απόκλιση από τις απαιτή?σεις της Οδηγίας αυτής θα έχει ως αποτέλεσμα τη σημα?ντική αύξηση των εκπομπών από τον τομέα αυτόν, με ση?μαντική επίδραση στο εθνικό σύνολο εκπομπών. Σημειώ?νεται τέλος ότι η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ΣΑΕ κα?θώς η εφαρμογή της είναι υποχρεωτική, ενώ το ΥΠΕΧΩΔΕ έχει εκπονήσει ειδική μελέτη σχετικά με τις απαιτήσεις σε εγκαταστάσεις μηχανικής διαλογής και κομποστοποίη?σης με βάση τις απαιτήσεις της Οδηγίας αυτής. 3.4.4 Υγρά αστικά απόβλητα Οι εκπομπές CH4 από την επεξεργασία των υγρών απο?βλήτων οφείλονται στο ποσοστό των αποβλήτων με ανα?ερόβια επεξεργασία. Κατά τη διαμόρφωση του ΣΑΕ έγι?ναν οι ακόλουθες βασικές παραδοχές για την εκτίμηση της εξέλιξης των εκπομπών CH4: • Η συνολική πληθυσμιακή εξέλιξη (μόνιμος πληθυ?σμός) κατά την περίοδο 2002 - 2020 είναι αυτή που περι?γράφεται στο Κεφάλαιο 1.3 (Εξέλιξη ενεργειακών κατα?ναλώσεων και εκπομπών στον ενεργειακό τομέα). Σε ότι αφορά στην εξέλιξη του εποχιακού πληθυσμού (αλλο?δαποί τουρίστες), θεωρήθηκε ο ίδιος ρυθμός αύξησης των διανυκτερεύσεων με αυτόν στην περίπτωση των απορριμμάτων. • O δείκτης BOD θεωρήθηκε ίσος με 0.05 kg BOD/ κά?τοικο ? ημέρα (τιμή αναφοράς για την Ευρώπη, σύμφωνα με το IPCC). • Για την εκτίμηση του ποσοστού των αστικών αποβλή?των που οδηγούνται σε εγκαταστάσεις αερόβιας επεξερ?γασίας κατά την περίοδο 2001 - 2020, λαμβάνονται υπό?ψη οι σχετικές εκτιμήσεις του ΥΠΕΧΩΔΕ («Πρόγραμμα βιολογικών καθαρισμών για την προστασία του περιβάλ?λοντος και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής», Αθήνα, Μάιος 2000). Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αυτές, το ποσο?στό του εξυπηρετούμενου πληθυσμού ανέρχεται σε περί?που 32% το 1999, 75% το 2001 - 2002 και 95% το 2006. Από το 2007 και μετά θεωρήθηκε ότι το ποσοστό αυτό παρα?μένει σταθερό στα επίπεδα του 2006 (θεωρώντας ότι ένα πολύ μικρό ποσοστό του πληθυσμού θα εξακολουθήσει να χρησιμοποιεί αναερόβια συστήματα επεξεργασίας λό?γω αδυναμίας σύνδεσης του συνόλου των οικισμών της χώρας με μονάδες αερόβιας επεξεργασίας αποβλήτων). Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, οι εκπομπές CH4 από τη διαχείριση των υγρών αστικών αποβλήτων παρου?σιάζονται στο Διάγραμμα 3.14. Σε σχέση με το 1990 (938 ktn CO2-equiv.), oι εκπομπές στο ΣΑΕ μειώνονται κατά 88% το 2005 (115.1 ktn CO2-equiv.) και κατά 94% το 2010 και 2020. 3.4.5 Γεωργία Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου στη γεωργία προέρχονται από τη διαχείριση ζωικών αποβλήτων, τις εντερικές ζυμώσεις των ζώων, τη χρήση συνθετικών αζω?τούχων λιπασμάτων, την καύση γεωργικών υπολειμμά?των και τα γεωργικά εδάφη (κατά τη διαδικασία της νι?τροποίησης/nitrification - απονιτροποίηση/denitrification, που λαμβάνει χώρα στο έδαφος μέσω της δράσης των μι?κροοργανισμών που περιέχονται σε αυτό). Προσδιοριστι?κές παράμετροι της εξέλιξης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στη γεωργία είναι ο αριθμός των ζώων, το ύψος της παραγωγής γεωργικών προϊόντων και η κατα?νάλωση συνθετικών αζωτούχων λιπασμάτων. Για τη διαμόρφωση του ΣΑΕ έγιναν οι ακόλουθες παρα?δοχές: • Σε ό,τι αφορά στην εξέλιξη των γεωργικών εκτάσεων ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 667 (δενδρώδεις καλλιέργειες και ρύζι, με μέση ετήσια αύξη?ση κατά την περίοδο 2001 - 2020 της τάξης του 0.4% και 2%), ενώ οι εκτάσεις των υπόλοιπων καλλιεργειών (αρο?τραίες, λαχανικά, κτηνοτροφικά φυτά) θα μειωθούν με μέ?σο ετήσιο ρυθμό μείωσης που κυμαίνεται από 0.4% - 1.7% (ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας). Η συνολική καλ?λιεργούμενη έκταση κατά την περίοδο 2001-2020 μειώνε?ται συνολικά κατά 3.8% (η συνολική μείωση κατά την πε?ρίοδο 1990-2000 ήταν 1.6%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΣΥΕ). • Σε ό,τι αφορά στην παραγωγή των γεωργικών προϊό?ντων (μέσω της οποίας υπολογίζονται οι ποσότητες των παραγόμενων γεωργικών υπολειμμάτων και στη συνέχεια, μέσω των τελευταίων, οι εκπομπές υποξειδίου του αζώτου από τα γεωργικά εδάφη και οι εκπομπές υποξει?δίου του αζώτου και μεθανίου από την καύση των γεωργι?κών υπολειμμάτων), θεωρήθηκε μία εξέλιξη του δείκτη παραγωγικότητας (kg παραγόμενου προϊόντος ανά εκτά?ριο) ανάλογη με αυτήν της τελευταίας δεκαετίας. Με βά?ση την εξέλιξη του δείκτη αυτού ανά καλλιεργούμενο εί?δος και την πρόβλεψη των εκτάσεων ανά είδος (βλ. πα?ραδοχή παραπάνω), υπολογίζεται η γεωργική παραγωγή ανά είδος για την περίοδο 2001 - 2020. • Σε ό,τι αφορά στην εξέλιξη του ζωικού κεφαλαίου κα?τά την περίοδο 2001 - 2020, οι μελλοντικές εκτιμήσεις βα?σίστηκαν επίσης στις τάσεις που παρατηρήθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία. Aύξηση του αριθμού των ζώων θεωρήθηκε για τα αιγοπρόβατα και πουλερικά (μέση ετή?σια αύξηση κατά την περίοδο 2001 - 2020 της τάξης του 0.3% - 0.4%), ο αριθμός των χοίρων διατηρήθηκε περίπου σταθερός στα επίπεδα του 2000, ενώ μείωση θεωρήθηκε για τα βοοειδή (μέσος ετήσιος ρυθμός μείωσης της τάξης του 1.8% κατά την περίοδο 2001 - 2020). • Η κατανομή των ζωικών αποβλήτων ανά σύστημα επε?ξεργασίας (αναερόβια, υγρή, αποθήκευση και διάθεση στο έδαφος κ.λπ.) διατηρήθηκε ίδια με αυτήν της περιό?δου 1990 - 2000. • Το ποσοστό των γεωργικών υπολειμμάτων που καίγε?ται στον αγρό θεωρείται ότι παραμένει στα επίπεδα της περιόδου 1990 - 2000 (δηλ. της τάξης του 25%). • Σε ό,τι αφορά στην κατανάλωση συνθετικών αζωτούχων λιπασμάτων, έγινε η παραδοχή ότι κατά την περίοδο 2001 - 2020 θα συνεχιστεί η μείωση της χρήσης τους, που παρατηρήθηκε κατά την περίοδο 1990 - 2000. ΄Ετσι, ο μέ?σος ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής ποσότη?τας αζώτου που αποτίθεται στο έδαφος μέσω της χρήσης συνθετικών αζωτούχων λιπασμάτων ανέρχεται σε 1.4% κατά την περίοδο 2001 - 2020, ενώ η ποσότητα αζώτου που αποτίθεται στο έδαφος εμφανίζεται μειωμένη κατά 36% το 2020 σε σύγκριση με το 2000. Οι εκπομπές των αερίων του θερμοκηπίου από τη γε?ωργία υπολογίζονται με εφαρμογή της μεθοδολογίας του ΙPCC, σε συνδυασμό με τις παραδοχές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Οι εκπομπές Ν2Ο και CH4 για την περίoδο 1990 - 2020, εκφρασμένα σε ισοδύναμους τόννους διο?ξειδίου του άνθρακα, παρουσιάζονται στα Διαγράμματα 3.15 και 3.16 αντιστοίχως. Οι εκπομπές N2O κατά την περίοδο 2000 - 2020 μειώνο?νται, με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 0.6% και η συνολική μείωση σε σχέση με το 1990 είναι περίπου 11% το 2010 και 13% το 2020. Το 95% περίπου των εκπομπών N2O προέρχεται από τα γεωργικά εδάφη. Οι εκπομπές CH4 κατά την περίοδο 2000 - 2020 μειώνο?νται ελαφρώς, με ένα μέσο ετήσιο ρυθμό της τάξης του 0.02% και η συνολική μείωση σε σχέση με το 1990 είναι πε?ρίπου 1.4% το 2010 και 2% το 2020. Το 81% των εκπομπών CH4 προέρχεται από τις εντερικές ζυμώσεις. Σε ό,τι αφορά στις συνολικές εκπομπές αερίων του θερ?μοκηπίου από τη γεωργία, αυτές σημειώνουν συνολική μείωση κατά 7.5% το 2010 (περίπου 9670 ktn) και 9.4% το 2020 (9470 ktn) σε σύγκριση με το 1990 (περίπου 10450 ktn). Οι εκπομπές από τα γεωργικά εδάφη και τις εντερι?κές ζυμώσεις των ζώων αποτελούν περίπου το 60% και 30% των συνολικών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από τον τομέα αντιστοίχως. 3.4.6 Αλλαγές στη χρήση γης και δασοπονία Οι πλέον σημαντικές δραστηριότητες της κατηγορίας αυτής που αποτελούν πηγές εκπομπής κυρίως διοξειδίου του άνθρακα αλλά και άλλων αερίων του θερμοκηπίου εί?ναι: • Οι αλλαγές του ξυλαποθέματος, της δομής και σύν?θεσης των δασών και άλλων δασικών εκτάσεων. • Οι μετατροπές δασών, δασικών εκτάσεων και χορτο?λίβαδων. • Η εγκατάλειψη καλλιεργούμενων εδαφών. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι κάποιες από τις δραστηριό?τητες αυτές είναι πηγές εκπομπών αερίων του θερμοκη?πίου ενώ κάποιες άλλες λειτουργούν ως καταβόθρες σύμφωνα με το τελικό κείμενο των τεχνικών λεπτομερει?ών που εγκρίθηκε στο Μαρακές το Νοέμβριο του 2001. Η εκτίμηση της εξέλιξης των εκπομπών/ απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου από δραστηριότητες που σχετί?ζονται με τις αλλαγές στη χρήση γης και τη δασοπονία εί?ναι αρκετά δύσκολη και παρουσιάζει σημαντικό βαθμό αβεβαιότητας. Για την Ελλάδα η αβεβαιότητα επιτείνεται εξ αιτίας της έλλειψης ειδικών στοιχείων αλλά και των κε?νών στη χρονική εξέλιξη των. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης η εκτίμηση εξέλιξης των εκπομπών (Διάγραμ?μα 3.16) από τις δραστηριότητες αυτές έγινε στη βάση ιστορικών στοιχείων ενώ λήφθησαν υπόψη σχετικά απαι?σιόδοξα σενάρια εξέλιξης των πυρκαγιών στον ελλαδικό χώρο. Συγκεκριμένα θεωρήθηκε ότι την επόμενη εικοσα?ετία οι δασικές πυρκαγιές θα καταστρέφουν αριθμό εκτα?ρίων ίσο με το μέσο όρο των τελευταίων 10 ετών προσαυ?ξημένο κατά μία τυπική απόκλιση. 3.5 ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΕΚΠΟΜΠΩΝ ΑΕΡΙΩΝ ΤΟΥ ΘΕΡΜΟΚΗΠΙΟΥ Τα συνολικά αποτελέσματα της πρόβλεψης των εκπο?μπών των αερίων του θερμοκηπίου για την περίοδο 2000 - 2020 παρουσιάζονται στους Πίνακες 3.14 και 3.15. Στο πλαίσιο του Πρωτοκόλλου του Κυότο οι εκπομπές βάσης της χώρας (εκπομπές 1990 για τα αέρια CO2, CH4 και Ν2Ο και 1995 για τα f-gases) ανέρχονται σε 108.4 Μt CO2eq. Η συνολική αύξηση των εκπομπών σε σχέση με το έτος βά?σης (σε kt CO2-equiv) είναι + 35.8% το 2010 και + 56.4% το 2020. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των εκπομπών την περίοδο 2000 - 2020 εκτιμάται σε 1.2%. Ο ενεργειακός τομέας αποτελεί τη βασική πηγή εκπομπών με ποσοστό συμμετοχής γύρω στο 76 - 79% καθ’ όλη την περίοδο με?λέτης. 668 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) εκπομπών στο οποίο θα προσδιορίζονται άμεσοι αλλά και μακροπρόθεσμοι στόχοι. Όπως είναι φανερό, η διαμόρ?φωση ενός τέτοιου προγράμματος θα πρέπει να δίνει ιδι?αίτερη έμφαση στον τομέα της ενέργειας που αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4. Εκτίμηση δυναμικού μέτρων περιορισμού

των εκπομπών 4.1 ΓΕΝΙΚΑ Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του ΣΑΕ για την Ελλάδα, αναμένεται σημαντική αύξηση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου για την περίοδο 2000 - 2020 (Πίνακας 4.1). Συγκεκριμένα: • Η συνολική αύξηση των εκπομπών σε σχέση με το 1990 (σε kt CO2-eq) είναι + 35.8% το 2010 και + 56.4% το

2020.

Ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των εκπομπών όλη την περίοδο 2000 - 2020 εκτιμάται σε 1.2%. • Ο ενεργειακός τομέας αποτελεί τη βασική πηγή εκ?πομπών με ποσοστό συμμετοχής που αυξάνει από 76% το 1990 σε 79% το 2010 και το 2020. Λαμβάνοντας υπόψη την αναμενόμενη σημαντική αύξη?ση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ιδιαίτερα στον ενεργειακό τομέα, είναι αναγκαίος ο σχεδιασμός και η υλοποίηση ενός συνολικού προγράμματος περιορισμού των εκπομπών με στόχο τον περιορισμό της αύξησης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την εκπλήρωση των στόχων που τίθενται από το Πρωτόκολλο του Κυότο. Στις επόμενες παραγράφους παρουσιάζεται αναλυτι?κότερα μια σειρά μέτρων που στοχεύουν στον περιορι?σμό των εκπομπών αυτών και γίνεται εκτίμηση του δυνα?μικού τους. 4.2 ΔΥΝΑΤΕΣ ΕΠΕΜΒΑΣΕΙΣ ΜΕΙΩΣΗΣ ΕΚΠΟΜΠΩΝ Η επιλογή των μέτρων που παρουσιάζονται στη συνέχεια έγινε με κριτήρια (α) την τεχνολογική και εμπορική ωριμότητα των διαθέσιμων τεχνολογιών ώστε να είναι δυ?νατή η άμεση προώθησή τους, (β) την άμεση και μετρήσι?μη απόδοσή τους ως προς τη μείωση των εκπομπών αε?ρίων του θερμοκηπίου και (γ) τα ιδιαίτερα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας. Έτσι, ζητήματα που αναφέρονται στην ενημέρωση του κοινού σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος, την αναγκαιότητα της εξοικονόμησης ενέργειας, της προώ?θησης των ΑΠΕ, του ελέγχου των μετακινήσεων κτλ., κα?θώς και στην τροποποίηση των εκπαιδευτικών προγραμ?μάτων σε όλες τις βαθμίδες δεν εξετάζονται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η προώθηση σχετικών δράσεων δεν απο?τελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχή εφαρμογή των μέτρων. Για την εκτίμηση του δυναμικού μείωσης των εκπομπών εξετάστηκαν πιθανά μέτρα κυρίως στον ενεργειακό το?μέα καθώς και στους τομείς των απορριμμάτων, της γε?ωργίας και των βιομηχανικών διεργασιών. Ειδικότερα για τον ενεργειακό τομέα, εξετάστηκαν οι δυνατότητες εξοι?κονόμησης και υποκατάστασης καυσίμων στους ακόλου?θους τομείς: • Οικιακός και τριτογενής τομέας • Μεταφορές • Βιομηχανία • Ηλεκτροπαραγωγή Στη συνέχεια (παρ. 4.2.1 - 4.2.7) παρουσιάζονται ανα?λυτικά τα μέτρα που εξετάστηκαν, ενώ στην παράγραφο 4.3 δίνονται συγκεντρωτικά τα αποτελέσματα των διαφό?ρων μέτρων όσον αφορά στο ενεργειακό όφελος, στη μεί?ωση των εκπομπών και στη σύγκρισή τους με τις εκπο?μπές του ΣΑΕ για τα έτη 2005 και 2010 και του έτους βά?σης (1990). Επισημαίνεται ότι η ανάλυση του δυναμικού μείωσης των εκπομπών που παρουσιάζεται στις επόμενες παρα?γράφους βασίζεται στην ανεξάρτητη θεώρηση κάθε μέ?τρου λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά του υπό εξέταση συστήματος, τους συντελεστές εκπομπής που έχουν προσδιοριστεί, και υιοθετώντας κατά το δυνατόν τεχνικά εφικτούς βαθμούς διείσδυσης. Οι αλληλεπιδρά?σεις μεταξύ των μέτρων, και οι συνολικές μειώσεις εκπο?μπών αερίων του θερμοκηπίου που είναι δυνατόν να επι?τευχθούν λόγω και της υιοθέτησης ρεαλιστικότερων βαθ?μών υλοποίησης των σχεδιαζόμενων παρεμβάσεων, παρουσιάζονται στο τέλος του παρόντος Κεφαλαίου. 4.2.1 Οικιακός και Τριτογενής τομέας Η κατανάλωση ενέργειας στον οικιακό και τριτογενή το?μέα αναμένεται να παρουσιάσει σημαντική αύξηση (περί?που 1% ετησίως για τον οικιακό και 4,7% ετησίως για τον τριτογενή τομέα για την περίοδο 2000 - 2020). Η μεγάλη αύξηση στον τριτογενή τομέα αποδίδεται, κατά κύριο λό?γο, στη μεγάλη ανάπτυξη των κλάδων των υπηρεσιών, του εμπορίου και του τουρισμού. Αντίστοιχα, σημαντική είναι η συμβολή αυτών των τομέων στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, η οποία υπερβαίνει το 2010 το 70% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Η μεγάλη ηλικία των κτιρίων, ο χαμηλός βαθμός διείσ?δυσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (ΑΠΕ), ο χαμη?λός βαθμός απόδοσης των ενεργειακών συσκευών που χρησιμοποιούνται και η μη ορθολογική ενεργειακή συ?μπεριφορά, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ένα σημαντικό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας και μείω?σης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Στη συνέχεια παρουσιάζεται το δυναμικό εξοικονόμησης ενέργει?ας (με διάκριση σε θερμική και ηλεκτρική) και μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (σε όρους CO2equiv) για κάθε τομέα σε σχέση με το ΣΑΕ. Οι βασικοί άξονες παρέμβασης που εξετάστηκαν είναι:

1.

Κέλυφος υφιστάμενων κτιρίων. Οι θερμικές απώλειες του κελύφους των κτιρίων καθορίζουν την κατανάλωση ενέργειας για τη διατήρηση των επιθυμητών συνθηκών άνεσης μέσα σε αυτό. Η μεγάλη ηλικία των κτιρίων κατοι?κίας συνεπάγονται την ύπαρξη μεγάλου αριθμού κτιρίων με κακή έως μέτρια θερμική συμπεριφορά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την υψηλή κατανάλωση ενέργειας για τη δια?τήρηση των επιθυμητών συνθηκών άνεσης ή το χαμηλό επίπεδο συνθηκών άνεσης. Τα μέτρα που εξετάστηκαν είναι: • Βελτίωση θερμικής συμπεριφοράς κτιρίων οικιακού τομέα (Μέτρο ΟΤ1). Το μέτρο αφορά στη μόνωση ορο?φής σε κτίρια με έτος κατασκευής πριν το 1979 (αμόνωτα κτίρια). Συγκεκριμένα η εφαρμογή του μέτρου στο χρονι?κό ορίζοντα του 2010 αφορά στη μόνωση του 6% των αμό?νωτων κτιρίων που διαθέτουν κεντρική θέρμανση και του 16% των αμόνωτων κτιρίων που δεν διαθέτουν κεντρική θέρμανση. Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα απο?φέρει το 2010 30 ktoe θερμικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 95 ktn CO2-equiv. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 669 (γραφεία, καταστήματα κτλ), και κυμαίνεται από 20% έως 50% ανά κτίριο. Ο βαθμός διείσδυσης διαφοροποιείται ανάλογα με το είδος της χρήσης και ορίζεται για το 2010 στο 5% των αμόνωτων κτιρίων του εμπορικού τομέα και στο 9% των αμόνωτων κτιρίων του δημόσιου τομέα. Εκτι?μάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αποφέρει 2 ktoe θερ?μικό όφελος και 1 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 11 ktn CO2-equiv.

2.

Ενεργειακός εξοπλισμός θέρμανσης και δροσισμού. Η κατανάλωση ενέργειας για κεντρική θέρμανση αποτε?λεί ένα σημαντικό μέρος της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στον οικιακό και τριτογενή τομέα. Η κατανάλω?ση αυτή εξαρτάται τόσο από το επίπεδο θερμομόνωσης του κτιρίου, όσο και από τα χαρακτηριστικά του συστή?ματος λέβητας - καυστήρας. Σε πολλές περιπτώσεις και ειδικά σε κτίρια με ελλιπή συντήρηση, ο βαθμός απόδο?σης των συστημάτων κεντρικής θέρμανσης είναι πολύ χα?μηλός. Ταυτόχρονα, η κατανάλωση ενέργειας για κλιματισμό (ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών) αυξάνεται διε?θνώς. Η αυξητική αυτή τάση αναμένεται να συνεχισθεί τα επόμενα χρόνια ως αποτέλεσμα της βελτίωσης του βιοτι?κού επιπέδου που συνεπάγεται την αύξηση του επιπέδου των συνθηκών άνεσης αλλά και της χρήσης περισσότε?ρων μηχανημάτων/ συσκευών. Η αυξημένη αυτή κατανά?λωση συνεισφέρει όχι μόνο στην αύξηση των εκπομπών αλλά και στη δημιουργία προβλημάτων στο ηλεκτρικό δί?κτυο, καθώς συμπίπτει με τη ζώνη του φορτίου αιχμής του συστήματος. Επιπλέον, η ραγδαία αύξηση της ζήτησης αυτών των συστημάτων οδήγησε, σε πολλές περιπτώσεις σε εγκαταστάσεις συστημάτων χωρίς μελέτη εγκατάστα?σης ή έστω κάποιους γενικούς κανόνες διαστασιολόγη?σης και τοποθέτησης. Τα μέτρα που εξετάστηκαν είναι: • Συντήρηση λεβήτων κεντρικής θέρμανσης (Μέτρο ΟΤ3). Η συντήρηση των εγκαταστάσεων κεντρικής θέρ?μανσης σε ετήσια βάση (κατά την έναρξη της περιόδου θέρμανσης), μπορεί να οδηγήσει σε βελτίωση του βαθ?μού απόδοσης, μέχρι και 10%, ανάλογα με τη κατάσταση του λέβητα πριν την πραγματοποίηση της συντήρησης. Ο βαθμός διείσδυσης καθορίζεται για το 2010 στο 49% των υφιστάμενων εγκαταστάσεων του οικιακού τομέα, ενώ στον τριτογενή τομέα η διείσδυση αυτή προσεγγίζει το 7% των εγκαταστάσεων σε κτίρια γραφείων, το 16% σε ξε?νοδοχεία, το 3% σε εγκαταστάσεις του εμπορικού τομέα και το 26% στα δημόσια κτίρια. Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αποφέρει 41 ktoe θερμικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 130 ktn CO2-equiv. • Αντικατάσταση λεβήτων κεντρικής θέρμανσης (Μέ?τρο ΟΤ4). Εξετάζεται η αντικατάσταση εγκαταστάσεων μεγάλης ηλικίας (όπου βελτιωτικές παρεμβάσεις δεν έχουν σημαντικά αποτελέσματα) με νέους υψηλού βαθ?μού απόδοσης. Ο βαθμός διείσδυσης ορίζεται στο 5% των υφιστάμενων το 2010 εγκαταστάσεων κεντρικής θέρ?μανσης για τον οικιακό τομέα, ενώ οι αντίστοιχοι βαθμοί διείσδυσης στον τριτογενή τομέα καθορίζονται ως εξής: γραφεία 2%, ξενοδοχεία 4%, εμπόριο 1% και δημόσιος τομέας 6%. Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα απο?φέρει το 2010 19 ktoe θερμικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 61 ktn CO2-equiv. • Σκιασμός, ανεμιστήρες οροφής, νυχτερινός αερισμός (Μέτρο ΟΤ5). Εκτιμάται ότι με τη χρήση κατάλληλων τεχνι?κών ηλιοπροστασίας (π.χ. ανοιχτόχρωμα εξωτερικά επιχρίσματα, εγκατάσταση τεντών κτλ.) είναι δυνατή η μείωση του ψυκτικού φορτίου ενός κτιρίου κατά 30%. Το μέτρο εφαρμόζεται στον τριτογενή τομέα και πιο συγκεκριμένα σε κτίρια του δημόσιου τομέα (30% διείσδυση), σε ξενοδοχεία (20% διείσδυση) και στα λοιπά κτίρια του τριτογενή το?μέα (10% διείσδυση). Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αποφέρει 5 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 57 ktn CO2-equiv. • Χρήση αποδοτικότερων συσκευών κλιματισμού (Μέ?τρο ΟΤ6). Η εξοικονόμηση ενέργειας ανά συσκευή εκτι?μάται σε 20% περίπου δεδομένου ότι στην αγορά κυκλο?φορούν ήδη συσκευές με κατανάλωση μικρότερη από το μέσο όρο σε ποσοστό από 10% έως 30%. Η χρήση των νέ?ων μονάδων υψηλής απόδοσης προσδιορίζεται για το 2010 στο 18% των εγκατεστημένων μονάδων στον οικια?κό τομέα, ενώ οι αντίστοιχες διεισδύσεις στον τριτογενή τομέα προσδιορίζονται σε: γραφεία 8%, ξενοδοχεία 9%, εμπόριο 5%, δημόσιος τομέας 7%. Εκτιμάται ότι η εφαρ?μογή του μέτρου θα αποφέρει 11 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 116 ktn CO2equiv.

3.

Ηλεκτρικές συσκευές και φωτισμός. Η αύξηση του βιοτικού επιπέδου είχε ως αποτέλεσμα τη χρήση περισ?σότερων ηλεκτρικών συσκευών στον οικιακό τομέα, κάτι που αναμένεται να συνεχιστεί και στο μέλλον. Επιπλέον, στα κτίρια του τριτογενή τομέα αναμένεται μια συνεχής αύξηση του εξοπλισμού. Ο τεχνητός φωτισμός αποτελεί μια σημαντική συνιστώ?σα της συνολικά καταναλισκόμενης ενέργειας στα κτίρια και προσδιορίζει σε μεγάλο βαθμό το ενεργειακό κόστος του κτιρίου (ιδιαίτερα στον τριτογενή τομέα). Τα επίπεδα τεχνητού φωτισμού που απαιτούνται εξαρτώνται από τη χρήση του κτιρίου και καθορίζονται σε μεγάλο βαθμό από το σχεδιασμό του κτιρίου. Αποτέλεσμα του σχεδιασμού, τόσο σε επίπεδο κτιρίου όσο και σε πολεοδομικό επίπεδο, είναι η ύπαρξη χώρων με μεγάλα βάθη, η ύπαρξη μικρών ανοιγμάτων, η σκίαση από γειτονικά κτίρια κτλ. Η θεωρη?τικά πλέον ενδεδειγμένη λύση της αύξησης του φυσικού φωτισμού (π.χ. με την αύξηση των ανοιγμάτων) έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των θερμικών απωλειών του κτι?ρίου, οπότε αυξάνεται και η κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση χώρων. Έτσι, η αξιοποίηση της δωρεάν παρεχόμενης ηλιακής ενέργειας αποτελεί ένα σύνθετο πρό?βλημα, η μελέτη του οποίου δεν μπορεί να γίνει με γενι?κούς όρους. Τα μέτρα που εξετάστηκαν είναι: • Χρήση αποδοτικότερων ηλεκτρικών συσκευών (Μέ?τρο ΟΤ7). Το μέτρο θεωρείται ότι εφαρμόζεται μόνο στον οικιακό τομέα καθώς η ποικιλία των συσκευών που χρησι?μοποιούνται στον τριτογενή τομέα δεν επιτρέπει την ανα?λυτική παρουσίασή τους. Η περαιτέρω διείσδυση συ?σκευών υψηλής απόδοσης εκτιμάται για το 2010 σε 18 - 37% του συνόλου των συσκευών ανά κατηγορία (πλυντή?ρια, συστήματα εικόνας ήχου, κ.λπ.). Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αποφέρει 26 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 291 ktn CO2-equiv. 670 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) λαμπτήρες, (γ) η διάρκεια ζωής είναι μέχρι και οκταπλά?σια των συμβατικών λαμπτήρων και (δ) η κατανάλωση ενέργειας είναι το 25% της κατανάλωσης ενός συμβατι?κού λαμπτήρα. Ο βαθμός διείσδυσης του μέτρου ορίζεται για το 2010 στο 45% του συνόλου των λαμπτήρων στον οι?κιακό τομέα, ενώ στον τριτογενή τομέα η διείσδυση είναι 37% (σημειώνεται ότι στον τριτογενή τομέα ήδη στο ΣΑΕ υπάρχει σημαντική διείσδυση λαμπτήρων υψηλής από?δοσης). Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αποφέ?ρει 134 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπο?μπών ανέρχεται σε 1467 ktn CO2-equiv. • Αυτοματισμοί στο φωτισμό (Μέτρο ΟΤ9). Κάθε εγκα?τάσταση φωτισμού μπορεί να εξοπλιστεί με συστήματα ανίχνευσης παρουσίας, που σκοπό έχουν να θέτουν σε λει?τουργία τους λαμπτήρες ανάλογα με την παρουσία ή όχι ανθρώπων στο χώρο. Επίσης, είναι δυνατή η τοποθέτηση αισθητήρων μέτρησης φωτεινής έντασης, έτσι ώστε να ανάβουν τόσα φώτα που σε συνδυασμό με το φυσικό φω?τισμό να παρέχουν ικανοποιητικές συνθήκες φωτισμού. Η εξοικονόμηση που επιτυγχάνεται είναι της τάξης του 20% ανά εγκατάσταση αυτοματισμού, και ο βαθμός διείσδυσης που ορίζεται για το 2010 ανέρχεται σε 5% του συνόλου των κτιρίων του τριτογενή τομέα. Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αποφέρει 2 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείω?ση των εκπομπών ανέρχεται σε 23 ktn CO2-equiv.

4.

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στον οικιακό και τριτο?γενή τομέα. Οι ΑΠΕ αναγνωρίζονται σήμερα ως μια ση?μαντική εναλλακτική λύση όσον αφορά στην παραγωγή ενέργειας και στην αντιμετώπιση των έντονων περιβαλ?λοντικών προβλημάτων. Αν και το εκμεταλλεύσιμο δυνα?μικό των ΑΠΕ στον ελληνικό χώρο είναι ιδιαίτερα σημα?ντικό, ο βαθμός αξιοποίησής του είναι μάλλον χαμηλός, με την εξαίρεση της χρήσης ηλιακών συλλεκτών. Ωστό?σο, η δραστηριοποίηση των επενδυτών για εφαρμογές ΑΠΕ στην ηλεκτροπαραγωγή στα πλαίσια του Επιχειρη?σιακού Προγράμματος Ενέργειας δημιουργεί θετικές προοπτικές για την ανάπτυξή τους. Τα μέτρα που εξετάστηκαν είναι: • Ηλιακοί συλλέκτες για θέρμανση νερού (Μέτρο ΟΤ10). Η χρήση ηλιακών συλλεκτών για θέρμανση νερού (θερμοσιφωνικά συστήματα) είναι η πλέον διαδεδομένη εφαρμογή ΑΠΕ στον ελληνικό χώρο. Η υφιστάμενη συμ?μετοχή της ηλιακής ενέργειας στην κάλυψη των αναγκών θέρμανσης νερού στον οικιακό τομέα ανέρχεται στο 22% των συνολικών αναγκών, ενώ ο στόχος που τίθεται στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης αφορά στην κάλυψη το 2010 του 35% της ζήτησης ενέργειας για θέρμανση νερού στον οικιακό τομέα από ηλιακούς συλλέκτες (θερμοσι?φωνικά συστήματα). Για κτίρια κατοικίας με περισσότε?ρους από τρεις ορόφους εξετάζεται επιπρόσθετα η περί?πτωση των κεντρικών ηλιακών συστημάτων. Ο στόχος που τίθεται στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης για κε?ντρικά ηλιακά συστήματα είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος και αφορά στην κάλυψη του 10% της ζήτησης ενέργειας το 2010 για θέρμανση νερού στον οικιακό τομέα. Εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου συνολικά θα αποφέρει 115 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 1258 ktn CO2-equiv. • Ηλιακοί συλλέκτες για θέρμανση χώρων και νερού (Μέτρο ΟΤ11). Οι ηλιακοί συλλέκτες για θέρμανση χώρων και νερού θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο ως βοη?θητικά συστήματα στο συμβατικό σύστημα θέρμανσης. Επίσης, η χρήση τους κρίνεται σκόπιμη μόνο σε κτίρια με χαμηλές θερμικές απώλειες. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης υιοθετείται βαθμός διείσδυσης 0,5% επί του συνόλου των νοικοκυριών το 2010. Εκτιμάται ότι η εφαρ?μογή του μέτρου θα αποφέρει 6 ktoe θερμικό όφελος και 2 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 44 ktn CO2-equiv. • Φωτοβολταϊκά συστήματα (roof-top) σε σύνδεση με το ηλεκτρικό δίκτυο (Μέτρο ΟΤ12). Τα φωτοβολταϊκά θεω?ρούνται τα ιδανικά συστήματα ενεργειακής μετατροπής καθώς (α) χρησιμοποιούν την πλέον διαθέσιμη πηγή ενέρ?γειας στον πλανήτη, (β) κατασκευάζονται από το δεύτερο πιο διαδεδομένο στοιχείο στον φλοιό της γης, (γ) δεν έχουν κινούμενα μέρη και (δ) παράγουν ηλεκτρισμό, που αποτε?λεί την πιο χρήσιμη μορφή ενέργειας. Ωστόσο, ο χαμηλός βαθμός απόδοσης και το υψηλό κόστος δεν ευνοούν την ευρεία χρήση τους. Τα φωτοβολταϊκά συστήματα απευθύνονται σε περιοχές εφαρμογών, όπου το υψηλό κό?στος τους δεν αποτελεί σημαντικό εμπόδιο (π.χ. έλλειψη ή υψηλό κόστος εναλλακτικών μεθόδων παροχής ενέργει?ας). Τα τελευταία χρόνια εκδηλώνεται έντονο ενδιαφέρον για την εφαρμογή διασυνδεδεμένων φωτοβολταϊκών σε κτίρια (οροφές, προσόψεις). Έτσι, εξετάζεται η εγκατά?σταση συστημάτων συνολικής ισχύος 5 MW το 2010 σε οροφές κτιρίων του τριτογενή τομέα. Εκτιμάται ότι η εφαρ?μογή του μέτρου θα αποφέρει 1 ktoe ηλεκτρικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 8 ktn CO2-equiv. • Τηλεθέρμανση με βιομάζα (Μέτρο ΟΤ13). Η βιομάζα μπορεί να είναι εκμεταλλεύσιμη τόσο σε επίπεδο κτιρίου όσο και σε επίπεδο οικισμού. Η αντίστοιχη τεχνολογία και στα δύο επίπεδα είναι ώριμη με πολλά παραδείγματα σύγχρονων εφαρμογών θέρμανσης κτιρίων ή οικιστικών συνόλων μέσω τηλεθέρμανσης. Ως πρώτη ύλη μπορεί να χρησιμοποιηθούν είτε δασικά είτε αγροτικά υπολείμματα. Ετσι, το μέτρο αφορά στην εγκατάσταση το 2010 επιπλέ?ον 200 MWth τέτοιων συστημάτων. Εκτιμάται ότι η εφαρ?μογή του μέτρου θα αποφέρει 3 ktoe θερμικό όφελος, 9 ktoe ηλεκτρικό όφελος ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 318 ktn CO2-equiv.

5.

Φυσικό αέριο. Η χρήση του φυσικού αερίου διεθνώς αυξάνει συνεχώς λόγω των ενεργειακών και περιβαλλο?ντικών πλεονεκτημάτων που παρουσιάζει έναντι των υγρών και στερεών καυσίμων. Η διείσδυση του φυσικού αερίου στον οικιακό και τριτογενή τομέα στην Ελλάδα βρίσκεται στα πρώτα στάδια καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή των δικτύων διανομής. Εξετάστηκαν τα ακόλουθα μέτρα: • Αυξημένη χρήση φυσικού αερίου για θέρμανση χώ?ρων (Μέτρο ΟΤ14). Η προώθηση ενός ταχύτερου ρυθμού διείσδυσης του φυσικού αερίου στον οικιακό και τριτογε?νή τομέα για θέρμανση χώρων, αποτελεί το πρώτο μέτρο που εξετάζεται. Πιο συγκεκριμένα θεωρείται ότι με το μέ?τρο αυτό θα αυξηθεί η κατανάλωση φυσικού αερίου για θέρμανση χώρων το 2010 κατά 5% στον οικιακό τομέα (32 ktoe) και κατά 15% στον τριτογενή τομέα (23 ktoe). Εκτι?μάται ότι η εφαρμογή του μέτρου θα αποφέρει 11 ktoe θερμικό όφελος, ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 82 ktn CO2-equiv. ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 671 του θερμοκηπίου, θεωρήθηκε περαιτέρω διείσδυση του αερίου στο χρονικό ορίζοντα του 2010 κατά 84 ktoe σε αυ?τή την κατηγορία. Το μέτρο θα εφαρμοσθεί μόνο στον τρι?τογενή τομέα, και εκτιμάται ότι θα αποφέρει 28 ktoe ηλε?κτρικό όφελος ενώ η μείωση των εκπομπών ανέρχεται σε 106 ktn CO2-equiv. 4.2.2 Μεταφορές Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του ΣΑΕ η προβλεπόμε?νη αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας στον τομέα των μεταφορών είναι σημαντική κατά την εξεταζόμενη χρονι?κή περίοδο (+53% το 2020 σε σχέση με το 2000). Κατά συ?νέπεια σημαντική είναι και η αύξηση των εκπομπών αε?ρίων του θερμοκηπίου στον τομέα των μεταφορών. Συγκεκριμένα, εκτιμάται αύξηση των εκπομπών με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης της τάξης του 2.4% για την περίο?δο 2000 - 2020 (από 19.7 Μtn το 2000 σε 31.5 Μtn το 2020). Οι βασικοί ρύποι που εκπέμπονται, σε σχέση με το φαινό?μενο του θερμοκηπίου, είναι το CO2 και το N22O, η συμ?μετοχή του οποίου αναμένεται αυξητική λόγω της διείσ?δυσης των καταλυτικών οχημάτων. Τα μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν για τη μείωση των εκπομπών στον τομέα των μεταφορών μπορούν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες: σε αυτά που αφορούν στα οχήματα, σε αυτά που αφορούν στη διαχείριση του συστήματος των μεταφορών και σε αυτά που αφορούν στη χρήση νέων καυσίμων (π.χ. βιοκαύσιμα, χρήση φυσι?κού αερίου, κ.λπ.).

1.

Επεμβάσεις στα οχήματα. Τα μέτρα που αναφέρονται στα οχήματα αφορούν μόνο σε επιμέρους βελτιώσεις της απόδοσης. Συγκεκριμένα, η βασική παρέμβαση που εξε?τάσθηκε στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης αφορά στη: • Συντήρηση αυτοκινήτων και φορτηγών (Μέτρο Μ1). Σύμφωνα με τις επικρατούσες συνθήκες συντήρησης των αυτοκινήτων, η σωστή και συστηματική συντήρηση του συστήματος ανάφλεξης του κινητήρα και του συστήμα?τος μετάδοσης και πέδισης κίνησης μπορεί να προσφέρει κατά μέσο όρο μείωση της ειδικής κατανάλωσης κατά πε?ρίπου 2%. Γίνεται η παραδοχή της υποχρεωτικής και τα?κτικής εφαρμογής του μέτρου στο σύνολο των επιβατι?κών ΙΧ και ημιφορτηγών. Η εκτίμηση της εξοικονόμησης ενέργειας και της συνεπαγόμενης μείωσης βασίζεται στη θεώρηση ότι για το 30% των οχημάτων υπάρχουν περι?θώρια μικρών βελτιώσεων στην απόδοσή τους. Το αναμε?νόμενο ενεργειακό όφελος εκτιμάται σε 25 ktoe και θα οδηγήσει σε μείωση εκπομπών κατά 76 ktn CO2-equiv.

2.

Διαχείριση συστήματος μεταφορών. Η προώθηση μέ?τρων που αφορούν στη διαχείριση του συστήματος των μεταφορών (π.χ. χρήση μαζικών μέσων μεταφοράς, κυ?κλοφοριακές ρυθμίσεις, κ.λπ.) θεωρείται ως μία σημαντι?κή παρέμβαση τόσο για τη μείωση των εκπομπών όσο και για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Παρόλα αυτά, σε όλες τις χώρες σημειώνεται σημαντική αύξηση των εκπο?μπών των αερίων του θερμοκηπίου στον τομέα των μετα?φορών, γεγονός που δείχνει ότι είναι δύσκολο να επιτευχθεί άμεσα μία σημαντική στροφή του κοινού στη χρήση μαζικών μέσων μεταφοράς, ειδικά σε ό,τι αφορά στις με?τακινήσεις εκτός πόλης. Τα μέτρα που εξετάστηκαν είναι: • Χρήση λεωφορείων φυσικού αερίου (Μέτρο Μ2). Όπως είναι γνωστό 300 λεωφορεία που χρησιμοποιούν ως καύσιμο φυσικό αέριο (CNG) ήδη κυκλοφορούν στην Αθήνα καλύπτοντας σημαντικό ποσοστό του μεταφορι?κού έργου που ικανοποιείται από τα μέσα μαζικής μετα?φοράς. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης και στο χρο?νικό ορίζοντα του έτους 2010 εξετάζεται η προμήθεια και νέων τέτοιων λεωφορείων αυξάνοντας το μερίδιό τους στις αστικές μεταφορές από 26% σε 35% (555 λεωφο?ρεία). Εκτιμάται ότι η αναμενόμενη εξοικονόμηση εκπο?μπών αερίων του θερμοκηπίου θα είναι της τάξης των 2 ktn CO2-equiv. • Βελτιώσεις στη φωτεινή σηματοδότηση (Μέτρο Μ3). Σύμφωνα με στοιχεία του IPCC που προέρχονται από σχε?τικές εφαρμογές στις ΗΠΑ, η υλοποίηση του μέτρου αυτού μπορεί να αποδώσει εξοικονόμηση ενέργειας 0.8 - 3.5% στους κόμβους που θα εφαρμοστεί. Παρά το γεγονός ότι μία πλήρης εκτίμηση των δυνατοτήτων εξοικονόμησης ενέργειας και εκπομπών από το μέτρο αυτό προϋποθέτει μια μελέτη των κυριότερων προβληματικών οδικών κόμβων στις μεγάλες πόλεις, εκτιμάται ότι η εφαρμογή του μέτρου στο 25% των κόμβων από το 2010 και μετά θα οδηγούσε σε ενεργειακό όφελος της τάξης των 19 ktoe και σε μείωση εκ?πομπών κατά 58 ktn CO2-equiv. • Προώθηση της χρήσης αστικών συγκοινωνιών (Μέ?τρο Μ4). Η εντυπωσιακή αύξηση του αριθμού των ΙΧ επι?βατικών αυτοκινήτων συνοδεύεται από πτωτική τάση όσον αφορά στη χρήση των αστικών συγκοινωνιών. Η εφαρμογή του μέτρου της προώθησης των αστικών συ?γκοινωνιών προϋποθέτει μία σειρά από παράγοντες, όπως αξιοπιστία των δρομολογίων και μικρό χρόνο αναμονής, εξασφάλιση ομαλών συνθηκών κυκλοφορίας και κατά συνέπεια μικρή διάρκεια της διαδρομής. Η ενί?σχυση της συμμετοχής των μέσων μαζικής μεταφοράς στο μεταφορικό έργο των αστικών κέντρων κατά 6% το 2010 θα οδηγούσε σε ενεργειακό όφελος 98 ktoe και σε μείωση εκπομπών κατά 461 ktn CO2-equiv. • Ήπιες παρεμβάσεις μείωσης των εκπομπών (Μέτρο Μ5). Στον τομέα των μεταφορών είναι δυνατόν να εφαρ?μοσθούν μια σειρά ήπιων παρεμβάσεων που στοχεύουν στη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης, στην ορθολο?γικοποίηση του συστήματος μεταφορών και τέλος στη μείωση των εκπομπών. Τέτοιες παρεμβάσεις είναι η θέ?σπιση αντι-κινήτρων χρήσης των Ι.Χ. ιδιαίτερα στο κέντρο των πόλεων, η προώθηση πολιτικών βελτιστοποίησης της χρήσης νέων - καθαρών τεχνολογιών, η εφαρμογή πολιτι?κών απόσυρσης αυτοκινήτων παλαιάς τεχνολογίας, κλπ. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης και για το χρονικό ορίζοντα του έτους 2010 θεωρήθηκε ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις θα προωθηθούν μόνο σε πιλοτική κλίμακα (ενώ κάποιες από αυτές ήδη ενσωματώνονται στο ΣΑΕ). Έτσι, από τις παρεμβάσεις της κατηγορίας αυτής δεν αναμένονται σημαντικές μειώσεις εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

3.

Χρήση νέων καυσίμων. Το μοναδικό μέτρο της κατη?γορίας αυτής που εξετάζεται αναφέρεται στη χρήση βιο?καυσίμων (Μέτρο Μ6). Η προσθήκη βιοκαυσίμου στη βεν?ζίνη σε ποσοστό 2.5% δεν απαιτεί ιδιαίτερες προσαρμο?672 ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ (ΤΕΥΧΟΣ ΠΡΩΤΟ) 4.2.3 Βιομηχανία Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΣΑΕ, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης της τελικής ζήτησης ενέργειας στη βιο?μηχανία είναι της τάξης του 1% για την περίοδο 2000 - 2010, γεγονός που αποδίδεται αφενός στους μέτριους αναπτυξιακούς ρυθμούς που προβλέπονται για τον κλά?δο την ίδια χρονική περίοδο, καθώς και στην έλλειψη μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής εξοικονόμησης ενέργειας στο βιομηχανικό τομέα. Η αύξηση αυτή έχει ως αποτέλε?σμα την αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (από τις θερμικές χρήσεις μόνο) το 2020 κατά 11% σε σχέ?ση με το 2000. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης εξε?τάσθηκαν τα ακόλουθα μέτρα ορθολογικής χρήσης ενέρ?γειας και μείωσης των εκπομπών στον τομέα της βιομηχανίας: • Προώθηση της χρήσης φυσικού αερίου (Μέτρο Β1). Στο πλαίσιο του μέτρου αυτού θεωρείται αυξημένη διείσ?δυση φυσικού αερίου στο βιομηχανικό τομέα το 2010 κα?τά 15% σε σχέση με το ΣΑΕ (περίπου 130 ktoe). Το επι?πλέον φυσικό αέριο θα υποκαταστήσει κατά κύριο λόγο μαζούτ (Ν. 2965), ενώ η υποκατάσταση αυτή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε ενεργειοβόρες μονάδες με υψηλές θερμικές ανάγκες ώστε να υποστηριχθεί η διείσδυσή του και να περιοριστεί το κόστος της ανάπτυξης εκτεταμένου δικτύου μεταφοράς του. Το καθαρό ενεργειακό όφελος εκτιμάται σε 6 ktoe, με αντίστοιχη μείωση εκπομπών κατά 163 ktn CO2-equiv τo 2020. • Προώθηση της χρήσης ηλιακών συστημάτων (Μέτρο Β2). Εκτιμήθηκε ότι η υποκατάσταση μαζούτ και ντίζελ από ηλιακούς συλλέκτες για παραγωγή ατμού χαμηλών (κατά 20% των σχετικών αναγκών) και μέσων θερμοκρα?σιών (κατά 10% των σχετικών αναγκών) θα επιφέρει θερ?μικό όφελος 103 ktoe και εξοικονόμηση εκπομπών 340 ktn • Αξιοποίηση της βιομάζας σε θερμικές χρήσεις (Μέ?τρο Β3). Η υποκατάσταση μαζούτ από βιομάζα κυρίως σε μονάδες επεξεργασίας ξύλου και εκκοκιστηρίων και σε μικρότερο ποσοστό στη βιομηχανία τροφίμων (επεξερ?γασία φρούτων κ.λπ., παραγωγή ελαιολάδου, επεξεργα?σία δημητριακών) θα οδηγούσε σε μείωση της κατανάλω?σης πετρελαιοειδών κατά 11 ktoe και σε εξοικονόμηση εκ?πομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 46 ktn CO2-equiv. • Διάφορα μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας (Μέτρο Β4). Τα εξεταζόμενα μέτρα αφορούν κυρίως σε επεμβά?σεις νοικοκυρέματος και εκσυγχρονισμού που στοχεύουν στη μείωση των απωλειών στο σύστημα παραγωγής ατμού, και στην αξιοποίηση της απορριπτόμενης θερμό?τητας από τους κλιβάνους. Ταυτόχρονα, εξετάζονται και επεμβάσεις βελτίωσης της απόδοσης στη θέρμανση χώ?ρων και στο φωτισμό. Υπολογίζεται ότι η εφαρμογή των παραπάνω δράσεων μπορεί να επιφέρει θερμικό όφελος 26 ktoe και ηλεκτρικό όφελος 14 ktoe, ενώ η μείωση των εκπομπών από το σύνολο των παραπάνω μέτρων θα είναι της τάξης των 238 ktn CO2-equiv τo 2010. 4.2.4 Ηλεκτροπαραγωγή Τα μέτρα περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερ?μοκηπίου που εξετάστηκαν στον τομέα της ηλεκτροπα?ραγωγής περιλαμβάνουν: • Προώθηση της εγκατάστασης αιολικών πάρκων (Μέ?τρο Η1.1). Η εγκατεστημένη ισχύς των αιολικών συστη?μάτων στο ΣΑΕ εκτιμήθηκε σε 821 MW το 2010. Αν και οι εκτιμήσεις του οικονομικά εκμεταλλεύσιμου δυναμικού της αιολικής ενέργειας της χώρας παρουσιάζουν σημα?ντικές διαφοροποιήσεις, εκτιμάται ότι υπάρχουν σημαντι?κά περιθώρια εγκατάστασης επιπρόσθετων αιολικών μο?νάδων. Το ενδιαφέρον εξάλλου των επενδυτών κατά την υποβολή σχετικών προτάσεων στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) επιβεβαιώνει την εκτίμηση αυτή. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης θεωρήθηκε στο χρονικό ορίζοντα του 2010 η εγκατάσταση 800 MW αιολικών πάρ?κων πέραν των όσων ήδη έχουν ενσωματωθεί στο ΣΑΕ. Η εφαρμογή του μέτρου αυτού εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε μείωση εκπομπών CO2 κατά 1850 ktn CO2-equiv, λαμ?βάνοντας υπόψη το ενεργειακό μίγμα της ηλεκτροπαρα?γωγής στο ΣΑΕ. • Προώθηση της εγκατάστασης μικρών υδροηλεκτρι?κών έργων (Μέτρο Η1.2). Το εκμεταλλεύσιμο δυναμικό των μικρών υδροηλεκτρικών έργων στα 4 σενάρια της με?λέτης TERES II κυμαίνεται από 360 έως 380 MW περίπου. Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης και δεδομένου ότι στο ΣΑΕ ήδη περιλαμβάνεται η εγκατάσταση 100 MW μι?κρών υδροηλεκτρικών έργων, θεωρήθηκε η εγκατάστα?ση επιπλέον 250 MW στο χρονικό ορίζοντα του έτους

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)