Νόμοι — ΦΕΚ A' 74/2022

Type Νόμος
Publication 2022-04-15
Τελευταία ενημέρωση 2022-04-14
State In force
Source ΦΕΚ
articles 452
Reform history JSON API
3.

Για τον διορισμό του υπεύθυνου παρακολούθησης της παρ. 1, καθώς και για την παύση αυτού, λαμβάνεται απόφαση από το Διοικητικό Συμβούλιο του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα.

4.

Ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος έχει δικαίωμα πρόσβασης στις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων του.

5.

Σε περίπτωση που οποτεδήποτε, κατά τη διάρκεια της έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων, ο υπεύθυνος παρακολούθησης των συνολικών στοιχείων καλύμματος διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις των άρθρων 8 έως και 14 και 16 έως και 19, καθώς και των αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος, που εξειδικεύουν τα εν λόγω άρθρα, ενημερώνει άμεσα το πιστωτικό ίδρυμα και το τελευταίο υποχρεούται να προβεί, χωρίς καμία καθυστέρηση, στις απαραίτητες διορθωτικές ενέργειες.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος εξειδικεύονται περαιτέρω ο ρόλος και τα καθήκοντα του υπεύθυνου παρακολούθησης, μεταξύ άλλων και στην περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος, που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, καθώς και οι υποχρεώσεις υποβολής αναφορών ως προς το είδος και τη συχνότητα, στην Τράπεζα της Ελλάδος.

7.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνεται σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιεί ο υπεύθυνος παρακολούθησης στο πλαίσιο των καθηκόντων του. (άρθρο 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν προγράμματα καλυμμένων ομολόγων παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα καλυμμένα ομόλογα εκδόσεώς τους που είναι επαρκώς λεπτομερείς, ώστε να μπορούν οι επενδυτές να αξιολογήσουν το προφίλ και τους κινδύνους των προγραμμάτων και να επιδείξουν από τη μεριά τους τη δέουσα επιμέλεια.

2.

α) Για τους σκοπούς της παρ. 1, οι πληροφορίες παρέχονται στους επενδυτές τουλάχιστον ανά τρίμηνο και περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον:

  • αα) Την ονομαστική και παρούσα αξία των συνολικών

στοιχείων καλύμματος και των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων με ειδική αναφορά στην καθαρά παρούσα αξία των παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος ανά κατηγορία αντισυμβαλλόμενου,

  • αβ) ποσοστιαία ανάλυση των παραγώγων χρηματοοικονομικών μέσων που περιλαμβάνονται στα συνολικά

στοιχεία καλύμματος, ανά κατηγορία αντισυμβαλλόμενου,

  • αγ) κατάλογο των διεθνών αριθμών αναγνώρισης τίτλων (ISIN) για όλες τις εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων

στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος, στις οποίες έχει αποδοθεί ένας ISIN,

  • αδ) τη γεωγραφική κατανομή και το είδος των στοιχείων καλύμματος, το ύψος των σχετικών δανείων και

τη μέθοδο αποτίμησης,

  • αε) λεπτομερή πληροφόρηση σχετικά με τον κίνδυνο

αγοράς, συμπεριλαμβανομένων του κινδύνου επιτοκίου και του συναλλαγματικού κινδύνου, με τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο ρευστότητας,

  • αστ) τη δομή ληκτότητας των στοιχείων καλύμματος,

με διάκριση, όπου υπάρχει, σε ευρώ και σε ξένο νόμισμα, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της επισκόπησης των γεγονότων ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας,

  • αζ) τα επίπεδα απαιτούμενης και διαθέσιμης κάλυψης,

καθώς και τα επίπεδα εκ του νόμου, συμβατικής και εθελοντικής υπερεξασφάλισης,

  • αη) το ποσοστό των δανείων, στα οποία θεωρείται

ότι έχει επέλθει αθέτηση υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 178 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και, σε κάθε περίπτωση, των δανείων που παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα (90) ημερών,

  • αθ) συνολική αξία των εισπρακτέων τόκων των δανείων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία

καλύμματος και παρουσιάζουν καθυστέρηση άνω των ενενήντα (90) ημερών.

  • β) Αναφορικά με τα καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται, στο πλαίσιο ενδοομιλικών δομών ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, σύμφωνα με το άρθρο 10,

παρέχονται στους επενδυτές οι ανωτέρω πληροφορίες ή σχετικός σύνδεσμος σε αυτές, για το σύνολο των καλυμμένων ομολόγων του ομίλου που εκδίδονται εντός αυτού τουλάχιστον σε αθροιστική βάση.

3.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, δημοσιεύουν στον ιστότοπό τους και στις ετήσιες οικονομικές τους καταστάσεις, τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στους επενδυτές, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2.

4.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 17

Απαιτήσεις κάλυψης (άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Τα προγράμματα καλυμμένων ομολόγων, ανά πάσα στιγμή, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις κάλυψης του παρόντος.

2.

Όλες οι υποχρεώσεις των καλυμμένων ομολόγων καλύπτονται από απαιτήσεις για πληρωμή που συνδέονται με τα στοιχεία καλύμματος.

3.

α) Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 περιλαμβάνουν:

  • αα) Τις υποχρεώσεις για την πληρωμή του ποσού του

κεφαλαίου των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων,

  • αβ) τις υποχρεώσεις για την πληρωμή τυχόν τόκων επί

ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων,

  • αγ) τις υποχρεώσεις πληρωμής που συνδέονται με

συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 13 και

  • αδ) τα αναμενόμενα έξοδα που σχετίζονται με τη

διατήρηση και τη διαχείριση, για την εκκαθάριση, του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων.

  • β) Για τους σκοπούς της υποπερ. αδ) της περ. α), επιτρέπεται ο υπολογισμός ενός κατ’ αποκοπή ποσού.
4.

α) Στην απαίτηση κάλυψης συμβάλλουν τα ακόλουθα στοιχεία καλύμματος:

  • αα) Τα πρωτογενή στοιχεία ενεργητικού,
  • αβ) τα στοιχεία ενεργητικού υποκατάστασης,
  • αγ) τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού, που τηρούνται,

σύμφωνα με το άρθρο 18 και

  • αδ) απαιτήσεις για πληρωμή που συνδέονται με συμβάσεις παραγώγων που τηρούνται σύμφωνα με το άρθρο 13.
  • β) Απαιτήσεις, για τις οποίες έχει λάβει χώρα αθέτηση

των υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 178 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 και σε κάθε περίπτωση απαιτήσεις ημερών δεν συμβάλλουν στην κάλυψη.

  • γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να

προσδιορίζει τα είδη και τα μέγιστα όρια των στοιχείων ενεργητικού υποκατάστασης που δύνανται να συμπεριλαμβάνονται στην απαίτηση κάλυψης.

5.

Για τους σκοπούς της υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 3 και της υποπερ. αδ) της περ. α) της παρ. 4, η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει, με απόφασή της, κανόνες για την αποτίμηση των συμβάσεων παραγώγων.

6.

α) Κατά τον υπολογισμό της απαιτούμενης κάλυψης διασφαλίζεται ότι το συνολικό ονομαστικό ποσό για όλα τα στοιχεία καλύμματος υπερβαίνει κατά τουλάχιστον πέντε τοις εκατό (5%) το συνολικό ονομαστικό ποσό των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων («αρχή της ονομαστικής αξίας»). εμπίπτουν στην υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 8 και ανάλογα με το είδος αυτών.

  • γ) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της,

να επιτρέπει άλλες αρχές υπολογισμού, υπό την προϋπόθεση να μην έχουν ως αποτέλεσμα υψηλότερο ποσοστό κάλυψης από αυτό που υπολογίστηκε, σύμφωνα με την αρχή της ονομαστικής αξίας.

  • δ) Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, θεσπίζει

κανόνες σχετικά με τον υπολογισμό τυχόν πληρωτέων τόκων σε σχέση με ανεξόφλητα καλυμμένα ομόλογα και εισπρακτέων τόκων σε σχέση με στοιχεία καλύμματος, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν αρχές χρηστής προληπτικής εποπτείας, σύμφωνα με τα εφαρμοστέα λογιστικά πρότυπα.

7.

Κατά παρέκκλιση από την περ. α) της παρ. 6, και σύμφωνα με τα εφαρμοστέα λογιστικά πρότυπα, επιτρέπεται να λαμβάνονται υπόψη μελλοντικοί εισπρακτέοι τόκοι επί του κάθε στοιχείου καλύμματος, αφαιρουμένων των μελλοντικών καταβλητέων τόκων επί του αντίστοιχου καλυμμένου ομολόγου, για την αντιστάθμιση τυχόν ελλείψεων στην κάλυψη της υποχρέωσης πληρωμής κεφαλαίου που συνδέεται με το καλυμμένο ομόλογο, εφόσον υπάρχει στενή αντιστοιχία, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 523/2014 της Επιτροπής της 12ης Μαρτίου 2014 για συμπλήρωση του Κανονισμού Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον προσδιορισμό του τι συνιστά στενή αντιστοιχία μεταξύ της αξίας των καλυμμένων ομολόγων και της αξίας των στοιχείων ενεργητικού ενός πιστωτικού ιδρύματος (L 148), υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Οι πληρωμές που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια

ζωής του στοιχείου καλύμματος, οι οποίες είναι απαραίτητες για την κάλυψη της υποχρέωσης πληρωμής, που συνδέεται με το αντίστοιχο καλυμμένο ομόλογο, διαχωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14 ή περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος, με τη μορφή των στοιχείων καλύμματος που αναφέρονται στο άρθρο 8, έως ότου καταστούν απαιτητές οι πληρωμές, και

  • β) η προεξόφληση του στοιχείου καλύμματος είναι

δυνατή μόνο με την άσκηση του δικαιώματος παράδοσης, όπως ορίζεται στον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 523/2014, ή, στην περίπτωση καλυμμένων ομολόγων που είναι εξοφλητέα στο άρτιο από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα, μέσω της καταβολής, εκ μέρους του δανειολήπτη του στοιχείου καλύμματος, του ονομαστικού ποσού του εξοφλούμενου καλυμμένου ομολόγου.

8.

Με την επιφύλαξη της παρ. 9, ο υπολογισμός των στοιχείων καλύμματος και των υποχρεώσεων βασίζεται στην ίδια μέθοδο.

9.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να επιτρέψει διαφορετικές μεθόδους υπολογισμού των στοιχείων κάλυψης από τη μια πλευρά και των υποχρεώσεων από την άλλη, υπό την προϋπόθεση η χρήση των εν λόγω διαφορετικών μεθόδων να μην έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερο ποσοστό κάλυψης από αυτό που υπολογίστηκε χρησιμοποιώντας την ίδια μέθοδο για τον υπολογισμό τόσο των στοιχείων κάλυψης, όσο και των υποχρεώσεων.

10.

Για τους σκοπούς του παρόντος, η μετατροπή της αξίας των στοιχείων ενεργητικού, που είναι εκφρασμένα σε ξένο νόμισμα, πραγματοποιείται με βάση τη δημοσιευμένη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συναλλαγματική ισοτιμία.

11.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια, καθώς και να θεσπίζονται επιπλέον υποχρεώσεις ως προς την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 18

Απαίτηση για απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Τα συνολικά στοιχεία καλύμματος περιέχουν, ανά πάσα στιγμή, απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας που αποτελείται από ρευστά στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να καλύψουν την καθαρή εκροή ρευστότητας του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων.

2.

Το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος καλύπτει τη μέγιστη σωρευτική καθαρή εκροή ρευστότητας για τις επόμενες εκατόν ογδόντα (180) ημέρες.

3.

α) Το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος της παρ. 1 αποτελείται από τις ακόλουθες κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, που διαχωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 14:

  • αα) Στοιχεία ενεργητικού που θεωρούνται στοιχεία

ενεργητικού επιπέδου 1, επιπέδου 2Α ή επιπέδου 2Β, σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2015/61 της Επιτροπής της 10ης Οκτωβρίου 2014 για τη συμπλήρωση του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όσον αφορά την απαίτηση κάλυψης του κινδύνου ρευστότητας για τα πιστωτικά ιδρύματα (L 11), τα οποία αποτιμώνται σύμφωνα με τον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό και δεν έχουν εκδοθεί από το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει το ίδιο τα καλυμμένα ομόλογα, τη μητρική του επιχείρηση, εκτός εάν αυτή είναι οντότητα του δημόσιου τομέα που δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα, τη θυγατρική του ή άλλη θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης ή από οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση, με την οποία το πιστωτικό ίδρυμα διατηρεί στενούς δεσμούς,

  • αβ) βραχυπρόθεσμα ανοίγματα έναντι πιστωτικών

ιδρυμάτων που κατατάσσονται στην πρώτη ή στη δεύτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας ή βραχυπρόθεσμες καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα που κατατάσσονται στην πρώτη, τη δεύτερη ή την τρίτη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

  • β) Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται, με απόφασή της, να

περιορίζει τα είδη των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς των υποπερ.

  • αα) και αβ) της περ. α) της παρούσας.
  • γ) Οι απαιτήσεις για τις οποίες έχει λάβει χώρα αθέτηση

των υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 178 του Κανο ημέρων, δεν συμβάλλουν στο απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος.

4.

Στις περιπτώσεις που τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα υπόκεινται σε απαιτήσεις ρευστότητας που προβλέπονται σε άλλες ενωσιακές νομικές πράξεις και οι οποίες οδηγούν σε επικάλυψη με το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία καλύμματος, οι παρ. 1, 2 και 3 δεν έχουν εφαρμογή για την περίοδο που προβλέπεται στις εν λόγω ενωσιακές νομικές πράξεις, καθώς και μέχρι την ημερομηνία τροποποίησής τους και για όσο διάστημα υφίσταται η επικάλυψη.

5.

Ο υπολογισμός του κεφαλαίου για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας βασίζεται στην τελική ημερομηνία λήξης σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους του καλυμμένου ομολόγου.

Άρθρο 19

Προϋποθέσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας, εφόσον πληρούνται τουλάχιστον οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Η ληκτότητα μπορεί να επεκταθεί λόγω αδυναμίας

πληρωμής του κεφαλαίου, καθώς και λόγω αντικειμενικών παραγόντων ενεργοποίησης που δύνανται να προσδιορίζονται με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και όχι κατά τη διακριτική ευχέρεια του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα,

  • β) τα γεγονότα ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας καθορίζονται στους συμβατικούς όρους και

προϋποθέσεις του καλυμμένου ομολόγου,

  • γ) οι πληροφορίες που παρέχονται σε επενδυτές, σχετικά με τη δομή ληκτότητας, είναι επαρκείς, ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να προσδιορίσουν τον κίνδυνο του

καλυμμένου ομολόγου, και περιλαμβάνουν λεπτομερή περιγραφή:

  • γα) των γεγονότων ενεργοποίησης της επέκτασης της

ληκτότητας,

  • γβ) των συνεπειών όσον αφορά στην επέκταση της

ληκτότητας σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει τα καλυμμένα ομόλογα βρίσκεται σε καθεστώς αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης,

  • γγ) του ρόλου της Τράπεζας της Ελλάδος και, κατά

περίπτωση, του ειδικού διαχειριστή όσον αφορά στην επέκταση της ληκτότητας,

  • δ) η τελική ημερομηνία λήξης του καλυμμένου ομολόγου είναι προσδιορίσιμη ανά πάσα στιγμή,
  • ε) στην περίπτωση της αφερεγγυότητας ή της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος, που έχει εκδώσει

τα καλυμμένα ομόλογα, οι επεκτάσεις ληκτότητας δεν επηρεάζουν την κατάταξη των επενδυτών σε καλυμμένα ομόλογα, ούτε τροποποιούν την ακολουθία των αρχικών προθεσμιών λήξης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων,

  • στ) η επέκταση της ληκτότητας δεν επηρεάζει τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά των καλυμμένων ομολόγων

όσον αφορά στη διπλή προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 6, και την προστασία έναντι του κινδύνου αφερεγγυότητας, σύμφωνα με το άρθρο 7.

2.

Σε περιπτώσεις που λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα ενεργοποίησης της επέκτασης της ληκτότητας της παρ. 1, το πιστωτικό ίδρυμα ενημερώνει άμεσα την Τράπεζα της Ελλάδος.

Άρθρο 20

Άδεια για προγράμματα καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 19 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Για την έκδοση προγράμματος καλυμμένων ομολόγων λαμβάνεται προηγουμένως άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος.

2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που αιτούνται την άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για την έκδοση προγράμματος καλυμμένων ομολόγων, σύμφωνα με τον παρόντα, διαθέτουν τουλάχιστον:

  • α) Επαρκές πρόγραμμα λειτουργιών που υλοποιούνται

για τους σκοπούς πραγματοποίησης της έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων,

  • β) επαρκείς και καταγεγραμμένες πολιτικές, διαδικασίες και μεθόδους για την έγκριση, την τροποποίηση,

την ανανέωση και την αναχρηματοδότηση δανείων που περιλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος,

  • γ) διοικητικά στελέχη και προσωπικό που ασχολούνται

με το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων και που διαθέτουν επαρκή προσόντα και γνώσεις όσον αφορά στην έκδοση και τη διαχείριση του προγράμματος,

  • δ) επαρκή οργάνωση και μηχανογραφική υποδομή

για τη διαχείριση των συνολικών στοιχείων καλύμματος και την παρακολούθησή τους, ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος νόμου και των αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του,

  • ε) προκαθορισμένη πολιτική για τον περιορισμό των

αναλαμβανόμενων κινδύνων και κατάλληλους μηχανισμούς για την παρακολούθηση και διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από την έκδοση των καλυμμένων ομολόγων και την παρακολούθησή τους,

  • στ) αναλυτική περιγραφή και σαφή καθορισμό των

αρμοδιοτήτων και ορίων ευθύνης των εμπλεκόμενων υπηρεσιακών μονάδων και τυχόν Επιτροπών του πιστωτικού ιδρύματος, από όπου προκύπτει ότι υπάρχει διαρκής παρακολούθηση της έκδοσης του προγράμματος.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εξειδικεύει περαιτέρω τις προϋποθέσεις της παρ. 2 και να ορίζει επιπλέον προϋποθέσεις, καθώς και να ορίζει τη διαδικασία και τις προθεσμίες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, τα στοιχεία που υποβάλλουν τα πιστωτικά ιδρύματα και κάθε άλλο σχετικό με την έκδοση θέμα.

4.

Τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν εκ των προτέρων την Τράπεζα της Ελλάδος για τροποποιήσεις επί των εγκριθέντων προγραμμάτων, επισημαίνοντας ουσιαστικές αλλαγές που πιθανώς καθιστούν αναγκαία την επαναξιολόγηση των όρων, υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια, και την έγκριση των αλλαγών αυτών από επιμέρους εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων που πραγματοποιούνται εντός του εγκριθέντος προγράμματος.

Άρθρο 21

Εποπτεία των καλυμμένων ομολόγων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης (άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Σε περίπτωση εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με την αρχή εξυγίανσης, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να επαληθεύεται η συνεχής και χρηστή διαχείριση του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης.

2.

α) Σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης πιστωτικού ιδρύματος που έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, απαιτείται ο διορισμός ειδικού διαχειριστή, ο οποίος διασφαλίζει τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των επενδυτών στα εν λόγω ομόλογα, μεταξύ άλλων τουλάχιστον μέσω της επαλήθευσης της συνεχούς και χρηστής διαχείρισης του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων για την περίοδο που αυτό κρίνεται αναγκαίο.

  • β) Ο ειδικός διαχειριστής διορίζεται από τον εκπρόσωπο των ομολογιούχων. Για τον εν λόγω διορισμό και

την παύση του ειδικού διαχειριστή, ζητείται η σύμφωνη γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος. Καθήκοντα ειδικού διαχειριστή μπορεί να αναλάβει και ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να διορίσει τον ειδικό διαχειριστή, εάν δεν το πράξει ο εκπρόσωπος των ομολογιούχων.

3.

Τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του εν λόγω ειδικού διαχειριστή, είναι:

  • α) Η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που συνδέονται

με τα καλυμμένα ομόλογα,

  • β) η διαχείριση και η ρευστοποίηση στοιχείων καλύμματος, συμπεριλαμβανομένης της μεταβίβασής τους,

μαζί με τις υποχρεώσεις των καλυμμένων ομολόγων, σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα που εκδίδει καλυμμένα ομόλογα,

  • γ) η διασφάλιση ότι τα ποσά που προκύπτουν από την

είσπραξη των απαιτήσεων που συγκαταλέγονται στο νόμιμο ενέχυρο και η ρευστοποίηση των λοιπών περιουσιακών στοιχείων που υπόκεινται σε αυτό διατίθενται για την εξόφληση των ομολόγων και των λοιπών εξασφαλιζόμενων με το νόμιμο ενέχυρο απαιτήσεων, σύμφωνα με τους όρους του προγράμματος καλυμμένων ομολόγων,

  • δ) η διενέργεια των νομικών πράξεων που είναι

απαραίτητες για την ορθή διαχείριση των συνολικών στοιχείων καλύμματος, για τη συνεχή παρακολούθηση της κάλυψης των υποχρεώσεων που συνδέονται με τα καλυμμένα ομόλογα, για την κίνηση διαδικασιών για την επαναφορά στοιχείων ενεργητικού στα συνολικά στοιχεία καλύμματος και για τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού που απομένουν στην υπό εκκαθάριση περιουσία του πιστωτικού ιδρύματος που εξέδωσε τα καλυμμένα ομόλογα, μετά την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεων των καλυμμένων ομολόγων.

4.

Ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του.

5.

Για τους σκοπούς της διαδικασίας αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης, δύναται να λαμβάνει χώρα ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Τράπεζας της Ελλάδος, του ειδικού διαχειριστή, και, σε περίπτωση εξυγίανσης, της αρχής εξυγίανσης.

Άρθρο 22

Υποβολή αναφορών στην Τράπεζα της Ελλάδος (άρθρο 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα, υποβάλλουν στην Τράπεζα της Ελλάδος τακτικές και, κατά περίπτωση, έκτακτες αναφορές με τις πληροφορίες που καθορίζονται στην παρ. 2, σχετικά με τα προγράμματα καλυμμένων ομολόγων.

2.

Οι αναφορές της παρ. 1 περιλαμβάνουν πληροφορίες τουλάχιστον ως προς τα ακόλουθα:

  • α) Την επιλεξιμότητα των στοιχείων ενεργητικού και

τις απαιτήσεις των συνολικών στοιχείων καλύμματος, σύμφωνα με τα άρθρα 8 έως και 13,

  • β) τον διαχωρισμό των στοιχείων καλύμματος, σύμφωνα με το άρθρο 14,
  • γ) τη λειτουργία του υπεύθυνου παρακολούθησης

των συνολικών στοιχείων καλύμματος, σύμφωνα με το άρθρο 15,

  • δ) τις απαιτήσεις κάλυψης, σύμφωνα με το άρθρο 17,
  • ε) το απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά

στοιχεία καλύμματος, σύμφωνα με το άρθρο 18,

  • στ) τις προϋποθέσεις για δομές επεκτάσιμης ληκτότητας, σύμφωνα με το άρθρο 19.
3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, δύναται να θεσπίζει κανόνες, σχετικά με τη συχνότητα και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την τακτική υποβολή των αναφορών της παρ. 1, να εξειδικεύει τις πληροφορίες της παρ. 2 και να καθορίζει επιπλέον πληροφορίες που υποβάλλονται από τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα.

4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, με απόφασή της, θεσπίζει κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που παρέχονται σε αυτήν, σύμφωνα με την παρ. 2, σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα τίθενται σε καθεστώς αφερεγγυότητας ή εξυγίανσης.

Άρθρο 23

Εξουσίες της Τράπεζας της Ελλάδος για τους σκοπούς της εποπτείας των καλυμμένων ομολόγων (άρθρο 22 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Για την άσκηση των καθηκόντων της, στο πλαίσιο του παρόντος, η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτει τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας, ελέγχων και επιβολής κυρώσεων:

  • α) Τη χορήγηση ή μη της άδειας για την έκδοση προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων σύμφωνα με το

άρθρο 20,

  • β) την τακτική επισκόπηση των προγραμμάτων καλυμμένων ομολόγων, με σκοπό την αξιολόγηση της συμμόρ
  • γ) την πραγματοποίηση επιτόπιων και άλλων ελέγχων,
  • δ) την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με το άρθρο 24,
  • ε) την υιοθέτηση εποπτικών κατευθυντήριων γραμμών, σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και

την έκδοση σχετικών αποφάσεων, όπου απαιτείται,

  • στ) την εξειδίκευση κανόνων και θεμάτων εφαρμογής

του παρόντος.

Άρθρο 24

Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα (άρθρο 23 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών της Τράπεζας της Ελλάδος που αναφέρονται στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και της ποινικής νομοθεσίας, η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει, διαζευκτικά ή σωρευτικά, διοικητικές κυρώσεις και διοικητικά μέτρα για παραβάσεις του παρόντος και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων και, ιδίως, στις περιπτώσεις που το πιστωτικό ίδρυμα:

  • α) Έχει λάβει άδεια για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων μέσω ψευδών δηλώσεων ή με οποιοδήποτε άλλο

μη σύννομο τρόπον,

  • β) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες

χορηγήθηκε η άδεια για πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων,

  • γ) έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, χωρίς να λάβει

άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 20,

  • δ) δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 6,
  • ε) δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 7,
  • στ) έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα που δεν είναι

εξασφαλισμένα, σύμφωνα με το άρθρο 8,

  • ζ) έχει εκδώσει καλυμμένα ομόλογα, που είναι εξασφαλισμένα με στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται εκτός

της ΕΕ, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 9,

  • η) χρησιμοποιεί καλυμμένα ομόλογα, ως στοιχεία καλύμματος σε ενδοομιλική δομή ομαδοποίησης καλυμμένων ομολόγων, κατά παράβαση των απαιτήσεων του

άρθρου 10,

  • θ) δεν πληροί τις προϋποθέσεις για κοινή χρηματοδότηση του άρθρου 11,
  • ι) δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 12, για τη σύνθεση των συνολικών στοιχείων καλύμματος,
  • ια) δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 13, σχετικά

με τις συμβάσεις παραγώγων, που συμπεριλαμβάνονται στα συνολικά στοιχεία καλύμματος,

  • ιβ) δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 14, για τον

διαχωρισμό των στοιχείων καλύμματος,

  • ιγ) δεν παρέχει πληροφορίες ή παρέχει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες, που αποσκοπούν στην πληροφόρηση των επενδυτών, κατά παράβαση των απαιτήσεων

του άρθρου 16,

  • ιδ) επανειλημμένα και συστηματικά δεν διατηρεί απόθεμα ασφάλειας ρευστότητας για τα συνολικά στοιχεία

καλύμματος, κατά παράβαση των απαιτήσεων του άρθρου 18,

  • ιε) για καλυμμένα ομόλογα που έχει εκδώσει με δομή

επεκτάσιμης ληκτότητας, δεν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 19,

  • ιστ) δεν υποβάλλει πληροφορίες ή υποβάλλει ελλιπείς

ή ανακριβείς πληροφορίες, κατά παράβαση των απαιτήσεων για την υποβολή αναφορών του άρθρου 22.

2.

Με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 59 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), οι κυρώσεις και τα μέτρα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παρ. 1 είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά και περιλαμβάνουν, ιδίως:

  • α) Ανάκληση της έγκρισης για το πρόγραμμα καλυμμένων ομολόγων,
  • β) δημόσια ανακοίνωση, η οποία αναφέρει την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου και τη φύση

της παράβασης,

  • γ) διαταγή προς το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για

παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της,

  • δ) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα.
3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών χρηματικών προστίμων, λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα, ανάλογα με την περίπτωση:

  • α) Τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της παράβασης,
  • β) τον βαθμό ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου, που ευθύνεται για την παράβαση,
  • γ) την οικονομική επιφάνεια του φυσικού ή νομικού

προσώπου, που ευθύνεται για την παράβαση, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα του φυσικού προσώπου,

  • δ) τη σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν ή των

ζημιών που αποφεύχθηκαν, λόγω της παράβασης από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση, στον βαθμό που τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να προσδιοριστούν,

  • ε) τις ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,
  • στ) τον βαθμό συνεργασίας του φυσικού ή νομικού

προσώπου, που ευθύνεται για την παράβαση με την Τράπεζα της Ελλάδος,

  • ζ) οποιεσδήποτε προηγούμενες παραβάσεις του φυσικού ή νομικού προσώπου που ευθύνεται για την παράβαση,
  • η) τυχόν πραγματικές ή πιθανές συστημικές συνέπειες

της παράβασης.

4.

Σε περίπτωση που η παρ. 1 εφαρμόζεται σε νομικά πρόσωπα, η Τράπεζα της Ελλάδος επιβάλλει τις διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα της παρ. 2 σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του νομικού προσώπου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα που, βάσει του εθνικού νομικού πλαισίου, φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί. Κατά τα λοιπά, ισχύει ο ν. 4261/2014, ιδίως οι παρ. 2 και 4 του άρθρου 62.

5.

Πριν την απόφαση για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων, σύμφωνα με εφαρμόζονται εξαιρέσεις από το δικαίωμα ακρόασης, όταν τα εν λόγω λοιπά διοικητικά μέτρα επιβάλλονται σε περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται, αιτιολογημένα, η ανάληψη επείγουσας δράσης για την πρόληψη σημαντικών ζημιών σε τρίτους ή σημαντικής ζημίας στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στις περιπτώσεις αυτές, παρέχεται στον ενδιαφερόμενο η δυνατότητα ακρόασης το συντομότερο δυνατό μετά την επιβολή του διοικητικού μέτρου και, εάν κριθεί απαραίτητο, το εν λόγω μέτρο αναθεωρείται.

6.

Η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, για την επιβολή των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων της παρ. 2 αιτιολογείται νομίμως και υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Άρθρο 25

Δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων (άρθρο 24 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Οι διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά μέτρα δημοσιοποιούνται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον επίσημο ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.

2.

Η δημοσιοποίηση της παρ. 1 περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον τη δημοσίευση οποιασδήποτε κύρωσης για την παράβαση του παρόντος, κατά της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως είτε η ασκηθείσα αίτηση έχει απορριφθεί, σύμφωνα με τα παραπάνω.

3.

α) Οι ανωτέρω δημοσιοποιήσεις περιλαμβάνουν πληροφορίες, σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης, καθώς και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου, στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή το μέτρο.

  • β) Με την επιφύλαξη της παρ. 4, οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιοποιούνται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, μετά την ενημέρωση του αποδέκτη, σχετικά

με την εν λόγω κύρωση ή το μέτρο, καθώς και σχετικά με τη δημοσιοποίηση της απόφασης περί επιβολής της κύρωσης ή του μέτρου, στον επίσημο ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.

4.

Σε περίπτωση δημοσιοποίησης απόφασης με την οποία επιβάλλονται κυρώσεις ή άλλα μέτρα εναντίον των οποίων εκκρεμεί αίτηση ακυρώσεως, η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί επίσης, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον επίσημο ιστότοπό της, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της αίτησης ακυρώσεως και την έκβασή της.

5.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί την απόφαση με την οποία επιβάλλονται οι κυρώσεις ή τα μέτρα σε ανωνυμοποιημένη βάση και κατά τρόπο σύμφωνο με τη νομοθεσία, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) Όταν η κύρωση ή το μέτρο επιβάλλεται σε φυσικό

πρόσωπο και η δημοσιοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη,

  • β) όταν η δημοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια διεξαγόμενη ποινική έρευνα,
  • γ) όταν η δημοσιοποίηση θα προξενούσε, στον βαθμό

που είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αυτό, δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα πιστωτικά ιδρύματα ή φυσικά πρόσωπα.

6.

Στην περίπτωση που η απόφαση με την οποία επιβάλλεται κύρωση ή μέτρο δημοσιοποιείται σε ανωνυμοποιημένη βάση, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να αναβάλει τη δημοσιοποίηση των σχετικών δεδομένων.

7.

Σε περίπτωση που υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση που ακυρώνει απόφαση επιβολής κύρωσης ή μέτρου, η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιοποιεί το γεγονός αυτό.

8.

α) Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται, σύμφωνα με τις παρ. 2 έως και 6 παραμένουν στον επίσημο ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος για πέντε (5) έτη.

  • β) Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσιοποίηση, παραμένουν στον ανωτέρω

επίσημο ιστότοπο μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

9.

Με την επιφύλαξη της παρ. 1 του άρθρου 61 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), η Τράπεζα της Ελλάδος ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, σχετικά με οποιεσδήποτε επιβαλλόμενες διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων, όποτε συντρέχει περίπτωση, τυχόν αιτήσεων ακυρώσεως αυτών, καθώς και της έκβασής τους.

Άρθρο 26

Υποχρεώσεις συνεργασίας (άρθρο 25 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται στενά με την αρμόδια αρχή εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και με την αρχή εξυγίανσης, σε περίπτωση που το πιστωτικό ίδρυμα που έχει εκδώσει τα καλυμμένα ομόλογα έχει τεθεί σε καθεστώς εξυγίανσης.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, εφόσον αντιληφθεί ότι κάποιου είδους πληροφόρηση, μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την αξιολόγηση της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων σε άλλα κράτη μέλη, γνωστοποιεί με δική της πρωτοβουλία αυτή την πληροφόρηση προς τις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σε αυτά τα κράτη μέλη, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζεται με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών για τους σκοπούς του παρόντος.

Άρθρο 27

Σήμανση (άρθρο 27 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα μπορούν να κάνουν χρήση του σήματος «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο» και της επίσημης μετάφρασής του σε όλες τις επίσημες γλώσσες της ΕΕ μόνο για καλυμμένα ομόλογα, που πληρούν τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα.

2.

Τα πιστωτικά ιδρύματα που εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα μπορούν να κάνουν χρήση του σήματος «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο (Ανωτέρας Ποιότητας)» απαιτήσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος και τις απαιτήσεις του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2160.

3.

Τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν στην Τράπεζα της Ελλάδος, στο πλαίσιο της έκδοσης των καλυμμένων ομολόγων, εάν πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χρήση του σήματος της παρ. 1 ή της παρ. 2 και εάν προτίθενται να κάνουν χρήση του αντίστοιχου σήματος.

4.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος, δύναται να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 28

Απαιτήσεις δημοσίευσης (άρθρο 26 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιεύει στον επίσημο ιστότοπό της:

  • α) Τα κείμενα της εθνικής νομοθεσίας και των αποφάσεων που έχει εκδώσει που αφορούν σε ειδικότερες

απαιτήσεις και κανόνες, ως προς την εφαρμογή των απαιτήσεων του παρόντος, σε σχέση με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων,

  • β) τον κατάλογο των πιστωτικών ιδρυμάτων, που μπορούν να εκδίδουν καλυμμένα ομόλογα,
  • γ) κατάλογο των καλυμμένων ομολόγων, που πληρούν

τις προδιαγραφές, ώστε να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο», και κατάλογο των καλυμμένων ομολόγων που πληρούν τις προδιαγραφές, ώστε να χρησιμοποιούν το σήμα «Ευρωπαϊκό Καλυμμένο Ομόλογο (Ανωτέρας Ποιότητας)».

2.

Οι πληροφορίες της παρ. 1 επικαιροποιούνται, ώστε να λαμβάνονται υπόψη αλλαγές.

3.

Η Τράπεζα της Ελλάδος κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σε ετήσια βάση τον κατάλογο των πιστωτικών ιδρυμάτων, που αναφέρεται στην περ. β) της παρ. 1 και τους καταλόγους καλυμμένων ομολόγων, που αναφέρονται στην περ. γ) της παρ. 1.

Άρθρο 29

Επενδυτικά όρια του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. - Τροποποίηση άρθρου 61 ν. 4099/2012 (άρθρο 28 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162) Η περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250) αντικαθίσταται ως εξής: «β) Κατά παρέκκλιση της παρ. 1, επιτρέπεται η τοποθέτηση μέχρι είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του καθαρού ενεργητικού του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. σε ομολογίες που εκδίδονται πριν από τις 8.7.2022 και πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρούσα περίπτωση, όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, ή σε περίπτωση που οι ομολογίες εμπίπτουν στον ορισμό των καλυμμένων ομολόγων, όπως αυτός προβλέπεται στην περ. 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 (L 328) και τα εθνικά μέτρα ενσωμάτωσής της. Οι επενδύσεις του Ο.Σ.Ε.Κ.Α. σε ομολογίες της παρούσας που ανά εκδότη είναι άνω του πέντε τοις εκατό (5%) δεν επιτρέπεται, αθροιζόμενες, να υπερβαίνουν το ογδόντα τοις εκατό (80%) του καθαρού ενεργητικού του Ο.Σ.Ε.Κ.Α., τηρουμένου του ορίου του 25% ανά εκδότη.».

Άρθρο 30

Ορισμοί - Τροποποίηση εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 ν. 4335/2015 (άρθρο 29 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162) Η περ. 48 της παρ. 1 του εσωτερικού άρθρου 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 αντικαθίσταται ως εξής: «48) «καλυμμένο ομόλογο»: όπως ορίζεται στην περ. 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 (L 328) και στα εθνικά μέτρα ενσωμάτωσής της ή όσον αφορά σε μέσο που εκδίδεται πριν από τις 8.7.2022 ομόλογο, όπως αναφέρεται στην περ. β΄ της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής του.»

Άρθρο 31

Μεταβατικά μέτρα (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Τα καλυμμένα ομόλογα που έχουν εκδοθεί πριν από τις 8.7.2022 και πληρούν τις απαιτήσεις της περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις των άρθρων 7 έως και 14 και 17 έως και 20 του παρόντος, μπορούν όμως να συνεχίσουν να αναφέρονται ως καλυμμένα ομόλογα, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο έως τη λήξη τους.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος παρακολουθεί τη συμμόρφωση των καλυμμένων ομολόγων που αναφέρονται στην παρ. 1, με τις απαιτήσεις του άρθρου 152 του ν. 4261/2014 (Α΄107), όπως ίσχυε κατά την ημερομηνία έκδοσής τους, καθώς και με τις απαιτήσεις του παρόντος, εφόσον εφαρμόζονται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος.

3.

Η πρόβλεψη της παρ. 1 εφαρμόζεται και σε συνεχείς εκδόσεις καλυμμένων ομολόγων για τις οποίες το άνοιγμα του κωδικού ISIN (International Securities Identification Number) πραγματοποιήθηκε πριν από τις 8.7.2022 και για έως και είκοσι τέσσερις (24) μήνες μετά από αυτή την ημερομηνία, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκδόσεις αυτές συμμορφώνονται με όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

  • α) Η ημερομηνία λήξης του καλυμμένου ομολόγου

είναι πριν από τις 8.7.2027,

  • β) το συνολικό μέγεθος έκδοσης των συνεχών εκδόσεων που πραγματοποιήθηκαν μετά τις 8.7.2022 δεν

υπερβαίνει το διπλάσιο του συνολικού μεγέθους έκδοσης των ανεξόφλητων καλυμμένων ομολόγων κατά την ημερομηνία αυτή,

  • γ) το συνολικό μέγεθος έκδοσης του καλυμμένου ομολόγου στη λήξη δεν υπερβαίνει τα έξι δισεκατομμύρια

(6.000.000.000) ευρώ,

  • δ) τα στοιχεία εξασφάλισης βρίσκονται στην Ελλάδα.
Άρθρο 32

Επανεξέταση και εκθέσεις (άρθρο 31 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162)

1.

Έως τις 8.7.2024 το Υπουργείο Οικονομικών υποβάλλει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τα παρακάτω θέματα:

  • β) τις εξελίξεις όσον αφορά στον αριθμό των καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται, σύμφωνα με τον παρόντα και το άρθρο 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013,
  • γ) τις εξελίξεις όσον αφορά στα στοιχεία ενεργητικού

που δίνονται ως εξασφάλιση της έκδοσης καλυμμένων ομολόγων,

  • δ) τις εξελίξεις όσον αφορά στο επίπεδο υπερεξασφάλισης,
  • ε) τις διασυνοριακές επενδύσεις σε καλυμμένα ομόλογα, περιλαμβανομένων των εισερχόμενων επενδύσεων

από τρίτες χώρες και των εξερχόμενων επενδύσεων προς τρίτες χώρες,

  • στ) τις εξελίξεις όσον αφορά στην έκδοση καλυμμένων

ομολόγων με δομές επεκτάσιμης ληκτότητας,

  • ζ) τις εξελίξεις όσον αφορά στους κινδύνους και τα

οφέλη της χρήσης των ανοιγμάτων, όπως αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 129 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013,

  • η) τη λειτουργία της αγοράς καλυμμένων ομολόγων.
Άρθρο 33

Καταργούμενες διατάξεις Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργείται το άρθρο 152 του ν. 4261/2014 (Α΄107), περί καλυμμένων ομολογιών, και οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό νοείται ως αναφορά στις αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος.

ΜΕΡΟΣ Β΄

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/1153 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΣΠΙΣΗ ΚΑΝΟΝΩΝ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ, ΤΗΝ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ, ΤΗ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ Η ΤΗ ΔΙΩΞΗ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΑΔΙΚΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ AΠΟΦΑΣΗΣ 2000/642/ΔΕΥ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 34

Σκοπός Σκοπός του παρόντος είναι η αποτελεσματική και έγκαιρη πρόσβαση σε χρηματοοικονομικές πληροφορίες και η ανταλλαγή τους, η ενίσχυση τόσο της εγχώριας και της διασυνοριακής συνεργασίας, κατά τη διεξαγωγή χρηματοοικονομικών ερευνών, σχετικά με τη σοβαρή εγκληματικότητα και την τρομοκρατία, όσο και της επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ των μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών. Ο σκοπός αυτός επιτυγχάνεται μέσω της ενσωμάτωσης στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 186).

Άρθρο 35

Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153) Αντικείμενο του παρόντος είναι η εισαγωγή ενιαίου θεσμικού πλαισίου για την πρόσβαση, ανταλλαγή και χρήση χρηματοοικονομικών πληροφοριών και πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση και δίωξη σοβαρών εγκλημάτων, καθώς και για τη διευκόλυνση της πρόσβασης και της συνεργασίας της Α΄ Μονάδας της Αρχής και των λοιπών μονάδων χρηματοοικονομικών πληροφοριών σε πληροφορίες σχετικές με την εφαρμογή του νόμου για την πρόληψη και την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των συναφών βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και η θέσπιση σαφών διαδικασιών και εγγυήσεων κατά την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπόλ.

Άρθρο 36

Ορισμοί (άρθρο 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153) Για τους σκοπούς του παρόντος, νοούνται ως:

  • α) «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών

και Λογαριασμών Πληρωμών»: Το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών (Σ.Μ.Τ.Λ. και Λ.Π.) του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), το οποίο ορίζεται ως το εθνικό κεντρικό μητρώο τραπεζικών λογαριασμών και συνιστά τον κεντρικό αυτοματοποιημένο μηχανισμό ηλεκτρονικής ανάκτησης δεδομένων, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στο άρθρο 21Α του ν. 4557/2018 (Α΄ 139).

  • β) «Υπηρεσία ανάκτησης περιουσιακών στοιχείων»:

Το Τμήμα Δ - Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Αμοιβαίας Συνδρομής της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού και Προγραμματισμού Ερευνών της Γενικής Διεύθυνσης του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος του Υπουργείου Οικονομικών του άρθρου 80 του π.δ. 142/2017 (Α΄181).

  • γ) «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών

(«Μ.Χ.Π.»)»: Η αρμόδια εθνική μονάδα των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη, την ανίχνευση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η οποία έχει συσταθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής. Για την Ελλάδα, ως «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)» νοείται η Α΄ Μονάδα ν. 4557/2018.

  • δ) «Αρχή»: Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης

Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του ν. 4557/2018.

  • ε) «Υπόχρεα πρόσωπα»: Όσα ορίζονται στην παρ. 1

του άρθρου 5 του ν. 4557/2018.

  • στ) «Χρηματοοικονομικές πληροφορίες»: Κάθε είδος

πληροφοριών ή δεδομένων, ιδίως δεδομένα σχετικά με χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία, κινήσεις κεφαλαίων ή χρηματοοικονομικές επιχειρηματικές σχέσεις, τα οποία τηρούνται από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του ν. 4557/2018.

  • ζ) «Πληροφορίες σχετικές με την επιβολή του νόμου»:
  • ζα) Κάθε είδος πληροφοριών ή δεδομένων, που τηρούν οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 37, στο πλαίσιο της

πρόληψης, ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων,

  • ζβ) κάθε είδος πληροφοριών ή δεδομένων που κατέχουν δημόσιες αρχές ή ιδιωτικές οντότητες και μπορεί να τεθούν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών του

άρθρου 37, στο πλαίσιο της πρόληψης, διερεύνησης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων, χωρίς να ληφθούν αναγκαστικά μέτρα. Στις πληροφορίες του πρώτου εδαφίου περιλαμβάνονται, ιδίως, ποινικά μητρώα, πληροφορίες σχετικά με διενεργούμενες έρευνες, με τη δέσμευση ή κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων ή άλλα ερευνητικά ή προσωρινά μέτρα και με καταδίκες και δημεύσεις περιουσιακών στοιχείων.

  • η) «Πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών»: Οι ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τραπεζικούς λογαριασμούς, λογαριασμούς πληρωμών και θυρίδες ασφαλείας

που περιλαμβάνονται στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών:

  • ηα) Για τον κάτοχο λογαριασμού - πελάτη και για κάθε

πρόσωπο το οποίο ισχυρίζεται ότι ενεργεί για λογαριασμό του πελάτη: Το ονοματεπώνυμο, συνοδευόμενο είτε από τα άλλα στοιχεία αναγνώρισης, που απαιτούνται, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018, για την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, είτε από έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό, ιδίως τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.),

  • ηβ) για τον πραγματικό δικαιούχο του κατόχου λογαριασμού - πελάτη: το ονοματεπώνυμο, συνοδευόμενο

είτε από τα άλλα στοιχεία αναγνώρισης, που απαιτούνται, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018, για την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου, είτε από έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό,

  • ηγ) για τον τραπεζικό λογαριασμό ή τον λογαριασμό

πληρωμών: τον αριθμό IBAN και την ημερομηνία ανοίγματος και κλεισίματος του λογαριασμού,

  • ηδ) για τη θυρίδα ασφαλείας: το ονοματεπώνυμο του

μισθωτή, συνοδευόμενο από τα άλλα στοιχεία ταυτοποίησης που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4557/2018 για την εξακρίβωση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη και του πραγματικού δικαιούχου, ή από έναν μοναδικό αναγνωριστικό αριθμό και τη διάρκεια της περιόδου μίσθωσης.

  • θ) «Νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες»: Η αξιόποινη πράξη που προβλέπεται κατά την

αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση στα άρθρα 2 και 39 του ν. 4557/2018.

  • ι) «Βασικά αδικήματα»: Τα εγκλήματα που καθορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 4557/2018.
  • ια) «Χρηματοδότηση της τρομοκρατίας»: Η αξιόποινη πράξη που περιγράφεται στην περ. β) του άρθρου 4

του ν. 4557/2018, δηλαδή, η αξιόποινη υποστήριξη των τρομοκρατικών πράξεων και της τρομοκρατικής οργάνωσης, όπως ορίζονται στα άρθρα 187Α και 187Β ΠΚ και στα άρθρα 32 έως και 35 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103).

  • ιβ) «Χρηματοοικονομική ανάλυση»: Τα αποτελέσματα

της επιχειρησιακής και στρατηγικής ανάλυσης που έχει ήδη διεξαχθεί από τις Μ.Χ.Π. για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με το άρθρο 48 του ν. 4557/2018.

  • ιγ) «Σοβαρά εγκλήματα»: Οι αξιόποινες πράξεις που

αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 (L 135), το οποίο προσαρτάται ως Παράρτημα στον παρόντα και οι οποίες προβλέπονται κατά την αντικειμενική και υποκειμενική τους υπόσταση στον Ποινικό Κώδικα και τους ειδικούς ποινικούς νόμους και τιμωρούνται με τις προβλεπόμενες ποινές ως εξής:

  • ιγα) Οι τρομοκρατικές πράξεις, η τρομοκρατική οργάνωση και η αξιόποινη υποστήριξη και χρηματοδότησή

τους, κατά τα άρθρα 187Α, 187Β ΠΚ και 32 έως και 35 του ν. 4689/2020,

  • ιγβ) η εγκληματική οργάνωση, κατά το άρθρο 187 ΠΚ,
  • ιγγ) τα εγκλήματα διακίνησης ναρκωτικών, που προβλέπονται στα άρθρα 20 έως και 23 του Κεφαλαίου Δ΄

του ν. 4139/2013 (A΄ 74),

  • ιγδ) η νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες που προβλέπεται στα άρθρα 2 και 39 του

ν. 4557/2018,

  • ιγε) τα εγκλήματα που προβλέπονται στις παρ. 1 και 3

του άρθρου 8 του ν.δ. 181/1974 (Α΄ 347), ιγστ) τα εγκλήματα που προβλέπονται στις παρ. 5 έως και 8 του άρθρου 29 και στο άρθρο 30 του ν. 4251/2014 (Α΄ 80),

  • ιγζ) η εμπορία ανθρώπων, κατά το άρθρο 323Α ΠΚ,
  • ιγη) η αυθαίρετη χρήση μεταφορικού μέσου, κατά το

άρθρο 374Α ΠΚ και τα εγκλήματα τα σχετικά με μηχανοκίνητα οχήματα,

  • ιγθ) η ανθρωποκτονία με πρόθεση, κατά το άρθρο 299

ΠΚ, η βαριά σωματική βλάβη, κατά το άρθρο 310 ΠΚ, η θανατηφόρα βλάβη, κατά το άρθρο 311 ΠΚ,

  • ιγι) τα εγκλήματα του άρθρου 35 του ν. 3984/2011

(Α΄ 150), σε συνδυασμό με το άρθρο 323Α ΠΚ, ιγια) η αρπαγή, κατά το άρθρο 322 ΠΚ, η αρπαγή ανηλίκων, κατά το άρθρο 324 ΠΚ, η παράνομη κατακράτηση, κατά το άρθρο 325 ΠΚ, η ακούσια απαγωγή, κατά το άρθρο 327 ΠΚ και η εκούσια απαγωγή, κατά το άρθρο 328 ΠΚ, ιγιβ) το έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά, κατά το άρθρο 82Α ΠΚ και τα εγκλήματα που προβλέπονται στον ν. 927/1979 (Α΄ 139), ιγιδ) τα εγκλήματα, που προβλέπονται στα άρθρα 53, 54, 55, 61 και 63 του ν. 4858/2021 (Α΄ 220), ιγιε) η υπεξαίρεση, κατά το άρθρο 375 ΠΚ, η απάτη, κατά το άρθρο 386 ΠΚ, η απάτη με υπολογιστή, κατά το άρθρο 386Α ΠΚ και η απάτη σχετικά με τις επιχορηγήσεις, κατά το άρθρο 386Β ΠΚ, ιγιστ) τα εγκλήματα για την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που προβλέπονται στα άρθρα 23 και 24 του ν. 4689/2020 (Α΄ 103), ιγιζ) τα χρηματιστηριακά εγκλήματα, που προβλέπονται στα άρθρα 28 έως και 31 του ν. 4443/2016 (Α΄ 232), ιγιη) η εκβίαση, κατά το άρθρο 385 ΠΚ, ιγιθ) τα εγκλήματα του άρθρου 66 του ν. 2121/1993 (Α΄  25) και των παρ. 1 και 2 του άρθρου 45 του ν. 4679/2020 (Α΄ 71), για τα εμπορικά σήματα,

  • ιγκ) η πλαστογραφία και κατάχρηση ενσήμων, κατά

την παρ. 1 του άρθρου 208Γ ΠΚ, οι προπαρασκευαστικές πράξεις του άρθρου 211 ΠΚ, η πλαστογραφία, κατά το άρθρο 216 ΠΚ, η διακεκριμένη πλαστογραφία πιστοποιητικών, κατά την παρ. 3 του άρθρου 217 ΠΚ, ιγκα) η παραχάραξη νομίσματος και άλλων μέσων πληρωμής, κατά το άρθρο 207 ΠΚ, η κυκλοφορία πλαστών νομισμάτων και άλλων μέσων πληρωμής, κατά το άρθρο 208 ΠΚ, η καθ’ υπέρβαση κατασκευή νομίσματος, κατά το άρθρο 208Α ΠΚ, ιγκβ) τα εγκλήματα κατά των τηλεπικοινωνιών, κατά τις παρ. 1 έως και 4 του άρθρου 292Α, τα άρθρα 292Β, 292Γ, 292Δ, τις παρ. 1 και 2 του άρθρου 292Ε ΠΚ και η παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή σε δεδομένα, κατά τα άρθρα 370Β, 370Γ, τις παρ. 2 και 3 του άρθρου 370Δ και το άρθρο 370Ε ΠΚ, ιγκγ) η δωροληψία και η δωροδοκία πολιτικών προσώπων και δικαστικών λειτουργών, κατά τα άρθρα 159, 159Α και 237 ΠΚ και η δωροληψία και η δωροδοκία υπαλλήλου, κατά τα άρθρα 235 και 236 ΠΚ, η εμπορία επιρροής και η δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα, κατά τα άρθρα 237Α και 396 ΠΚ και η δωροδοκία και η δωροληψία για αλλοίωση αποτελέσματος αγώνα, κατά το άρθρο 132 του ν. 2725/1999 (Α΄ 121), ιγκδ) τα εγκλήματα των άρθρων 6, 15 και 17 του ν. 2168/1993 (Α΄ 147), ιγκε) τα εγκλήματα των παρ. 1 έως και 3 του άρθρου 28 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160) και των παρ. 1 έως και 5 του άρθρου 6 του ν. 4037/2012 (Α΄ 10) για τη θαλάσσια ρύπανση, ιγκστ) η διευκόλυνση προσβολών της ανηλικότητας, κατά το άρθρο 348 ΠΚ, η πορνογραφία ανηλίκων, κατά το άρθρο 348Α ΠΚ, η προσέλκυση παιδιών για γενετήσιους λόγους κατά το άρθρο 348Β ΠΚ, οι πορνογραφικές παραστάσεις ανηλίκων, κατά το άρθρο 348Γ ΠΚ, η μαστροπεία, κατά το άρθρο 349 ΠΚ και η γενετήσια πράξη με ανήλικο έναντι αμοιβής, κατά το άρθρο 351Α ΠΚ, ιγκζ) το παράνομο εμπόριο απειλούμενων ζωϊκών ειδών, ιγκη) το παράνομο εμπόριο απειλούμενων φυτικών ειδών και φυτικών ποικιλιών, ιγκθ) η παράνομη διακίνηση ορμονικών ουσιών και άλλων αυξητικών παραγόντων, κατά το άρθρο 128 Θ του ν. 2725/1999 (Α΄ 121),

  • ιγλ) η λαθρεμπορία, όπως ορίζεται στο άρθρο 155

και στις περ. β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 157 του ν. 2960/2001 (Α΄ 265), ιγλα) το έγκλημα της γενοκτονίας, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου κατά τα άρθρα 6, 7 και 8 του Καταστατικού του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, όπως έχει κυρωθεί στην ελληνική νομοθεσία με τον ν. 3003/2002 (Α΄ 75). Το παρόν εφαρμόζεται και για την περίπτωση εγκλημάτων τα οποία αναφέρονται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, το οποίο έχει προσαρτηθεί ως Παράρτημα, και δεν ορίζονται στις περιπτώσεις ιγαα΄ έως ιγλα΄. Διαφορές μεταξύ των ορισμών των σοβαρών εγκλημάτων στον κατάλογο του Παραρτήματος Ι του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794, στον Ποινικό Κώδικα και στους ειδικούς ποινικούς νόμους δεν εμποδίζουν την εφαρμογή του παρόντος νόμου.

  • ιδ) Υπεύθυνος επεξεργασίας: Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων είναι υπεύθυνος επεξεργασίας του Συστήματος Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών ως διαχειριστής αυτού σύμφωνα

με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013. Οι αρμόδιες αρχές παραμένουν υπεύθυνοι επεξεργασίας για τις επεξεργασίες που διενεργούν κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών εγκλημάτων.

Άρθρο 37

Αρμόδιες αρχές (άρθρο 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους, και σε κάθε περίπτωση με αρμοδιότητα την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη των σοβαρών εγκλημάτων ή την υποστήριξη ποινικής έρευνας που αφορά τέτοιου είδους σοβαρά εγκλήματα ή την ανίχνευση, τον εντοπισμό και τη δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με μια τέτοια ποινική έρευνα, ορίζονται οι ακόλουθες:

  • α) οι δικαστικές και εισαγγελικές αρχές,
  • β) το Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της Εισαγγελίας

Εφετών Αθηνών,

  • γ) η Ελληνική Αστυνομία,
  • δ) το Λιμενικό Σώμα,
  • ε) η Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων Σωμάτων

Ασφαλείας,

  • στ) η Εθνική Αρχή Διαφάνειας,
  • ζ) η Ειδική Υπηρεσία Επιτροπής Ελέγχου Δηλώσεων

Περιουσιακής Κατάστασης της Βουλής των Ελλήνων,

  • η) το Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.)

του Υπουργείου Οικονομικών,

  • θ) η Μονάδα Εσωτερικού Ελέγχου του Υπουργείου

Οικονομικών,

  • ι) η Διεύθυνση Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος του

Υπουργείου Οικονομικών,

  • ια) το Τμήμα Δ΄ Ανάκτησης Περιουσιακών Στοιχείων

από Εγκληματικές Δραστηριότητες και Αμοιβαίας Συν Σ.Δ.Ο.Ε. του Υπουργείου Οικονομικών,

  • ιβ) η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία

διαχειρίζεται το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163),

  • ιγ) η Β΄ και η Γ΄ Μονάδα της Αρχής.
2.

Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 1 δύναται να ζητούν και να λαμβάνουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή χρηματοοικονομική ανάλυση από την Α΄ Μονάδα της Αρχής.

3.

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων κοινοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τις αρμόδιες αρχές των παρ. 1 και 2 έως τις 30.6.2022, καθώς και κάθε σχετική τροποποίηση. Εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων ο κατάλογος των αρμοδίων αρχών του πρώτου εδαφίου της παρούσας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Άρθρο 38

Πρόσβαση σε πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών και δυνατότητα αναζήτησης (άρθρο 4 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Οι αρμόδιες αρχές έχουν πρόσβαση στο Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, άμεσα και απευθείας, για την αναζήτηση στις πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρού εγκλήματος ή την υποστήριξη ποινικής έρευνας που αφορά σε σοβαρό έγκλημα για τους σκοπούς του παρόντος, συμπεριλαμβανομένων της ανίχνευσης, του εντοπισμού και της δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με τέτοια έρευνα. Η πρόσβαση και η αναζήτηση πραγματοποιούνται άμεσα και απευθείας και σε κάθε περίπτωση εντός μιας εργάσιμης ημέρας με ηλεκτρονικό τρόπο, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), με την ταχεία διαβίβαση των πληροφοριών των τραπεζικών λογαριασμών στις αρμόδιες αρχές του άρθρου 37 μέσω αυτοματοποιημένου μηχανισμού, χωρίς ενδιάμεση παρέμβαση φορέα στα ζητούμενα δεδομένα ή στις πληροφορίες που παρέχονται.

2.

Οι πρόσθετες πληροφορίες που θεωρούνται απαραίτητες και παρέχονται από το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών, δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 21α του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) και των κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 62 του ν. 4170/2013 προβλεπόμενων αποφάσεων, δεν είναι προσβάσιμες και αναζητήσιμες από τις αρμόδιες αρχές, υπό την επιφύλαξη των όρων και προϋποθέσεων της νομοθεσίας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270) και σε κάθε ειδικότερη διάταξη. Οι πληροφορίες που θεωρούνται απαραίτητες και παρέχονται από το Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών για άλλους σκοπούς ή σε σχέση με άλλα ποινικά αδικήματα, εκτός όσων αναφέρονται στο άρθρο 36, δεν είναι προσβάσιμες και αναζητήσιμες από τις αρμόδιες αρχές κατά τον παρόντα.

Άρθρο 39

Προϋποθέσεις πρόσβασης και αναζήτησης πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών (άρθρο 5 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Η πρόσβαση και η αναζήτηση πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών διενεργείται μόνο από ειδικά ορισμένα και εξουσιοδοτημένα για τον σκοπό αυτό πρόσωπα κάθε, κατά περίπτωση, αρμόδιας αρχής.

2.

Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα της παρ. 1 διατηρούν υψηλά επαγγελματικά πρότυπα σε ζητήματα εμπιστευτικότητας και προστασίας των δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 63 του ν. 4170/2013 (Α΄ 163), τις διατάξεις περί εχεμύθειας του άρθρου 26 του ν. 3528/2007 (A΄ 26) και τον ν. 4624/2019 (Α΄ 137), διακρίνονται για την ακεραιότητά τους, διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και λαμβάνουν, εφόσον απαιτείται, ειδική εκπαίδευση για τη διασφάλιση των προτύπων αυτών. Η εξουσιοδότηση των χρηστών γίνεται μετά από αίτημα των αρμοδίων αρχών του άρθρου 37 στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην υπ’ αριθμ. 1258/2013 (Β΄ 3101) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή κάθε μεταγενέστερη αυτής κανονιστική πράξη, εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 62 του ν. 4170/2013.

3.

Η πρόσβαση και η αναζήτηση πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών από τις αρμόδιες αρχές πραγματοποιούνται υπό τους όρους και τις εγγυήσεις εφαρμογής των κατάλληλων τεχνικών και οργανωτικών μέτρων και διαδικασιών, ώστε να διασφαλίζονται ο απόρρητος χαρακτήρας της επεξεργασίας και το κατάλληλο επίπεδο ασφαλείας σε σχέση με τους κινδύνους που παρουσιάζουν η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και του ν. 4624/2019 και τηρουμένων των όρων και προϋποθέσεων που ορίζονται στην υπ’ αριθμ. 1258/2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ή κάθε μεταγενέστερη αυτής κανονιστική πράξη, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 62 του ν. 4170/2013, ιδίως στο Παράρτημα Δ΄ αυτής, σχετικά με τον Κανονισμό Διαχείρισης και Λειτουργίας του Σ.Μ.Τ.Λ. και Λ.Π.

4.

Οι πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών είναι διαθέσιμες υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας για την άρση του τραπεζικού απορρήτου, για την άρση του απορρήτου των στοιχείων έναντι των παραπάνω αρμόδιων αρχών και για την αυτοματοποιημένη πρόσβασή τους σε αυτές, σύμφωνα με το άρθρο 62 του ν. 4170/2013, το άρθρο 3 του ν.δ. 1059/1971 (Α΄ 270)

5.

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων υποχρεούται πριν από την εκχώρηση δικαιωμάτων πρόσβασης στο Σύστημα να εξετάζει αναλυτικά τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων, ώστε η πρόσβαση να πραγματοποιείται μόνο για τους σκοπούς του παρόντος και να περιορίζεται μόνο στις ορισθείσες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 40

Αρχείο καταχωρίσεων αιτημάτων (άρθρο 6 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων διασφαλίζει την τήρηση αρχείων καταγραφής αιτημάτων κάθε πρόσβασης των αρμοδίων αρχών σε πληροφορίες τραπεζικών λογαριασμών. Οι καταχωρίσεις αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

  • α) Τα στοιχεία της υπόθεσης,
  • β) την ημερομηνία και ώρα του ερωτήματος ή της

αναζήτησης,

  • γ) το είδος των δεδομένων που χρησιμοποιήθηκαν για

την υποβολή του ερωτήματος ή την πραγματοποίηση της αναζήτησης,

  • δ) τους μοναδικούς κωδικούς αναγνώρισης των αποτελεσμάτων,
  • ε) το όνομα της αρχής που συμβουλεύτηκε το Σύστημα

Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών,

  • στ) τον μοναδικό κωδικό αναγνώρισης χρήστη του

υπαλλήλου που πραγματοποίησε το ερώτημα ή την αναζήτηση του προϊσταμένου που έδωσε τη σχετική προς τούτο έγκριση και τον μοναδικό κωδικό αναγνώρισης χρήστη του παραλήπτη των αποτελεσμάτων του ερωτήματος ή της αναζήτησης.

2.

Τα αρχεία καταγραφής αιτημάτων ελέγχονται τακτικά από τον υπεύθυνο προστασίας δεδομένων της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων διαθέτει τα αρχεία του πρώτου εδαφίου, κατόπιν αιτήματος, στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

3.

Τα αρχεία καταγραφής των αιτημάτων που αναφέρονται στην παρ. 1 χρησιμοποιούνται μόνο για τον έλεγχο της προστασίας των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένου του ελέγχου του παραδεκτού ενός αιτήματος και της νομιμότητας της επεξεργασίας δεδομένων, καθώς και για τη διασφάλιση των δεδομένων. Προστατεύονται με κατάλληλα μέτρα έναντι της μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης και διαγράφονται πέντε (5) έτη μετά τη δημιουργία τους, εκτός εάν είναι απαραίτητα για διαδικασίες ελέγχου που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και επιτρέπεται ή επιβάλλεται αιτιολογημένα από άλλη διάταξη νόμου ή κανονιστική απόφαση η φύλαξή τους για μακρότερο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τη δεκαετία.

4.

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα, ιδίως διοργανώνει ειδικά εκπαιδευτικά προγράμματα, όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο, ώστε οι αρμόδιοι υπάλληλοι να έχουν γνώση της νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κανόνων για την προστασία των δεδομένων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΑΡΜΟΔΙΩΝ ΑΡΧΩΝ ΚΑΙ ΜΧΠ, ΚΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΜΧΠ

Άρθρο 41

Αιτήματα παροχής πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές προς την Α΄ Μονάδα της Αρχής (άρθρο 7 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Η Α΄ Μονάδα της Αρχής συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές της παρ. 2 του άρθρου 37 και απαντά, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, σε αιτιολογημένα αιτήματα παροχής χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων, που λαμβάνει από τις ανωτέρω αρχές, όταν οι εν λόγω χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις είναι αναγκαίες, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, για την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών εγκλημάτων για τον σκοπό του παρόντος, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) και με την επιφύλαξη των περιορισμών του άρθρου 48 του παρόντος. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου της παρούσας, λαμβάνεται υπόψη η μυστικότητα της ποινικής προδικασίας και διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των παρεχόμενων πληροφοριών.

2.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που διαμοιράστηκαν από την Α΄ Μονάδα της Αρχής, με σκοπό την πρόληψη, ανίχνευση, διερεύνηση ή δίωξη σοβαρών ποινικών αδικημάτων, μπορεί να υποβάλλονται σε επεξεργασία από τις αρμόδιες αρχές επιπλέον των σκοπών για τους οποίους συλλέχθηκαν, σε κάθε περίπτωση αποκλειστικά για τους συγκεκριμένους σκοπούς της πρόληψης, ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης των ποινικών αδικημάτων, δυνάμει του παρόντος και σύμφωνα με τα άρθρα 43 και 47 του ν. 4624/2019 (Α΄ 137).

Άρθρο 42

Αιτήματα παροχής πληροφοριών από την Α΄ Μονάδα της Αρχής προς τις αρμόδιες αρχές (άρθρο 8 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153) Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 2 του άρθρου 37 απαντούν, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, σε αιτήματα παροχής πληροφοριών σχετικών με την επιβολή του νόμου που λαμβάνουν από την Α΄ Μονάδα της Αρχής, όταν οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την πρόληψη, ανίχνευση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των συναφών βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, πέραν όσων ορίζονται στα άρθρα 34 και 49 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) και με τις προϋποθέσεις αυτών. Κατά την ανταλλαγή των πληροφοριών του πρώτου εδαφίου της παρούσας, λαμβάνεται υπόψη η μυστικότητα της ποινικής προδικασίας και διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των παρεχόμενων πληροφοριών. (άρθρο 9 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Σε εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις, η Α΄ Μονάδα της Αρχής δύναται να ανταλλάσσει με Μονάδες Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών άλλων κρατών μελών χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που μπορεί να σχετίζονται με την επεξεργασία ή την ανάλυση πληροφοριών σχετικών με την τρομοκρατία ή το οργανωμένο έγκλημα που συνδέεται με την τρομοκρατία.

2.

Στις περιπτώσεις της παρ. 1 και με την επιφύλαξη πιθανών επιχειρησιακών περιορισμών, η Αρχή επιδιώκει να ανταλλάσσει αυτού του είδους τις πληροφορίες αμελλητί.

Άρθρο 44

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών (άρθρο 10 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Οι αρμόδιες αρχές της παρ. 2 του άρθρου 37 δύνανται να ανταλλάσσουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που τους διαμοιράστηκαν από την Α΄ Μονάδα της Αρχής, κατόπιν σχετικού αιτήματος και βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, με τις ορισθείσες αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, όταν οι εν λόγω χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις είναι αναγκαίες για την πρόληψη, ανίχνευση και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, των συναφών βασικών αδικημάτων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

2.

Για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου ασφάλειας των δεδομένων, η διαδικασία ανταλλαγής πληροφοριών ή αναλύσεων του παρόντος άρθρου πραγματοποιείται με τη χρήση ειδικών για τον σκοπό αυτό ασφαλών ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΟΛ

Άρθρο 45

Παροχή πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών στην Ευρωπόλ (άρθρο 11 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153) Υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2016, για τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ) και την αντικατάσταση και κατάργηση των αποφάσεων του Συμβουλίου 2009/371/ΔΕΥ, 2009/934/ΔΕΥ, 2009/935/ ΔΕΥ, 2009/936/ΔΕΥ και 2009/968/ΔΕΥ (L 135), οι αρμόδιες αρχές δύνανται να απαντούν, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, σε επαρκώς αιτιολογημένα αιτήματα της Ευρωπόλ για παροχή πληροφοριών τραπεζικών λογαριασμών, που πραγματοποιούνται εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της και για την εκτέλεση των καθηκόντων της, είτε μέσω της εθνικής μονάδας Ευρωπόλ, είτε μέσω απευθείας επαφών με την Ευρωπόλ, με την προϋπόθεση της πρόσβασης στους διαύλους επικοινωνίας του άρθρου 47 και σύμφωνα με όσα ορίζονται σε αυτό.

Άρθρο 46

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ Α΄ Μονάδας Αρχής και Ευρωπόλ (άρθρο 12 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153) Η Α΄ Μονάδα της Αρχής δύναται να απαντά, βάσει κατά περίπτωση εξέτασης, σε επαρκώς αιτιολογημένα αιτήματα της Ευρωπόλ για παροχή χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων, που πραγματοποιούνται εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της και για την εκτέλεση των καθηκόντων της είτε μέσω της εθνικής μονάδας Ευρωπόλ είτε απευθείας, σύμφωνα με το άρθρο 47 του παρόντος, υπό τις προϋποθέσεις των παρ. 6 και 7 του άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/794 και του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139).

Άρθρο 47

Ειδικότερες ρυθμίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ευρωπόλ (άρθρο 13 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Η ανταλλαγή πληροφοριών δυνάμει των άρθρων 45 και 46 πραγματοποιείται ηλεκτρονικά και εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, είτε μέσω του συστήματος SIENA ή του διαδόχου του στη γλώσσα που χρησιμοποιείται στο σύστημα SIENA, είτε μέσω του συστήματος FIU. Net ή του διαδόχου του, υπό τις προϋποθέσεις του Κανονισμού (EE) 2016/794 και των άρθρων 34 και 49 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139).

2.

Τα αιτήματα της Ευρωπόλ προς την Α΄ Μονάδα της Αρχής αντιμετωπίζονται ως προερχόμενα από Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών άλλου κράτους μέλους.

Άρθρο 48

Προϋποθέσεις ανταλλαγής χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων (παρ. 2 έως 4 του άρθρου 7, εδάφια δεύτερο και τρίτο της παρ. 1 του άρθρου 10 και παρ. 3 του άρθρου 12 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Στις περιπτώσεις αιτημάτων παροχής πληροφοριών ή αναλύσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 41 και 46, η ικανοποίηση των οποίων ενδέχεται να έχει αρνητικές συνέπειες σε διεξαγόμενες έρευνες ή αναλύσεις ή να είναι σαφώς δυσανάλογη προς τα έννομα συμφέροντα ενός φυσικού ή νομικού προσώπου ή να μην εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκε, η Α΄ Μονάδα της Αρχής δεν υποχρεούται να ανταποκριθεί.

2.

Οποιαδήποτε χρήση των χρηματοοικονομικών πληροφοριών ή αναλύσεων για σκοπούς πέρα από αυτούς για τους οποίους παρασχέθηκαν, καθώς και οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβασή τους σε άλλη αρχή ή φορέα, απαιτεί την προηγούμενη συγκατάθεση της Α΄ Μονάδας της Αρχής. Κάθε άρνηση απάντησης σε αιτήματα που λαμβάνονται δυνάμει των άρθρων 41, 43, 44 και 46 αιτιολογείται από την Α΄ Μονάδα της Αρχής.

4.

Δυνάμει του άρθρου 34 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139), οι χρηματοοικονομικές πληροφορίες ή αναλύσεις που διαμοιράζονται από την Α΄ Μονάδα της Αρχής είναι εμπιστευτικές, προορίζονται αποκλειστικά για πληροφοριακή χρήση και δεν μπορούν να θεωρηθούν ή να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα ποινικών διαδικασιών, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 178 ΚΠΔ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Άρθρο 49

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 15 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153) Το παρόν κεφάλαιο εφαρμόζεται μόνο κατά την ανταλλαγή χρηματοοικονομικών πληροφοριών και πληροφοριών χρηματοοικονομικής ανάλυσης, σύμφωνα με τα άρθρα 41 έως και 48.

Άρθρο 50

Επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (άρθρο 16 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την οποία αποκαλύπτονται η φυλετική ή εθνική καταγωγή, τα πολιτικά φρονήματα, οι θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις, η συμμετοχή σε συνδικαλιστική οργάνωση, δεδομένα που αφορούν στην υγεία ή δεδομένα που αφορούν στη σεξουαλική ζωή ή στον γενετήσιο προσανατολισμό ενός φυσικού προσώπου επιτρέπεται μόνο από πρόσωπα που έχουν λάβει ειδική εξουσιοδότηση από τον υπεύθυνο της επεξεργασίας και υπό την προϋπόθεση ότι η επεξεργασία είναι αναγκαία και αναλογική για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους για τους σκοπούς του παρόντος, σύμφωνα με όσα ορίζονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, τον ν. 4624/2019 (Α΄ 137) και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/794 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, στο αντίστοιχο πεδίο εφαρμογής τους.

2.

Τα πρόσωπα της παρ. 1 λαμβάνουν ειδική εκπαίδευση για θέματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και πρακτικές ασφαλείας όσον αφορά στην πρόσβαση, επεξεργασία και ανταλλαγή των δεδομένων με την καθοδήγηση του υπευθύνου προστασίας δεδομένων του φορέα τους.

Άρθρο 51

Περιεχόμενο και αρχεία αιτημάτων παροχής πληροφοριών (άρθρο 17 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Οι αρμόδιες αρχές και η Α΄ Μονάδα της Αρχής τηρούν αρχεία σχετικά με τα αιτήματα παροχής πληροφοριών και λαμβάνουν ειδικά μέτρα ασφαλείας, ιδίως, όσον αφορά στην τήρηση των φυσικών φακέλων. Τα αρχεία τηρούνται για περίοδο πέντε (5) ετών από τη δημιουργία τους και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για σκοπούς εξακρίβωσης, αυτοελέγχου και κατοχύρωσης της ακεραιότητας και της ασφάλειας των δεδομένων, καθώς και για σκοπούς επαλήθευσης της νομιμότητας της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατόπιν αιτήματος, οι αρχές παρέχουν πρόσβαση στα συγκεκριμένα αρχεία στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

2.

Τα αρχεία των αιτημάτων παροχής πληροφοριών περιλαμβάνουν:

  • α) Το όνομα της αρχής ή υπηρεσίας, το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του μέλους της αρχής ή

της υπηρεσίας, που υποβάλλει το αίτημα παροχής πληροφοριών, καθώς και το ονοματεπώνυμο και τα στοιχεία επικοινωνίας του παραλήπτη της απάντησης επί του αιτήματος ή της αναζήτησης,

  • β) την παραπομπή στην εθνική υπόθεση, σχετικά με

την οποία υποβάλλεται το αίτημα παροχής πληροφοριών,

  • γ) το αντικείμενο του αιτήματος παροχής πληροφοριών και
  • δ) τις ενέργειες που έλαβαν χώρα, κατόπιν της υποβολής του αιτήματος.
Άρθρο 52

Περιορισμοί των δικαιωμάτων των υποκειμένων των δεδομένων (άρθρο 18 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Ο περιορισμός εν όλω ή εν μέρει, του δικαιώματος πρόσβασης του υποκειμένου των δεδομένων στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, δηλαδή, στις χρηματοοικονομικές πληροφορίες και στις πληροφορίες χρηματοοικονομικής ανάλυσης που ανταλλάσσονται σύμφωνα με τα άρθρα 41 έως και 44 του παρόντος, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, όπου οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 37 ή η Α΄ Μονάδα της Αρχής ως κατά περίπτωση υπεύθυνοι επεξεργασίας των αρχείων που αναφέρονται στα άρθρα 41 έως και 48 εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους αποκλειστικά και μόνο για τους σκοπούς του παρόντος, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να μην παρεμποδίζεται η διενέργεια επίσημων ή νομικών ερευνών, αναλύσεων ή διαδικασιών και για να εξασφαλιστεί ότι δεν διακυβεύονται η πρόληψη, η διερεύνηση και ο εντοπισμός των ποινικών αδικημάτων του παρόντος, η εκτέλεση των ποινικών κυρώσεων αυτών, η προστασία της δημόσιας και εθνικής ασφάλειας, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των έννομων συμφερόντων των υποκειμένων του δικαιώματος πρόσβασης και σε κάθε περίπτωση τηρουμένων των υποχρεώσεων που ορίζονται στα άρθρα 50 και 51.

2.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει εγγράφως και αμελλητί το υποκείμενο των δεδομένων για κάθε άρνηση ή περιορισμό πρόσβασης και για τους λόγους πληροφοριών υπονομεύει έναν από τους σκοπούς της παρ. 1. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας ενημερώνει το υποκείμενο των δεδομένων για τη δυνατότητα να προβεί σε καταγγελία προς την Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και να ασκήσει δικαστική προσφυγή.

3.

Ο υπεύθυνος επεξεργασίας τεκμηριώνει τους πραγματικούς ή νομικούς λόγους επί των οποίων βασίζεται η απόφαση. Οι πληροφορίες αυτές τίθενται στη διάθεση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα.

4.

Οι αρχές της παρ. 1 επανεξετάζουν σε τακτική βάση τον περιορισμό της πρόσβασης του παρόντος, προκειμένου να διακριβώνεται ότι οι προϋποθέσεις της παρ. 1 εξακολουθούν να συντρέχουν.

5.

Στο πλαίσιο ποινικής έρευνας και διαδικασίας, τα δικαιώματα ενημέρωσης για την επεξεργασία, τα δικαιώματα πρόσβασης, διόρθωσης ή διαγραφής και περιορισμού των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά τα άρθρα 54 έως και 56 του ν. 4624/2019 (Α΄ 137), ασκούνται σύμφωνα με όσα ορίζουν ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας, ειδικές δικονομικές διατάξεις και ο Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α΄ 35).

6.

Τα ανωτέρω ισχύουν υπό την επιφύλαξη ότι το δικαίωμα πρόσβασης των υποκειμένων των δεδομένων δεν περιορίζεται σύμφωνα με ειδικότερη ρύθμιση, η οποία ισχύει για τις αρχές της παρ. 1 σχετικά με σκοπούς ανίχνευσης, διερεύνησης ή δίωξης ποινικών αδικημάτων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΕΡΙ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ, ΣΥΝΑΦΕΙΑΣ ΜΕ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 53

Συλλογή, τήρηση και επεξεργασία στατιστικών στοιχείων (άρθρο 19 και παρ. 6 άρθρου 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Στο πλαίσιο ελέγχου της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων συστημάτων για την καταπολέμηση των σοβαρών εγκλημάτων τηρούνται σε εθνικό επίπεδο ολοκληρωμένα στατιστικά στοιχεία,

  • α) Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων τηρεί πλήρη

και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία, που περιλαμβάνουν τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό αναζητήσεων, οι οποίες πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 38.

  • β) Οι αρμόδιες αρχές και η Α΄ Μονάδα της Αρχής

τηρούν πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία, που αφορούν σε δεδομένα μέτρησης του αριθμού των αιτημάτων, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού αναζητήσεων των φυσικών και νομικών προσώπων, που διατυπώνονται από κάθε αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 38, τη συνέχεια που δίδεται στα αιτήματα αυτά, τον αριθμό των υποθέσεων που διερευνώνται, τα δεδομένα μέτρησης του χρόνου που χρειάζεται μια αρχή από την παραλαβή ενός αιτήματος έως την απάντησή της, δεδομένα μέτρησης του κόστους σε ανθρώπινους πόρους και πόρους τεχνολογίας πληροφορικής που χρησιμοποιούνται για εγχώρια και διασυνοριακά αιτήματα, τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

  • γ) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης τηρεί πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία, που περιλαμβάνουν τις

πληροφορίες, σχετικά με τον αριθμό των προσώπων κατά των οποίων ασκείται ποινική δίωξη και τον αριθμό των προσώπων που καταδικάζονται για τα σοβαρά εγκλήματα του παρόντος, εφόσον οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες.

2.

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, οι αρμόδιες αρχές και η Α΄ Μονάδα της Αρχής διαβιβάζουν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τα πλήρη και ενημερωμένα στατιστικά στοιχεία της παρ. 1 εντός του μηνός Ιανουαρίου εκάστου έτους και διατηρούν την ευθύνη τήρησης και ακρίβειας αυτών. To Υπουργείο Δικαιοσύνης διαβιβάζει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα στοιχεία της παρ. 1. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος, ιδίως τα θέματα οργάνωσης, παραγωγής, συγκέντρωσης και διαβίβασης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή α) των ετήσιων στατιστικών στοιχείων της παρ. 1, καθώς και πρόσθετων πληροφοριών επί αυτών, β) των απαραίτητων πληροφοριών για την κατάρτιση των εκθέσεων και τη διενέργεια των αξιολογήσεων, που προβλέπονται στο άρθρο 21 της Οδηγίας (ΕΕ) 1153/2019 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, για τη θέσπιση κανόνων με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης χρηματοοικονομικών και άλλων πληροφοριών για την πρόληψη, την ανίχνευση, τη διερεύνηση ή τη δίωξη ορισμένων ποινικών αδικημάτων και την κατάργηση της απόφασης 2000/642/ΔΕΥ του Συμβουλίου (L 186).

Άρθρο 54

Συνάφεια με λοιπές διατάξεις και διεθνείς συμβάσεις (παρ. 2 του άρθρου 1 και άρθρο 20 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1153)

1.

Η σύναψη ή η διατήρηση της ισχύος διεθνών διμερών ή πολυμερών συμβάσεων ή μνημονίων κατανόησης ή συνεργασίας για ρύθμιση ζητημάτων τεχνικού χαρακτήρα με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών επιτρέπεται, υπό την προϋπόθεση ότι τα οριζόμενα σε αυτές δεν αντιβαίνουν στο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο, ιδίως στον παρόντα.

2.

Ο παρών νόμος εφαρμόζεται με την επιφύλαξη από την ΕΕ.

3.

Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5 της Συνθήκης για την ΕΕ, κοινοποιείται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή η πρόθεση έναρξης διαπραγματεύσεων και σύναψης συμβάσεων ή μνημονίων κατανόησης ή συνεργασίας με τρίτα κράτη που είναι συμβαλλόμενα μέρη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 38 έως και 40 του παρόντος. Για τις διαπραγματεύσεις του πρώτου εδαφίου της παρούσας, η Επιτροπή ενημερώνεται τακτικά και, κατά περίπτωση, καλείται να συμμετάσχει σε αυτές ως παρατηρήτρια. Όσα ορίζονται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο, δεν εμποδίζουν την προσωρινή εφαρμογή ή σύναψη των συμβάσεων ή των μνημονίων συνεργασίας του πρώτου εδαφίου, υπό την προϋπόθεση ότι όσα προβλέπονται σε αυτές, είναι συμβατά με την ενωσιακή νομοθεσία και δεν θίγουν τον στόχο και τον σκοπό των σχετικών πολιτικών της ΕΕ.

4.

Ο παρών νόμος δεν θίγει διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς μεταξύ της Ελλάδας και άλλων κρατών μελών της ΕΕ ή τρίτων χωρών, ούτε την ενωσιακή νομοθεσία, σχετικά με την αμοιβαία δικαστική συνδρομή ή την αμοιβαία αναγνώριση των ποινικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων των όρων που ενδεχομένως θέτουν οι τρίτες χώρες για τη χρήση των παρεχομένων πληροφοριών, ούτε και το π.δ. 135/2013 (Α΄ 209).

Άρθρο 55

Εθνική Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών - Τροποποίηση άρθρου 3 του ν. 4557/2018 Η παρ. 22 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (Α΄ 139) αντικαθίσταται ως εξής: «22. «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)»: Η αρμόδια εθνική Μονάδα των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη, την ανίχνευση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η οποία έχει συσταθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 της Οδηγίας (EE) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (L 141). Για την Ελλάδα, ως «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)» νοείται η Α΄ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του παρόντος.».

ΜΕΡΟΣ Γ΄

ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2019/2034 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ OΔΗΓΙΩΝ 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ ΕΕ ΚΑΙ 2014/65/ΕΕ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟΝ KΑΝΟΝΙΣΜΟ (ΕΕ) 2019/2033 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ KΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 575/2013, (ΕΕ) 600/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 806/2014 ΤΙΤΛΟΣ Ι ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 56

Σκοπός Με τις διατάξεις των άρθρων 57 έως και 139 ενσωματώνεται στη νομοθεσία η Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ και η εθνική έννομη τάξη προσαρμόζεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010, (ΕΕ) 575/2013, (ΕΕ) 600/2014 και (ΕΕ) 806/2014.

Άρθρο 57

Αντικείμενο (άρθρο 1 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Αντικείμενο του παρόντος είναι η θέσπιση κανόνων σχετικά:

  • α) με το αρχικό κεφάλαιο των Ανωνύμων Εταιρειών

Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.),

  • β) με τις εποπτικές εξουσίες και τα εργαλεία για την

προληπτική εποπτεία των Α.Ε.Π.Ε.Υ. από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,

  • γ) με την προληπτική εποπτεία των Α.Ε.Π.Ε.Υ. από την

Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά τρόπο συμβατό προς τους κανόνες που προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

  • δ) με τις απαιτήσεις δημοσίευσης για την Επιτροπή

Κεφαλαιαγοράς όσον αφορά την προληπτική ρύθμιση και εποπτεία των Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 58

Πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Το μέρος Γ΄ εφαρμόζεται στις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται βάσει του ν. 4514/2018 (A΄ 14). (ΕΕ) 2019/2033, οι οποίες εποπτεύονται όσον αφορά στη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει των άρθρων 50 έως και 136 και 154 του ν. 4261/2014 (Α΄107), σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 1 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 5 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

Άρθρο 59

Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Για τους σκοπούς του παρόντος, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

«Επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών»: Η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, στη διαχείριση υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή σε παρεμφερή δραστηριότητα επικουρικής φύσης ως προς την κύρια δραστηριότητα μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων επενδύσεων.

2.

«Άδεια λειτουργίας»: Άδεια λειτουργίας Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4514/2018 (Α΄14).

3.

«Υποκατάστημα»: Υποκατάστημα, όπως ορίζεται στην παρ. 30 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

4.

«Στενοί δεσμοί»: Στενοί δεσμοί, όπως ορίζονται στην παρ. 35) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)