Νόμοι — ΦΕΚ A' 74/2022

Type Νόμος
Publication 2022-04-15
Τελευταία ενημέρωση 2022-04-14
State In force
Source ΦΕΚ
articles 452
Reform history JSON API
5.

«Αρμόδια αρχή»: Η δημόσια αρχή ή το όργανο που έχει αναγνωριστεί επίσημα και έχει εξουσιοδοτηθεί βάσει του εθνικού δικαίου να εποπτεύει επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την Οδηγία 2019/2034/ΕΕ, ως υπαγόμενες στο εφαρμοζόμενο σύστημα εποπτείας του κράτους μέλους. Ως αρμόδια αρχή στην Ελλάδα ορίζεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

6.

«Διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής»: Διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, όπως ορίζεται στην περ. 150) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

7.

«Έλεγχος»: Σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως περιγράφεται στην παρ. 2 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 (Α΄251) ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται επιχείρηση επενδύσεων δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ή παρόμοια σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης. Κάθε θυγατρική θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.

8.

«Συμμόρφωση με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου»: Συμμόρφωση μητρικής επιχείρησης ομίλου επιχειρήσεων επενδύσεων με τις απαιτήσεις του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

9.

«Πιστωτικό ίδρυμα»: Πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013.

10.

«Παράγωγα»: Παράγωγα, όπως ορίζονται στην περ. 29) της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

11.

«Χρηματοδοτικό ίδρυμα»: Χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στην περ. 14) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

12.

«Πολιτική αποδοχών ουδέτερη ως προς το φύλο»: Πολιτική αποδοχών ουδέτερη ως προς το φύλο, όπως ορίζεται στην περ. 67 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107).

13.

«Όμιλος»: Ο όμιλος κατά την έννοια του ομίλου του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014 (Α΄ 251).

14.

«Κατάσταση ενοποίησης»: Η κατάσταση ενοποίησης, όπως ορίζεται στην περ. 11) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

15.

«Αρχή εποπτείας του ομίλου»: Η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της συμμόρφωσης με τη δοκιμή κεφαλαίων ομίλου των μητρικών επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστημένων στην Ένωση και των επιχειρήσεων επενδύσεων που ελέγχονται από μητρικές επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση ή μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση.

16.

«Κράτος μέλος καταγωγής»: Κράτος μέλος καταγωγής (κράτος μέλος προέλευσης), όπως ορίζεται στην περ.

  • α) της παρ. 55) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.
17.

«Κράτος μέλος υποδοχής»: Κράτος μέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στην παρ. 56) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

18.

«Αρχικό κεφάλαιο»: Το κεφάλαιο που απαιτείται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως Α.Ε.Π.Ε.Υ., το ποσό και το είδος του οποίου προσδιορίζονται στα άρθρα 65 και 67 του παρόντος.

19.

«Επιχείρηση επενδύσεων»: Επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

20.

«Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.)»: Α.Ε.Π.Ε.Υ., όπως ορίζεται στην περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

21.

«Όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων»: Όμιλος επιχειρήσεων επενδύσεων, όπως ορίζεται στην παρ. 25) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

22.

«Επενδυτική εταιρεία συμμετοχών»: Επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, όπως ορίζεται στην περ. 23) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

23.

«Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες»: Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες, όπως ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

24.

«Διοικητικό όργανο»: Όργανο διοίκησης όπως ορίζεται στην παρ. 36) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

25.

«Διοικητικό όργανο με την εποπτική του λειτουργία»: Το διοικητικό όργανο κατά την άσκηση του ρόλου του σχετικά με την επίβλεψη και την παρακολούθηση της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση.

26.

«Μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: Μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών (εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών), όπως ορίζεται στην παρ. 15) του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

27.

«Μικτή εταιρεία συμμετοχών»: Μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία συμ 2002/87/ΕΚ, εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές της είναι επιχείρηση επενδύσεων.

28.

«Ανώτερα διοικητικά στελέχη»: Διευθυντικά στελέχη, όπως ορίζονται στην παρ. 37) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

29.

«Μητρική επιχείρηση»: Μητρική επιχείρηση, όπως ορίζεται στην παρ. 32) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

30.

«Θυγατρική»: Θυγατρική (θυγατρική επιχείρηση), όπως ορίζεται στην παρ. 33) του άρθρου 4 του ν. 4514/2018.

31.

«Συστημικός κίνδυνος»: Συστημικός κίνδυνος, όπως ορίζεται στην περ. 10) της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014.

32.

«Μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση»: Μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ένωση, όπως ορίζεται στην περ. 56) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

33.

«Μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: Μητρική επενδυτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, όπως ορίζεται στην περ. 57) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

34.

«Μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: Μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση, όπως ορίζεται στην περ. 58) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. ΤΙΤΛΟΣ ΙΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ

Άρθρο 60

Εξουσίες της αρμόδιας αρχής (άρθρο 4 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή, εποπτεύει τις δραστηριότητες των Α.Ε.Π.Ε.Υ. και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, προκειμένου να εκτιμήσει τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει όλες τις απαραίτητες εξουσίες εποπτείας, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων, σύμφωνα με το άρθρο 70, και επιβάλλει μέτρα και κυρώσεις, αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, προκειμένου να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται για την εκτίμηση της συμμόρφωσης των Α.Ε.Π.Ε.Υ. και, κατά περίπτωση, των επενδυτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών προς τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/ 2033, και να ερευνά πιθανές παραβάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.

3.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. οφείλουν να παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την εκτίμηση της συμμόρφωσής τους προς τον παρόντα και προς τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033. Οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των Α.Ε.Π.Ε.Υ. επιτρέπουν, ανά πάσα στιγμή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τις εν λόγω διατάξεις.

4.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. καταγράφουν όλες τις συναλλαγές τους και καταχωρίζουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ούτως ώστε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να μπορεί να ελέγξει, ανά πάσα στιγμή, τη συμμόρφωση των Α.Ε.Π.Ε.Υ. με τον παρόντα νόμο και με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

Άρθρο 61

Διακριτική ευχέρεια των αρμόδιων αρχών για την υπαγωγή ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 (άρθρο 5 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να αποφασίσει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 δυνάμει της περ. γ) του πρώτου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. που ασκεί οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που απαριθμούνται στις παρ. 3 και 6 του τμήματος Α΄ του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018 (Α΄14), όταν η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης επενδύσεων, υπολογιζόμενη ως μέσος όρος για την περίοδο των δώδεκα (12) προηγούμενων μηνών, είναι ίση με πέντε δισεκατομμύρια (5.000.000.000) ευρώ ή τα υπερβαίνει και ισχύει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

  • α) Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες σε

τέτοια κλίμακα που η πτώχευση ή η δυσχέρεια της επιχείρησης επενδύσεων θα μπορούσε να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο,

  • β) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι εκκαθαριστικό μέλος, σύμφωνα

με τον ορισμό της περ. 3 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

  • γ) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεωρεί ότι δικαιολογείται, με βάση το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και

την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ., λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και σε σχέση με έναν ή περισσότερους από τους εξής παράγοντες:

  • γα) Τη σημασία της Α.Ε.Π.Ε.Υ. για την οικονομία της

Ένωσης ή της Ελλάδας,

  • γβ) τη σημασία των διασυνοριακών δραστηριοτήτων

της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • γγ) τη διασύνδεση της Α.Ε.Π.Ε.Υ. με το χρηματοοικονομικό σύστημα.
2.

Η παρ. 1 δεν εφαρμόζεται στους διαπραγματευτές βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.

3.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει να εφαρμόσει τις απαιτήσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 (L 176/1) σε Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με και 135 του ν. 4261/2014 (Α΄107).

4.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει να ανακαλέσει απόφαση που έχει ληφθεί σύμφωνα με την παρ. 1, ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Α.Ε.Π.Ε.Υ. Οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δυνάμει της παρ. 1, παύει να εφαρμόζεται στην περίπτωση που μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν πληροί πλέον το κριτήριο του ορίου που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, το οποίο υπολογίζεται σε περίοδο δώδεκα (12) συναπτών μηνών.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών για κάθε απόφαση που λαμβάνει δυνάμει των παρ. 1, 3 και 4.

Άρθρο 62

Συνεργασία αρμοδίων αρχών (άρθρο 6 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με την Τράπεζα της Ελλάδος και ανταλλάσσουν, χωρίς καθυστέρηση, κάθε πληροφορία ιδιαίτερης σημασίας ή σχετική με την επιτέλεση των λειτουργιών και την άσκηση των καθηκόντων τους, μέσω του μηχανισμού που καθιερώνεται στο άρθρο 67 του ν. 4514/2018 (A΄ 14).

Άρθρο 63

Συνεργασία στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (άρθρο 7 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Κατά την άσκηση των καθηκόντων της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη τη σύγκλιση των εποπτικών εργαλείων και των εποπτικών πρακτικών, σύμφωνα με τον παρόντα και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς:

  • α) Ως μέρος του Ευρωπαϊκού Συστήματος Χρηματοοικονομικής Εποπτείας (ΕΣΧΕ), συνεργάζεται με εμπιστοσύνη και απόλυτο αμοιβαίο σεβασμό, ιδίως προκειμένου

να διασφαλίζεται η ανταλλαγή κατάλληλων, αξιόπιστων και διεξοδικών πληροφοριών μεταξύ αυτών και με τα άλλα μέρη του ΕΣΧΕ,

  • β) συμμετέχει στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής

Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ) και, κατά περίπτωση, στα σώματα εποπτών που αναφέρονται στο άρθρο 103 του παρόντος και το άρθρο 109 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107),

  • γ) καταβάλλει κάθε προσπάθεια, ώστε να διασφαλίσει

τη συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις συστάσεις που εκδίδονται από την ΕΑΤ, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010, και να ανταποκρίνεται στις προειδοποιήσεις και τις συστάσεις που εκδίδονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), σύμφωνα με το άρθρο 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 (L 331/1),

  • δ) συνεργάζεται στενά με το ΕΣΣΚ,
  • ε) δεν εμποδίζεται να εκτελεί τα καθήκοντά της, ως

μέλος της ΕΑΤ ή του ΕΣΣΚ, ή βάσει του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, από τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες που της ανατίθενται.

Άρθρο 64

Ενωσιακή διάσταση της εποπτείας (άρθρο 8 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων της η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εκτιμά τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών της στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος άλλων εμπλεκομένων κρατών μελών, καθώς και στην Ένωση συνολικά, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιμες τη δεδομένη στιγμή. ΤΙΤΛΟΣ III ΑΡΧΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Άρθρο 65

Αρχικό κεφάλαιο (άρθρο 9 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4514/2018 (A΄ 14), για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. με σκοπό την παροχή οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή την άσκηση οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στις παρ. 3 και 6 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, ανέρχεται σε επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.

2.

Το αρχικό κεφάλαιο, που απαιτείται σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4514/2018 για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. με σκοπό την παροχή οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές υπηρεσίες ή την άσκηση οποιωνδήποτε από τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στις παρ. 1, 2, 4, 5 και 7 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, η οποία δεν επιτρέπεται να κατέχει χρήματα ή τίτλους που ανήκουν στους πελάτες της, ανέρχεται σε εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ.

3.

Το αρχικό κεφάλαιο που απαιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 4514/2018 για τις λοιπές Α.Ε.Π.Ε.Υ., πέραν αυτών που αναφέρονται στις παρ. 1, 2 και 4 του παρόντος, ανέρχεται σε εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ.

4.

Το αρχικό κεφάλαιο Α.Ε.Π.Ε.Υ., που διαθέτει άδεια για να παρέχει τις επενδυτικές υπηρεσίες ή να ασκεί τις επενδυτικές δραστηριότητες που παρατίθενται στην παρ. 9 του τμήματος Α του παραρτήματος Ι του ν. 4514/2018, όταν η εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. διενεργεί ή της επιτρέπεται να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, ανέρχεται σε επτακόσιες πενήντα χιλιάδες (750.000) ευρώ.

Άρθρο 66

Αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στην Οδηγία 2013/36/ΕΕ και τον ν. 4261/2014 (άρθρο 10 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Από τις 26 Ιουνίου 2021, θεωρείται ότι οι αναφορές στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθορίζονται στο άρθρο 65, αντικαθιστούν τις αναφορές σε άλλες νομικές πράξεις στα επίπεδα αρχικού κεφαλαίου που καθο

  • α) Οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων επενδύσεων που αναφέρεται στο άρθρο 28 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή των Α.Ε.Π.Ε.Υ. της παρ. 2 του άρθρου

29 του ν. 4261/2014 νοούνται ως αναφορές στην παρ. 1 του άρθρου 65 του παρόντος,

  • β) οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο των επιχειρήσεων

επενδύσεων στα άρθρα 29 και 31 της Οδηγίας 2013/36/ ΕΕ ή των Α.Ε.Π.Ε.Υ. των λοιπών παραγράφων, πλην της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014, νοούνται ως αναφορές στις παρ. 2, 3 ή 4 του άρθρου 65 του παρόντος, ανάλογα με τα είδη των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων της επιχείρησης επενδύσεων,

  • γ) οι αναφορές στο αρχικό κεφάλαιο στο άρθρο 30

της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή του ν. 4261/2014 νοούνται ως αναφορές στην παρ. 1 του άρθρου 65 του παρόντος.

Άρθρο 67

Σύνθεση του αρχικού κεφαλαίου (άρθρο 11 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Το αρχικό κεφάλαιο των Α.Ε.Π.Ε.Υ. συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. ΤΙΤΛΟΣ IV ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΕΠΟΠΤΕΙΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΑΡΧΕΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ 1

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΛΟΥΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ

Άρθρο 68

Αρμοδιότητα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής (άρθρο 12 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η προληπτική εποπτεία επί των Α.Ε.Π.Ε.Υ. ασκείται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την επιφύλαξη των διατάξεων της Οδηγίας 2019/2034 για την προληπτική εποπτεία των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής. Η προληπτική εποπτεία επί των επιχειρήσεων επενδύσεων που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος που αναθέτουν αρμοδιότητα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 69

Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών (άρθρο 13 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συνεργάζεται στενά με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών για την εκπλήρωση των καθηκόντων που προβλέπονται στην Οδηγία 2019/2034/ΕΕ, στον παρόντα νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, ιδίως μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών, χωρίς καθυστέρηση, σχετικά με τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή τις επιχειρήσεις επενδύσεων, μεταξύ άλλων των ακολούθων:

  • α) Πληροφοριών σχετικά με τη διοίκηση και το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης

επενδύσεων,

  • β) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση της

Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης επενδύσεων με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων,

  • γ) πληροφοριών σχετικά με τη συμμόρφωση με τις

απαιτήσεις για τον κίνδυνο συγκέντρωσης και τις απαιτήσεις για τη ρευστότητα της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης επενδύσεων,

  • δ) πληροφοριών σχετικά με τη διοικητική και λογιστική

οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή της επιχείρησης επενδύσεων,

  • ε) οποιωνδήποτε άλλων σχετικών παραγόντων

που μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο που ενέχει η Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή η επιχείρηση επενδύσεων.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, κοινοποιεί πάραυτα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής κάθε πληροφορία ή διαπίστωση σχετικά με ενδεχόμενα προβλήματα και κινδύνους που ενέχει η Α.Ε.Π.Ε.Υ. για την προστασία των πελατών ή τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος του κράτους μέλους υποδοχής, που έχει εντοπίσει στο πλαίσιο της εποπτείας των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, ανταποκρίνεται στις πληροφορίες που κοινοποιούνται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, με τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την αποτροπή ή την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων προβλημάτων και κινδύνων που αναφέρονται στην παρ. 2. Εφόσον της ζητηθεί, εξηγεί λεπτομερώς στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής με ποιον τρόπο έλαβε υπόψη τις πληροφορίες και τις διαπιστώσεις που της κοινοποιήθηκαν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

4.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, μετά την κοινοποίηση των πληροφοριών και διαπιστώσεων που αναφέρονται στην παρ. 2 από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα που προβλέπονται στην παρ. 3, μπορεί, αφού πρώτα ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ), να λάβει κατάλληλα μέτρα για την προστασία των πελατών στους οποίους παρέχονται υπηρεσίες ή για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή, μπορεί να παραπέμπει στην ΕΑΤ περιπτώσεις στις οποίες ένα αίτημα συνεργασίας και ιδίως ένα αίτημα για ανταλλαγή πληροφοριών έχει απορριφθεί ή δεν έχει διεκπεραιωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εφόσον διαφωνεί με τα μέτρα των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδο άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010.

6.

Προκειμένου να αξιολογηθεί η προϋπόθεση της περ.

  • γ) του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 23 του

Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ., μπορεί να ζητήσει από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενός εκκαθαριστικού μέλους την παροχή πληροφοριών σχετικά με το μοντέλο περιθωρίου και τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της απαίτησης περιθωρίου ασφαλείας της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 70

Επιτόπιος έλεγχος και επιθεώρηση υποκαταστημάτων εγκατεστημένων στην Ελλάδα (άρθρο 14 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Όταν μια επιχείρηση επενδύσεων που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, να προβαίνουν, οι ίδιες ή μέσω ενδιαμέσων που διορίζουν για τον σκοπό αυτό, σε επιτόπιο έλεγχο των πληροφοριών που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 69 και να επιθεωρούν τα εν λόγω υποκαταστήματα.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, για σκοπούς εποπτείας και εφόσον το κρίνει σκόπιμο για λόγους σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ελλάδας, έχει την εξουσία να διεξάγει, κατά περίπτωση, επιτόπιους ελέγχους και επιθεωρήσεις των δραστηριοτήτων που αναπτύσσουν τα υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων στη χώρα, και να απαιτεί πληροφόρηση από το εκάστοτε υποκατάστημα σχετικά με τις δραστηριότητές του. Πριν από τη διεξαγωγή των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, πραγματοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής. Το συντομότερο δυνατό μετά την ολοκλήρωση των εν λόγω ελέγχων και επιθεωρήσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν και τις διαπιστώσεις που είναι σημαντικές για την εκτίμηση κινδύνου της σχετικής επιχείρησης επενδύσεων. ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΑΝΑΦΟΡΑΣ

Άρθρο 71

Επαγγελματικό απόρρητο και ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών (άρθρο 15 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4514/2018 (Α΄ 14), υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου, για τους σκοπούς του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Οι εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται εις γνώσιν της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και προσώπων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, μπορούν να δημοσιοποιούνται μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκύπτει η ταυτότητα της συγκεκριμένης Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή συγκεκριμένων προσώπων, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο. Σε περίπτωση που η Α.Ε.Π.Ε.Υ. έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή βρίσκεται υπό ειδική εκκαθάριση, οι εμπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες δεν αφορούν τρίτους, μπορούν να δημοσιοποιηθούν στο πλαίσιο διαδικασιών αστικού ή εμπορικού δικαίου, όπου τέτοια δημοσιοποίηση απαιτείται για τη διεξαγωγή των εν λόγω διαδικασιών.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς χρησιμοποιεί τις εμπιστευτικές πληροφορίες που συλλέγονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο για την εκπλήρωση των καθηκόντων της και ιδίως για τους ακόλουθους σκοπούς:

  • α) Την παρακολούθηση των κανόνων προληπτικής

εποπτείας που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

  • β) την επιβολή κυρώσεων,
  • γ) στο πλαίσιο διοικητικών προσφυγών κατά αποφάσεων αρμόδιων αρχών,
  • δ) στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί βάσει του άρθρου 79 του παρόντος.
3.

Τα φυσικά και νομικά πρόσωπα και άλλοι φορείς, εκτός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες βάσει του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές μόνο για τους σκοπούς που προβλέπει ρητά η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ανταλλάσσει εμπιστευτικές πληροφορίες με τις οικείες αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς της παρ. 2, να ορίζει ρητά τον τρόπο χειρισμού των εν λόγω πληροφοριών και να περιορίζει ρητά οποιαδήποτε περαιτέρω διαβίβαση των εν λόγω πληροφοριών.

5.

Η υποχρέωση που αναφέρεται στην παρ. 1 δεν εμποδίζει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες στην Επιτροπή, όταν οι πληροφορίες αυτές είναι αναγκαίες για την άσκηση των εξουσιών της Επιτροπής.

6.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατά περίπτωση μπορεί να παρέχει στην ΕΑΤ, στην ΕΑΚΑΑ, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, στο Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής, και, όπου είναι αναγκαίο, σε δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εμπιστευτικές πληροφο

Άρθρο 72

Ρυθμίσεις συνεργασίας με τρίτες χώρες για την ανταλλαγή πληροφοριών (άρθρο 16 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Για την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων της βάσει του παρόντος ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και για την ανταλλαγή πληροφοριών, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, μπορεί να προβαίνει σε ρυθμίσεις συνεργασίας με τις εποπτικές αρχές τρίτης χώρας, καθώς και με αρχές ή φορείς τρίτων χωρών που έχουν επιφορτιστεί με τα ακόλουθα καθήκοντα, υπό τον όρο ότι οι πληροφορίες που παρέχονται καλύπτονται από εγγυήσεις επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 71 του παρόντος:

  • α) Την εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και

των χρηματοπιστωτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που διαθέτουν άδεια για να λειτουργούν ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, όταν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 του Κανονισμού (ΕΕ)648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 (L 201/1),

  • β) την εκκαθάριση και την πτώχευση επιχειρήσεων

επενδύσεων και παρόμοιες διαδικασίες,

  • γ) την εποπτεία των φορέων που υπεισέρχονται στις

διαδικασίες εκκαθάρισης και πτώχευσης επιχειρήσεων επενδύσεων και σε παρόμοιες διαδικασίες,

  • δ) τη διεξαγωγή των υποχρεωτικών ελέγχων των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή των ιδρυμάτων που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης,
  • ε) την εποπτεία προσώπων, τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον υποχρεωτικό έλεγχο των λογαριασμών

χρηματοδοτικών ιδρυμάτων,

  • στ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται σε αγορές δικαιωμάτων εκπομπής, με σκοπό την

εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης,

  • ζ) την εποπτεία προσώπων που δραστηριοποιούνται

σε αγορές παραγώγων επί εμπορευμάτων, με σκοπό την εξασφάλιση ενοποιημένης επισκόπησης των χρηματοπιστωτικών αγορών και των αγορών άμεσης παράδοσης.

Άρθρο 73

Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετήσιων και των ενοποιημένων λογαριασμών (άρθρο 17 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια, σύμφωνα με τον ν. 4449/2017 (Α΄ 7), και διενεργεί ελέγχους σε ΑΕΠΕΥ, σύμφωνα με την παρ. 1 και τις περ. γ΄ έως και ε΄ της παρ. 5 της υποπαρ. Α.1 της παρ. Α΄ του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (Α΄ 94), ή σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 77 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), ή ασκεί οποιαδήποτε άλλα ελεγκτικά καθήκοντα, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κάθε γεγονός ή απόφαση που αφορά στην εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή αφορά επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με την εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. και που:

  • α) αποτελεί ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών,

κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων που θεσπίζονται βάσει του παρόντος νόμου,

  • β) ενδέχεται να επηρεάσει τη συνέχεια της λειτουργίας

της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή

  • γ) ενδέχεται να οδηγήσει σε άρνηση της έγκρισης των

λογαριασμών ή μπορεί να οδηγήσει σε διατύπωση επιφυλάξεων.

ΤΜΗΜΑ 3

ΚΥΡΩΣΕΙΣ, ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

Άρθρο 74

Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα (άρθρο 18 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών που αναφέρονται στα άρθρα 94 έως και 101, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών διερεύνησης και επιβολής επανορθωτικών μέτρων, καθώς και της πρόβλεψης και επιβολής ποινικών κυρώσεων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει την εξουσία να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, μεταξύ άλλων όταν μία Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχείρηση επενδύσεων:

  • α) Δεν έχει καθιερώσει πλαίσιο εσωτερικής διακυβέρνησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 82,
  • β) δεν αναφέρει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες ή παρέχει ελλιπείς ή ανακριβείς πληροφορίες

σχετικά με τη συμμόρφωσή της με την υποχρέωση τήρησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, κατά παράβαση της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 54 αυτού,

  • γ) δεν αναφέρει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά

παράβαση της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 54 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο συγκέντρωσης, ή παρέχει ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες,

  • δ) παρουσιάζει κίνδυνο συγκέντρωσης πέραν των

ορίων που τίθενται στο άρθρο 37 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 38 και 39 αυτού,

  • ε) κατά τρόπο επαναλαμβανόμενο ή επίμονο, δεν διατηρεί ρευστά στοιχεία ενεργητικού, κατά παράβαση

του άρθρου 43 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 44 αυτού,

  • στ) δεν δημοσιοποιεί πληροφορίες ή δημοσιοποιεί

ανακριβείς ή ελλιπείς πληροφορίες, κατά παράβαση του έκτου μέρους του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

  • ζ) καταβάλλει πληρωμές σε κατόχους μέσων που

περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια της Α.Ε.Π.Ε.Υ., σε περιπτώσεις στις οποίες τα άρθρα 28, 52 ή 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 απαγορεύουν τις εν λόγω πλη

  • η) έχει κριθεί υπεύθυνη για σοβαρές παραβάσεις του

ν. 4557/2018 (Α΄ 139),

  • θ) επιτρέπει σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν

συμμορφώνονται με το άρθρο 83 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107) να καταστούν ή να παραμείνουν μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου. Οι επιβαλλόμενες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.

2.

Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 περιλαμβάνουν τα εξής:

  • α) Δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται

το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ή η υπεύθυνη Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχείρηση επενδύσεων, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και η φύση της παράβασης,

  • β) εντολή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο

για παύση της παράνομης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της στο μέλλον,

  • γ) προσωρινή απαγόρευση κατά των μελών του διοικητικού οργάνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή οποιωνδήποτε άλλων

υπαίτιων φυσικών προσώπων να ασκούν καθήκοντα σε Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • δ) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο ύψους έως το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού

ετήσιου καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος που συνίσταται σε τόκους εισπρακτέους και εξομοιούμενα έσοδα, έσοδα από μετοχές και άλλους τίτλους μεταβλητής ή σταθερής απόδοσης και προμήθειες ή αμοιβές της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,

  • ε) σε περίπτωση νομικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο μέχρι και το διπλάσιο του ποσού των κερδών που

αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, όπου τα εν λόγω κέρδη ή ζημίες μπορούν να προσδιοριστούν,

  • στ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο μέχρι και πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ.

Σε περίπτωση που επιχείρηση η οποία αναφέρεται στην περ. δ) είναι θυγατρική, το σχετικό ακαθάριστο εισόδημα είναι το ακαθάριστο εισόδημα που προκύπτει από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της επικεφαλής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη διαχειριστική χρήση. Σε περίπτωση παράβασης του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 από Α.Ε.Π.Ε.Υ., η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις στα μέλη του διοικητικού της οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία ευθύνονται για την παράβαση.

3.

Κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή των άλλων διοικητικών μέτρων που αναφέρονται στην παρ. 1 και κατά την επιμέτρηση του ύψους των χρηματικών προστίμων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαμβάνονται αναλόγως:

  • α) Η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
  • β) ο βαθμός ευθύνης των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση,
  • γ) η οικονομική ισχύς των φυσικών ή νομικών προσώπων που ευθύνονται για την παράβαση, συμπεριλαμβανομένου του συνολικού κύκλου εργασιών των νομικών

προσώπων ή του ετήσιου εισοδήματος των φυσικών προσώπων,

  • δ) η σπουδαιότητα των κερδών που αποκτήθηκαν ή

των ζημιών που αποφεύχθηκαν από τα νομικά πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση,

  • ε) τυχόν ζημίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση,
  • στ) ο βαθμός συνεργασίας με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,
  • ζ) προηγούμενες παραβάσεις από τα φυσικά ή νομικά

πρόσωπα που ευθύνονται για την παράβαση,

  • η) τυχόν πιθανές συστημικές συνέπειες της παράβασης.
Άρθρο 75

Εξουσίες διερεύνησης (άρθρο 19 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των λειτουργιών της, ιδίως:

  • α) Την εξουσία να απαιτεί πληροφορίες από τα ακόλουθα φυσικά ή νομικά πρόσωπα:

(αα) Α.Ε.Π.Ε.Υ. και επιχειρήσεις επενδύσεων εγκατεστημένες στην Ελλάδα, (αβ) επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ελλάδα, (αγ) μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ελλάδα, (αδ) μικτές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ελλάδα, (αε) πρόσωπα που ανήκουν στις οντότητες που αναφέρονται στις υποπερ. αα) έως και αδ), (αστ) τρίτους στους οποίους οι οντότητες που αναφέρονται στις υποπερ. αα) έως και αδ) έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες,

  • β) την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων ερευνών για οποιοδήποτε πρόσωπο που αναφέρεται στην

περ. α), εγκατεστημένο ή ευρισκόμενο στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος: (βα) να απαιτεί την υποβολή εγγράφων από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περ. α), (ββ) να εξετάζει τα βιβλία και αρχεία των προσώπων που αναφέρονται στην περ. α) και να δημιουργεί αντίγραφα ή αποσπάσματα από τα εν λόγω βιβλία και αρχεία, (βγ) να λαμβάνει προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περ. α) ή από τους εκπροσώπους τους ή τα μέλη του προσωπικού τους, (βδ) να προβαίνει σε συνέντευξη με κάθε άλλο σχετικό πρόσωπο, με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας,

  • γ) την εξουσία διεξαγωγής όλων των αναγκαίων επιθεωρήσεων στις εγκαταστάσεις των νομικών προσώπων που αναφέρονται στην περ. α) και οποιασδήποτε

όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι η αρμόδια αρχή εποπτείας του ομίλου, υπό την προϋπόθεση ότι ενημερώνονται προηγουμένως οι άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

Άρθρο 76

Δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων (άρθρο 20 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει στον επίσημο δικτυακό της τόπο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74. Η δημοσίευση αυτή περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση ή κατά του οποίου λαμβάνεται το μέτρο. Οι πληροφορίες δημοσιεύονται μόνο μετά την ενημέρωση του εν λόγω προσώπου σχετικά με τις κυρώσεις και τα μέτρα αυτά και στον βαθμό που η δημοσίευση είναι αναγκαία και αναλογική.

2.

Σε περίπτωση που κατά των διοικητικών κυρώσεων ή των άλλων διοικητικών μέτρων που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74 έχει ασκηθεί αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει, επίσης, στον επίσημο δικτυακό της τόπο, πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της ασκηθείσας αίτησης ακύρωσης ή προσφυγής, αντίστοιχα, και με την έκβασή της.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιεύει τις διοικητικές κυρώσεις ή τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74 ανωνύμως σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • α) Η κύρωση ή το μέτρο επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δημοσίευση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου θεωρείται δυσανάλογη,
  • β) η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο διεξαγόμενη

ποινική έρευνα ή τη σταθερότητα των χρηματοοικονομικών αγορών,

  • γ) η δημοσίευση θα προξενούσε δυσανάλογη ζημία

στις ενδιαφερόμενες Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή επιχειρήσεις επενδύσεων ή τα ενδιαφερόμενα φυσικά πρόσωπα.

4.

Οι πληροφορίες που δημοσιεύονται δυνάμει του παρόντος άρθρου παραμένουν στον επίσημο δικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τουλάχιστον πέντε (5) έτη. Στον επίσημο δικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορούν να διατηρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του ν. 4624/2019 (Α΄118).

Άρθρο 77

Αναφορά κυρώσεων στην ΕΑΤ (άρθρο 21 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 74, καθώς και σχετικά με κάθε αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή κατά των εν λόγω κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων και την έκβασή της.

Άρθρο 78

Καταγγελίες παραβάσεων (άρθρο 22 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται αποτελεσματικοί και αξιόπιστοι μηχανισμοί που επιτρέπουν την έγκαιρη καταγγελία προς αυτή ενδεχόμενων ή τελεσθεισών παραβάσεων διατάξεων του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Στους εν λόγω μηχανισμούς περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

  • α) Ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή, τον χειρισμό

και τις ενέργειες σε συνέχεια τέτοιων καταγγελιών, συμπεριλαμβανομένης της δημιουργίας ασφαλών διαύλων επικοινωνίας,

  • β) κατάλληλη προστασία έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών άνισης μεταχείρισης από μέρους

της Α.Ε.Π.Ε.Υ. για εργαζομένους της, οι οποίοι καταγγέλλουν παραβάσεις που διαπράττονται εντός της επιχείρησης,

  • γ) προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τόσο του προσώπου που καταγγέλλει την παράβαση,

όσο και του φυσικού προσώπου που φέρεται ότι διέπραξε την εν λόγω παράβαση, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016,

  • δ) σαφείς κανόνες ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα σε όλες τις περιπτώσεις σχετικά με το πρόσωπο

που καταγγέλλει τις παραβάσεις οι οποίες έχουν διαπραχθεί εντός της Α.Ε.Π.Ε.Υ., εκτός εάν απαιτείται δημοσιοποίηση από την κείμενη νομοθεσία στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή επακόλουθης διοικητικής ή ποινικής διαδικασίας.

2.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοι σε αυτές να καταγγέλλουν παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού ανεξάρτητου διαύλου. Οι διαδικασίες αυτές μπορούν να παρέχονται από τους κοινωνικούς εταίρους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω διαδικασίες προσφέρουν την ίδια προστασία με εκείνη που αναφέρεται στις περ. β), γ) και δ) της παρ. 1.

Άρθρο 79

Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 23 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται και τα μέτρα που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου, των κατ’ εξουσιοδότησή του εκδιδόμενων πράξεων και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 υπόκεινται, κατά περίπτωση, σε αίτηση ακύρωσης ή προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α΄178).

ΤΜΗΜΑ 1

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ

Άρθρο 80

Εσωτερικά κεφάλαια και ρευστά στοιχεία ενεργητικού (άρθρο 24 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες διαθέτουν αξιόπιστες, αποτελεσματικές και ολοκληρωμένες ρυθμίσεις, στρατηγικές και διαδικασίες για να εκτιμούν και να διατηρούν σε διαρκή βάση τα ποσά, τα είδη και την κατανομή των εσωτερικών κεφαλαίων και των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που θεωρούν κατάλληλα για την κάλυψη της φύσης και του επιπέδου των κινδύνων τους οποίους ενδέχεται να ενέχουν για τρίτους και στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι ίδιες οι Α.Ε.Π.Ε.Υ.

2.

Οι ρυθμίσεις, οι στρατηγικές και οι διαδικασίες που αναφέρονται στην παρ. 1, είναι κατάλληλες και ανάλογες προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ. και υποβάλλονται σε τακτική εσωτερική επανεξέταση. Με απόφασή της, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να ζητά από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες να εφαρμόζουν τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που αυτή το κρίνει σκόπιμο. ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΚΑΙ ΑΠΟΔΟΧΕΣ

Άρθρο 81

Πεδίο εφαρμογής του παρόντος τμήματος (άρθρο 25 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που, βάσει της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Α.Ε.Π.Ε.Υ. προσδιορίζει ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτό για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη.

2.

Σε περίπτωση που μια Α.Ε.Π.Ε.Υ., που δεν έχει εκπληρώσει όλες τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, εκπληρώσει τις προϋποθέσεις αυτές αργότερα, το παρόν τμήμα παύει να εφαρμόζεται μετά την παρέλευση έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία εκπληρώθηκαν οι εν λόγω προϋποθέσεις και μόνο στην περίπτωση που η Α.Ε.Π.Ε.Υ. συνέχισε να πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αδιαλείπτως κατά τη διάρκεια του εν λόγω διαστήματος και ενημέρωσε σχετικώς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

3.

Σε περίπτωση που μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. προσδιορίσει ότι δεν πληροί πλέον όλες τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, ενημερώνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και συμμορφώνεται με το παρόν τμήμα εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η εκτίμηση αυτή.

4.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εφαρμόζουν το άρθρο 88 στις αποδοχές που χορηγούνται για υπηρεσίες που έχουν παρασχεθεί ή για επιδόσεις κατά το οικονομικό έτος που έπεται του οικονομικού έτους κατά το οποίο έγινε η εκτίμηση της παρ. 3 του παρόντος. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το παρόν τμήμα και γίνεται εφαρμογή του άρθρου 8 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εφαρμόζουν το παρόν τμήμα σε ατομική βάση. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζεται το παρόν τμήμα και γίνεται εφαρμογή εποπτικής ενοποίησης όπως αναφέρεται στο άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εφαρμόζουν το παρόν τμήμα σε ατομική και ενοποιημένη βάση. Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο, το παρόν τμήμα δεν εφαρμόζεται σε θυγατρικές επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται σε κατάσταση ενοποίησης και είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, εάν η εγκατεστημένη στην Ελλάδα μητρική επιχείρηση μπορεί να αποδείξει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι η εφαρμογή του παρόντος τμήματος αντίκειται στη νομοθεσία της τρίτης χώρας όπου είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις.

Άρθρο 82

Εσωτερική διακυβέρνηση (άρθρο 26 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν άρτιο σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης, το οποίο περιλαμβάνει όλα τα κατωτέρω:

  • α) Σαφή οργανωτική διάρθρωση με ευκρινείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές αναφοράς και κατανομής των

αρμοδιοτήτων,

  • β) αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων

στους οποίους βρίσκονται ή θα μπορούσαν να βρεθούν εκτεθειμένες οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή των κινδύνων τους οποίους ενέχουν ή θα μπορούσαν να ενέχουν για τρίτους,

  • γ) επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών,
  • δ) πολιτικές και πρακτικές αποδοχών, οι οποίες είναι

συνεπείς και προάγουν την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθούν. Οι πολιτικές και πρακτικές αποδοχών που αναφέρονται στην περ. δ) είναι ουδέτερες ως προς το φύλο.

2.

Το πλαίσιο που αναφέρεται στην παρ. 1 είναι κατάλληλο και αναλογικό προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων που ενέχουν το επιχειρηματικό μοντέλο και οι δραστηριότητες της ΑΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια που προβλέπονται στα άρθρα 84 έως και 89.

Άρθρο 83

Αναφορά στοιχείων ανά χώρα (άρθρο 27 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που διαθέτουν υποκατάστημα ή θυγατρική, η οποία είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζε Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, πλην αυτής όπου έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας της Α.Ε.Π.Ε.Υ., δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες ανά κράτος μέλος και ανά τρίτη χώρα σε ετήσια βάση:

  • α) Την επωνυμία, τη φύση των δραστηριοτήτων και

τον τόπο των θυγατρικών και των υποκαταστημάτων,

  • β) τον κύκλο εργασιών,
  • γ) τον αριθμό υπαλλήλων σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης,
  • δ) τα αποτελέσματα προ φόρων,
  • ε) τους φόρους επί των αποτελεσμάτων,
  • στ) τις εισπραττόμενες δημόσιες επιδοτήσεις.
2.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παρ. 1 ελέγχονται, σύμφωνα με τον ν. 4449/2017 (Α΄7) και προσαρτώνται, εφόσον είναι δυνατό, ως παράρτημα στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις ή, όπου συντρέχει περίπτωση, στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 84

Αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου στη διαχείριση κινδύνων (άρθρο 28 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. εγκρίνει και επανεξετάζει περιοδικά τις στρατηγικές και τις πολιτικές για τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και για τη διαχείριση, την παρακολούθηση και τον μετριασμό των κινδύνων στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η Α.Ε.Π.Ε.Υ., λαμβανομένων υπόψη του μακροοικονομικού περιβάλλοντος και του οικονομικού κύκλου της επιχείρησης.

2.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. αφιερώνει επαρκή χρόνο για τη διασφάλιση της προσήκουσας συνεκτίμησης των θεμάτων που αναφέρονται στην παρ. 1 και διαθέτει επαρκείς πόρους στη διαχείριση όλων των σημαντικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένη η Α.Ε.Π.Ε.Υ.

3.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εισάγουν διαύλους αναφοράς στο Διοικητικό Συμβούλιο για όλους τους σημαντικούς κινδύνους και όλες τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων, καθώς και για κάθε μεταβολή τους.

4.

Όλες οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τα κριτήρια της περ. α) της παρ. 4 του άρθρου 88, συστήνουν επιτροπή διαχείρισης κινδύνων, αποτελούμενη από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες. Τα μέλη της επιτροπής διαχείρισης κινδύνων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο έχουν κατάλληλες γνώσεις, δεξιότητες και εξειδίκευση, ώστε να αντιλαμβάνονται πλήρως, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν τη στρατηγική κινδύνου και τη διάθεση ανάληψης κινδύνων της Α.Ε.Π.Ε.Υ. Τα μέλη της επιτροπής διασφαλίζουν ότι η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων συμβουλεύει το Διοικητικό Συμβούλιο σχετικά με τη συνολική τρέχουσα και μελλοντική διάθεση ανάληψης κινδύνων και τη στρατηγική κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ., και βοηθά το Διοικητικό Συμβούλιο στην επίβλεψη της υλοποίησης της εν λόγω στρατηγικής από τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη. Το Διοικητικό Συμβούλιο διατηρεί τη συνολική ευθύνη για τις στρατηγικές και τις πολιτικές κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

5.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες και η επιτροπή διαχείρισης κινδύνων του εν λόγω Διοικητικού Συμβουλίου, σε περίπτωση που έχει συσταθεί επιτροπή διαχείρισης κινδύνων, έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες ως προς τους κινδύνους στους οποίους βρίσκεται ή μπορεί να βρεθεί εκτεθειμένη η Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 85

(άρθρο 29 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει ότι οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν άρτιες στρατηγικές, πολιτικές, διαδικασίες και συστήματα για να εντοπίζουν, να μετρούν, να διαχειρίζονται και να παρακολουθούν:

  • α) Τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων

για τους πελάτες, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα ίδια κεφάλαια,

  • β) τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις των κινδύνων

για την αγορά, καθώς και κάθε σημαντικό αντίκτυπο στα

  • γ) τις σημαντικές πηγές και επιπτώσεις του κινδύνου

για τις Α.Ε.Π.Ε.Υ., ιδίως όσες μπορούν να εξαντλήσουν το επίπεδο των διαθέσιμων ιδίων κεφαλαίων,

  • δ) τον κίνδυνο ρευστότητας για κατάλληλα χρονικά

διαστήματα, μεταξύ άλλων εντός της ίδιας ημέρας, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι η Α.Ε.Π.Ε.Υ. διατηρεί επαρκές επίπεδο ρευστότητας, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αντιμετώπιση των σημαντικών πηγών κινδύνων που αναφέρονται στις περ. α), β) και γ). Οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες και τα συστήματα είναι αναλογικά προς την πολυπλοκότητα, το προφίλ κινδύνου και το πεδίο λειτουργίας της Α.Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και το επίπεδο ανοχής κινδύνου που έχει οριστεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, απηχούν δε τη σημασία της Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο δραστηριοποιείται επιχειρηματικά. Για τους σκοπούς του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της περ. α), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει υπόψη τον ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/808/2018 (Β΄ 812) που διέπουν τον διαχωρισμό που εφαρμόζεται στα υπό κατοχή χρήματα πελατών. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της περ. α), οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. εξετάζουν το ενδεχόμενο λήψης ασφάλισης επαγγελματικής ευθύνης ως αποτελεσματικού εργαλείου για τη διαχείριση των κινδύνων. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της περ. γ), στις σημαντικές πηγές κινδύνου για την ίδια την Α.Ε.Π.Ε.Υ. περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση, σημαντικές μεταβολές της λογιστικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων των αξιώσεων επί συνδεδεμένων αντιπροσώπων, της πτώχευσης πελατών ή αντισυμβαλλομένων, των θέσεων σε χρηματοοικονομικά μέσα, ξένα νομίσματα και εμπορεύματα, καθώς και των υποχρεώσεων έναντι συνταξιοδοτικών προγραμμάτων καθορισμένων παροχών. του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

2.

Εάν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. τίθενται σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, συνεκτιμώντας τη βιωσιμότητα και τη διατηρησιμότητα των επιχειρηματικών μοντέλων και στρατηγικών τους, τις απαιτήσεις και τους αναγκαίους πόρους που είναι ρεαλιστικοί, ως προς τη χρονική διάρκεια και τη διατήρηση ιδίων κεφαλαίων και ρευστότητας, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας εξόδου από την αγορά.

3.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 81, οι περ. α), γ) και

  • δ) της παρ. 1 εφαρμόζονται στις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν

τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες.

Άρθρο 86

Πολιτικές αποδοχών (άρθρο 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034)

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των πολιτικών αποδοχών τους για κατηγορίες προσωπικού, συμπεριλαμβανομένων των ανώτερων διοικητικών στελεχών, των προσώπων που αναλαμβάνουν κινδύνους, των μελών του προσωπικού που ασχολούνται με τις λειτουργίες ελέγχου και οποιωνδήποτε εργαζομένων των οποίων οι συνολικές αποδοχές ισούνται τουλάχιστον με τις χαμηλότερες αποδοχές που λαμβάνουν τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ή τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν κινδύνους, των οποίων οι επαγγελματικές δραστηριότητες έχουν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή των στοιχείων ενεργητικού που διαχειρίζεται, συμμορφώνονται προς τις ακόλουθες αρχές:

  • α) Η πολιτική αποδοχών είναι σαφώς καταγεγραμμένη

και ανάλογη με το μέγεθος, την εσωτερική οργάνωση και τη φύση, καθώς και το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • β) η πολιτική αποδοχών είναι ουδέτερη ως προς το

φύλο,

  • γ) η πολιτική αποδοχών συνάδει με την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων και την προωθεί,
  • δ) η πολιτική αποδοχών είναι σύμφωνη με την επιχειρηματική στρατηγική και τους στόχους της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και

λαμβάνει επίσης υπόψη τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα των επενδυτικών αποφάσεων που λαμβάνονται,

  • ε) η πολιτική αποδοχών περιλαμβάνει μέτρα για την

αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων, ενθαρρύνει την υπεύθυνη επιχειρηματική συμπεριφορά και προάγει την επίγνωση των κινδύνων και τη συνετή ανάληψη κινδύνων,

  • στ) το διοικητικό συμβούλιο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. υιοθετεί και

αναθεωρεί περιοδικά την πολιτική αποδοχών και έχει τη γενική ευθύνη για την επίβλεψη της εφαρμογής της,

  • ζ) η εφαρμογή της πολιτικής αποδοχών υπόκειται,

τουλάχιστον ετησίως, σε κεντρικό και ανεξάρτητο εσωτερικό έλεγχο από τις λειτουργίες ελέγχου,

  • η) τα μέλη του προσωπικού που ασχολούνται με τις

λειτουργίες ελέγχου είναι ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές μονάδες τις οποίες εποπτεύουν, έχουν τις κατάλληλες εξουσίες και αμείβονται με βάση την επίτευξη των στόχων που συνδέονται με τις λειτουργίες τους, ανεξαρτήτως των επιδόσεων των επιχειρηματικών τομέων τους οποίους ελέγχουν,

  • θ) οι αποδοχές των ανωτέρων στελεχών που ασχολούνται με τις λειτουργίες διαχείρισης κινδύνων και

συμμόρφωσης εποπτεύονται άμεσα από την επιτροπή αποδοχών του άρθρου 89 ή, εφόσον δεν έχει συσταθεί τέτοια επιτροπή, από το διοικητικό συμβούλιο,

  • ι) η πολιτική αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τους

εθνικούς κανόνες καθορισμού των μισθών, κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των κριτηρίων που εφαρμόζονται για τον καθορισμό των ακόλουθων:

  • ια) των σταθερών βασικών αποδοχών, που αντανακλούν κυρίως τη συναφή επαγγελματική πείρα και την

οργανωτική ευθύνη, όπως ορίζεται στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου ως μέρος των όρων απασχόλησής του,

  • ιβ) των μεταβλητών αποδοχών, που αντανακλούν

βιώσιμες και προσαρμοσμένες στον κίνδυνο επιδόσεις του υπαλλήλου, καθώς και επιδόσεις καθ’ υπέρβαση των προβλεπόμενων στην περιγραφή καθηκόντων του υπαλλήλου,

  • ιγ) η σταθερή συνιστώσα αντιπροσωπεύει επαρκώς

υψηλό ποσοστό των συνολικών αποδοχών, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή μιας πλήρως ευέλικτης πολιτικής ως προς τη μεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μη καταβολής της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών.

2.

Για τους σκοπούς της περ. ια) της παρ. 1 οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. καθορίζουν στις πολιτικές αποδοχών τους τη δέουσα αναλογία μεταξύ της σταθερής και της μεταβλητής συνιστώσας των συνολικών αποδοχών, λαμβάνοντας υπόψη τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τους συναφείς κινδύνους, καθώς και τον αντίκτυπο που έχουν στο προφίλ κινδύνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ. οι διάφορες κατηγορίες προσωπικού που αναφέρεται στην παρ. 1.

3.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. καθορίζουν και εφαρμόζουν τις αρχές της παρ. 1 κατά τρόπο κατάλληλο προς το μέγεθος και την εσωτερική οργάνωσή τους, καθώς και προς τη φύση, το πεδίο και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων τους.

Άρθρο 87

Α.Ε.Π.Ε.Υ. που επωφελούνται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη (άρθρο 31 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Όταν μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. επωφελείται από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, όπως ορίζεται στην περ. 20) της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87):

  • α) Η εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν καταβάλλει μεταβλητές

αποδοχές σε μέλη του διοικητικού συμβουλίου της,

  • β) όταν οι μεταβλητές αποδοχές που καταβάλλονται σε

προσωπικό πλην των μελών του διοικητικού συμβουλίου δεν συμβιβάζονται με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης στην Α.Ε.Π.Ε.Υ. και με την έγκαιρη έξοδό της καθαρών εσόδων.

Άρθρο 88

Μεταβλητές αποδοχές (άρθρο 32 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Οι μεταβλητές αποδοχές που χορηγούνται και καταβάλλονται από Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε κατηγορίες προσωπικού αναφερόμενες στην παρ. 1 του άρθρου 86 είναι σύμφωνες με όλες τις κατωτέρω απαιτήσεις υπό τους ίδιους όρους με τους τασσόμενους στην παρ. 3 του άρθρου 86:

  • α) Στην περίπτωση που οι μεταβλητές αποδοχές συνδέονται με τις επιδόσεις, το συνολικό ποσό των μεταβλητών αποδοχών βασίζεται σε ένα συνδυασμό εκτίμησης

των επιδόσεων του ατόμου, της σχετικής επιχειρηματικής μονάδας και των συνολικών αποτελεσμάτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • β) κατά την εκτίμηση των ατομικών επιδόσεων, λαμβάνονται υπόψη χρηματοοικονομικά και μη κριτήρια,
  • γ) η εκτίμηση των επιδόσεων που αναφέρεται στην

περ. α) βασίζεται σε πολυετή περίοδο, που λαμβάνει υπόψη τον οικονομικό κύκλο της Α.Ε.Π.Ε.Υ. και τους επιχειρηματικούς της κινδύνους,

  • δ) οι μεταβλητές αποδοχές δεν επηρεάζουν την ικανότητα των Α.Ε.Π.Ε.Υ. να διασφαλίζουν στέρεη κεφαλαιακή

βάση,

  • ε) δεν υπάρχουν εγγυημένες μεταβλητές αποδοχές

παρά μόνο για το νέο προσωπικό για το πρώτο μόνο έτος απασχόλησής του και εφόσον η επιχείρηση επενδύσεων διαθέτει ισχυρή κεφαλαιακή βάση,

  • στ) οι πληρωμές που συνδέονται με την πρόωρη καταγγελία σύμβασης εργασίας αντικατοπτρίζουν τις επιδόσεις που επιτεύχθηκαν από το εκάστοτε πρόσωπο σε

βάθος χρόνου και δεν ανταμείβουν την αποτυχία ή τη διάπραξη παραπτωμάτων,

  • ζ) τα πακέτα αποδοχών που αφορούν αποζημίωση ή

εξαγορά από συμβάσεις σε προηγούμενη απασχόληση ευθυγραμμίζονται με το μακροπρόθεσμο συμφέρον της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • η) η μέτρηση των επιδόσεων που χρησιμοποιείται ως

βάση για τον υπολογισμό των ομαδοποιημένων συνιστωσών για τις μεταβλητές αποδοχές λαμβάνει υπόψη κάθε είδους τρέχοντες και μελλοντικούς κινδύνους, καθώς και το κόστος του κεφαλαίου και της ρευστότητας που απαιτούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033,

  • θ) η κατανομή της μεταβλητής συνιστώσας των αποδοχών εντός της Α.Ε.Π.Ε.Υ. λαμβάνει υπόψη το πλήρες

φάσμα των τρεχόντων και μελλοντικών κινδύνων,

  • ι) τουλάχιστον 50 % των μεταβλητών αποδοχών αποτελείται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέσα:
  • ια) μετοχές ή ισοδύναμα δικαιώματα ιδιοκτησίας, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ.,
  • ιβ) μέσα που συνδέονται με μετοχές ή ισοδύναμα μη

ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα, ανάλογα με τη νομική δομή της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • ιγ) πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ή άλλα μέσα τα οποία μπορούν να μετατραπούν

πλήρως σε μέσα κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή να απομειωθούν και τα οποία αντανακλούν δεόντως την πιστωτική ποιότητα της Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε συνθήκες δρώσας οικονομικής κατάστασης,

  • ιδ) μη ευχερώς ρευστοποιήσιμα μέσα που αντανακλούν τα μέσα των υπό διαχείριση χαρτοφυλακίων,
  • ια) κατά παρέκκλιση από την περ. ι), όταν μια Α.Ε.Π.Ε.Υ.

δεν εκδίδει κανένα από τα μέσα που αναφέρονται στην εν λόγω περίπτωση, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να εγκρίνει τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων που εκπληρώνουν τους ίδιους στόχους,

  • ιβ) τουλάχιστον ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40 %)

των μεταβλητών αποδοχών αναβάλλεται για περίοδο τριών (3) έως πέντε (5) ετών, κατά περίπτωση, ανάλογα με τον οικονομικό κύκλο της Α.Ε.Π.Ε.Υ., τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τους κινδύνους της και τις δραστηριότητες του εν λόγω προσώπου, εκτός από την περίπτωση μεταβλητών αποδοχών ιδιαίτερα υψηλού ποσού, όπου το ποσοστό των μεταβλητών αποδοχών που αναβάλλεται ανέρχεται τουλάχιστον σε ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60 %),

  • ιγ) ποσοστό έως και εκατό τοις εκατό (100 %) των

μεταβλητών αποδοχών συρρικνώνεται, σε περίπτωση υποτονικών ή αρνητικών χρηματοοικονομικών επιδόσεων της επιχείρησης επενδύσεων, μεταξύ άλλων μέσω ρυθμίσεων malus ή ρυθμίσεων περί επιστροφής αμοιβών βάσει κριτηρίων καθοριζόμενων από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που καλύπτουν ειδικότερα καταστάσεις όπου το εν λόγω πρόσωπο:

  • ιγα) συμμετείχε ή ήταν υπεύθυνο για συμπεριφορά

η οποία προξένησε σημαντικές ζημίες στην Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • ιγβ) δεν θεωρείται πλέον ότι πληροί τις απαιτήσεις

ικανότητας και ήθους,

  • ιδ) οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές είναι

σύμφωνες με την επιχειρηματική στρατηγική, τους στόχους, τις αξίες και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

2.

Για τους σκοπούς της παρ. 1, ισχύουν τα ακόλουθα:

  • α) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 86 δεν χρησιμοποιούν προσωπικές στρατηγικές

αντιστάθμισης κινδύνου ή ασφάλιση συνδεδεμένη με αποδοχές ή ευθύνη, για να καταστρατηγούν τις αρχές που αναφέρονται στην παρ. 1,

  • β) οι μεταβλητές αποδοχές δεν καταβάλλονται μέσω

χρηματοδοτικών εταιρειών ειδικού σκοπού ή μεθόδων που διευκολύνουν τη μη συμμόρφωση με τον παρόντα νόμο ή με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033.

3.

Για τους σκοπούς της περ. ι) της παρ. 1 τα μέσα που αναφέρονται στο εν λόγω στοιχείο υπόκεινται σε ενδεδειγμένη πολιτική διακράτησης, με σκοπό την ευθυγράμμιση των κινήτρων του προσώπου με τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της Α.Ε.Π.Ε.Υ., των πιστωτών και των πελατών της. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να θέτει περιορισμούς στο είδος και στον σχεδιασμό αυτών των μέσων ή να απαγορεύει τη χρήση ορισμένων μέσων για τους σκοπούς των μεταβλητών αποδοχών. Για τους σκοπούς της περ. ιβ) της παρ. 1, η αναβολή των μεταβλητών αποδοχών κατοχυρώνεται το πολύ κατ’ αναλογία του χρόνου. τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην περ. ι). Στην περίπτωση υπαλλήλου που συμπληρώνει την ηλικία συνταξιοδότησης και συνταξιοδοτείται, οι προαιρετικές συνταξιοδοτικές παροχές καταβάλλονται στον υπάλληλο με τη μορφή των μέσων που αναφέρονται στην περ. ι), με την επιφύλαξη πενταετούς περιόδου διακράτησης.

4.

Οι περ. ι) και ιβ) της παρ. 1 και το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 δεν εφαρμόζονται σε:

  • α) Α.Ε.Π.Ε.Υ., όταν η αξία των εντός και εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού της είναι κατά μέσο όρο ίση

ή μικρότερη από εκατό (100) εκατομμύρια ευρώ κατά τη διάρκεια της τετραετούς περιόδου που προηγείται άμεσα του δεδομένου οικονομικού έτους,

  • β) φυσικό πρόσωπο του οποίου οι ετήσιες μεταβλητές αποδοχές δεν υπερβαίνουν το ποσό των πενήντα

χιλιάδων (50.000) ευρώ και δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα τέταρτο των συνολικών ετήσιων αποδοχών του εν λόγω προσώπου.

5.

Για τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 88 εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 52 του Κανονισμού 2020/2033.

6.

Κατά παρέκκλιση από την περ. α) της παρ. 4, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να αυξήσει το όριο που αναφέρεται στην εν λόγω περίπτωση υπό την προϋπόθεση ότι η Α.Ε.Π.Ε.Υ. πληροί τα ακόλουθα κριτήρια:

  • α) Δεν συγκαταλέγεται στις τρεις μεγαλύτερες Α.Ε.Π.Ε.Υ.

στην Ελλάδα ως προς τη συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού,

  • β) δεν υπόκειται σε υποχρεώσεις ή υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις όσον αφορά τον σχεδιασμό της

ανάκαμψης και της εξυγίανσης σύμφωνα με το εσωτερικό άρθρο 4 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α΄ 87),

  • γ) ο όγκος των δραστηριοτήτων χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού της ΑΕΠΕΥ είναι

ίσος ή μικρότερος από εκατόν πενήντα (150) εκατομμύρια ευρώ,

  • δ) ο όγκος των δραστηριοτήτων σε παράγωγα εντός

και εκτός ισολογισμού της Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι ίσος ή μικρότερος από εκατό (100) εκατομμύρια ευρώ,

  • ε) το όριο δεν υπερβαίνει τα τριακόσια (300) εκατομμύρια ευρώ και
  • στ) είναι σκόπιμο να αυξηθεί το όριο, λαμβανομένων

υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.

7.

Κατά παρέκκλιση από την περ. α) της παρ. 4 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να μειώσει το όριο που αναφέρεται στην εν λόγω περίπτωση, εφόσον αυτό είναι σκόπιμο, λαμβανομένων υπόψη της φύσης και του πεδίου των δραστηριοτήτων της Α.Ε.Π.Ε.Υ., της εσωτερικής της οργάνωσης και, κατά περίπτωση, των χαρακτηριστικών του ομίλου στον οποίο ανήκει.

8.

Κατά παρέκκλιση από την περ. β) της παρ. 4, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται, με απόφασή της, να αποφασίσει ότι τα μέλη του προσωπικού που δικαιούνται ετήσιες μεταβλητές αποδοχές κάτω από το όριο και το μερίδιο που αναφέρονται στην εν λόγω περίπτωση δεν εμπίπτουν στην απαλλαγή που ορίζεται σε αυτό λόγω των ιδιαιτεροτήτων της εθνικής αγοράς όσον αφορά τις πρακτικές αποδοχών ή λόγω της φύσης των αρμοδιοτήτων και της περιγραφής καθηκόντων των εν λόγω μελών του προσωπικού.

Άρθρο 89

Επιτροπή αποδοχών (άρθρο 33 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ που δεν πληρούν τα κριτήρια της περ.

  • α) της παρ. 4 του άρθρου 88, προβαίνουν στη σύσταση

επιτροπής αποδοχών. Η εν λόγω επιτροπή αποδοχών χαρακτηρίζεται από ίση εκπροσώπηση των φύλων και εκφέρει αρμοδίως και ανεξαρτήτως γνώμη για τις πολιτικές και τις πρακτικές αποδοχών, καθώς και για τα κίνητρα που δημιουργούνται για τη διαχείριση του κινδύνου, του κεφαλαίου και της ρευστότητας. Η επιτροπή αποδοχών μπορεί να συσταθεί σε επίπεδο ομίλου.

2.

Η επιτροπή αποδοχών είναι υπεύθυνη για την προετοιμασία των αποφάσεων σχετικά με τις αποδοχές, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που έχουν επιπτώσεις στους κινδύνους και τη διαχείριση των κινδύνων της σχετικής Α.Ε.Π.Ε.Υ. και που λαμβάνονται από το διοικητικό συμβούλιο. Ο πρόεδρος και τα μέλη της επιτροπής αποδοχών είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου που δεν ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες στη σχετική Α.Ε.Π.Ε.Υ. Εάν προβλέπεται εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό όργανο, στην επιτροπή αποδοχών συμπεριλαμβάνεται ένας ή περισσότεροι εκπρόσωποι των εργαζομένων.

3.

Κατά την προπαρασκευή των αποφάσεων που αναφέρονται στην παρ. 2, η επιτροπή αποδοχών λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των μετόχων, των επενδυτών και άλλων εμπλεκομένων στην Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 90

Επίβλεψη των πολιτικών αποδοχών (άρθρο 34 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συγκεντρώνει τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με τις περ. γ) και δ) του πρώτου εδαφίου του άρθρου 51 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, καθώς και τις πληροφορίες που παρέχουν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. σχετικά με το μισθολογικό χάσμα μεταξύ των φύλων, και χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για τη συγκριτική αξιολόγηση των τάσεων και των πρακτικών ως προς τις αποδοχές. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς παρέχει αυτές τις πληροφορίες στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

2.

Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των φυσικών προσώπων ανά Α.Ε.Π.Ε.Υ. με αποδοχές ύψους ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ και άνω ανά οικονομικό έτος, με ανάλυση σε κλιμάκια αμοιβών ενός εκατομμυρί των μακροπρόθεσμων επιβραβεύσεων και των συνταξιοδοτικών εισφορών. Οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. παρέχουν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατόπιν αιτήματος της, τα στοιχεία για τις συνολικές αποδοχές κάθε μέλους του διοικητικού οργάνου ή ανώτερου διοικητικού στελέχους. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει τις πληροφορίες του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών.

ΤΜΗΜΑ 3

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΟΠΤΙΚΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Άρθρο 91

Εποπτική εξέταση και αξιολόγηση (άρθρο 36 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει, στον βαθμό που αρμόζει και απαιτείται, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος, το προφίλ κινδύνου και το επιχειρηματικό μοντέλο κάθε Α.Ε.Π.Ε.Υ., τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. για τη συμμόρφωσή τους με τον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, και αξιολογεί τα κατωτέρω, όπως κρίνεται σκόπιμο και αρμόζει, με σκοπό την εξασφάλιση της ορθής διαχείρισης και κάλυψης των κινδύνων τους:

  • α) Τους κινδύνους που αναφέρονται στο άρθρο 85,
  • β) τη γεωγραφική θέση των ανοιγμάτων των Α.Ε.Π.Ε.Υ.,
  • γ) το επιχειρηματικό μοντέλο των Α.Ε.Π.Ε.Υ.,
  • δ) την εκτίμηση του συστημικού κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τον προσδιορισμό και τη μέτρηση του

συστημικού κινδύνου βάσει του άρθρου 23 του Κανονισμού (ΕΕ) 1093/2010 ή των συστάσεων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ),

  • ε) τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων

δικτύου και πληροφοριών των Α.Ε.Π.Ε.Υ., με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους,

  • στ) το άνοιγμα των Α.Ε.Π.Ε.Υ. σε κίνδυνο επιτοκίου που

απορρέει από δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών,

  • ζ) το πλαίσιο διακυβέρνησης των Α.Ε.Π.Ε.Υ. και την ικανότητα των μελών του διοικητικού οργάνου να εκτελούν

τα καθήκοντά τους. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει δεόντως υπόψη το κατά πόσον οι Α.Ε.Π.Ε.Υ. διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς καθορίζει τη συχνότητα και την ένταση της εξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παρ. 1, συνεκτιμώντας το μέγεθος, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των σχετικών Α.Ε.Π.Ε.Υ. και, όπου αρμόζει, τη συστημική σημασία τους, και λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας, και τον ν. 4514/2018 (Α΄ 14) και την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς 1/808/2018 που διέπουν τον διαχωρισμό που εφαρμόζεται στα υπό κατοχή χρήματα πελατών. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποφασίζει, κατά περίπτωση, αν και με ποια μορφή θα διενεργηθούν η εξέταση και η αξιολόγηση όσον αφορά Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. μόνον εφόσον το κρίνει απαραίτητο λόγω του μεγέθους, της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων των εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ. Κατά τη διενέργεια της εξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην περ. ζ) της παρ. 1, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει πρόσβαση στα θέματα προς συζήτηση, τα πρακτικά και τα δικαιολογητικά έγγραφα των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου και των επιτροπών αυτού, καθώς και στα αποτελέσματα της εσωτερικής ή εξωτερικής αξιολόγησης των επιδόσεων του διοικητικού οργάνου της Α.Ε.Π.Ε.Υ.

Άρθρο 92

Διαρκής εξέταση της άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων (άρθρο 37 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εξετάζει τακτικά, και τουλάχιστον κάθε τρία (3) έτη, τη συμμόρφωση των Α.Ε.Π.Ε.Υ. προς τις απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δίνει ιδιαίτερη προσοχή στις αλλαγές της επιχειρηματικής δραστηριότητας μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ. και στην εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων σε νέα προϊόντα, και εξετάζει και εκτιμά κατά πόσον η Α.Ε.Π.Ε.Υ. χρησιμοποιεί άρτια αναπτυγμένες και επικαιροποιημένες τεχνικές και πρακτικές για τα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διασφαλίζει τη διόρθωση σημαντικών ελλείψεων που εντοπίζονται στην κάλυψη κινδύνων από τα εσωτερικά υποδείγματα μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή λαμβάνει μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους, μεταξύ άλλων επιβάλλοντας κεφαλαιακές προσαυξήσεις ή υψηλότερους πολλαπλασιαστικούς συντελεστές.

2.

Εάν, σε εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αγοράς, πληθώρα υπερβάσεων, όπως αναφέρονται στο άρθρο 366 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, δείχνει ότι τα εσωτερικά υποδείγματα δεν είναι ή δεν είναι πλέον ακριβή, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια χρήσης των εσωτερικών υποδειγμάτων ή επιβάλλει κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί ότι τα εσωτερικά υποδείγματα θα βελτιωθούν ταχέως, εντός ορισμένου χρονικού πλαισίου.

3.

Αν μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. που έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των εν λόγω εσωτερικών υποδειγμάτων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζητά από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. είτε να αποδείξει ότι η μη συμμόρφωση λόγω απαιτήσεις. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί να γίνουν βελτιώσεις στο σχέδιο που έχει υποβάλει η Α.Ε.Π.Ε.Υ., αν δεν αναμένεται να επιφέρει πλήρη συμμόρφωση ή αν η προθεσμία είναι ακατάλληλη. Αν η Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν αναμένεται να συμμορφωθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας ή δεν έχει αποδείξει ικανοποιητικά ότι η επίπτωση από τη μη συμμόρφωση είναι ασήμαντη, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ανακαλεί την άδεια χρήσης εσωτερικών υποδειγμάτων ή την περιορίζει στα συμμορφούμενα τμήματα ή στα τμήματα στα οποία η συμμόρφωση είναι εφικτή εντός κατάλληλης προθεσμίας. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να λαμβάνει υπόψη αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών σχετικά με τα εσωτερικά υποδείγματα των διαφόρων επιχειρήσεων επενδύσεων, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται παρόμοιοι κίνδυνοι ή ανοίγματα από επιχειρήσεις επενδύσεων που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα, καθώς και κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ για την εξέταση που αναφέρεται στην παρ. 1.

ΤΜΗΜΑ 4

ΕΠΟΠΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ

Άρθρο 93

Εποπτικά μέτρα (άρθρο 38 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να λαμβάνουν, σε πρώιμο στάδιο, τα απαραίτητα μέτρα για να αντιμετωπίσουν τα ακόλουθα προβλήματα:

  • α) Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος

νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

  • β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει στοιχεία ότι μια

Α.Ε.Π.Ε.Υ. ενδέχεται να παραβεί τις διατάξεις του παρόντος νόμου ή του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 εντός των επόμενων δώδεκα (12) μηνών.

Άρθρο 94

Εποπτικές εξουσίες (άρθρο 39 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει τις απαραίτητες εποπτικές εξουσίες για να παρεμβαίνει, κατά την άσκηση των λειτουργιών της, στις δραστηριότητες των Α.Ε.Π.Ε.Υ. με αποτελεσματικό και αναλογικό τρόπο.

2.

Για τους σκοπούς του άρθρου 91, της παρ. 3 του άρθρου 92 και του άρθρου 93 του παρόντος νόμου, καθώς και της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

  • α) Nα απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να διαθέτουν ίδια κεφάλαια επιπλέον των απαιτήσεων που καθορίζονται στο

άρθρο 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 95 του παρόντος, ή να αναπροσαρμόζουν τα ίδια κεφάλαια και τα ρευστά στοιχεία ενεργητικού που απαιτούνται σε περίπτωση σημαντικής μεταβολής στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • β) να απαιτεί την ενίσχυση των ρυθμίσεων, διαδικασιών, μηχανισμών και στρατηγικών που έχουν τεθεί σε

εφαρμογή σύμφωνα με τα άρθρα 80 και 82 του παρόντος,

  • γ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να καταθέτουν, εντός

ενός έτους, σχέδιο αποκατάστασης της συμμόρφωσης προς τις εποπτικές απαιτήσεις βάσει του παρόντος νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, να ορίζουν προθεσμία για την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου και να απαιτούν βελτιώσεις του σχεδίου αυτού όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής και την προθεσμία,

  • δ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να εφαρμόζουν ειδική

πολιτική προβλέψεων ή μεταχείριση των στοιχείων του ενεργητικού από την άποψη των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων,

  • ε) να θέτει περιορισμούς ή όρια στις επιχειρηματικές

δραστηριότητες, τις ενέργειες ή το δίκτυο των Α.Ε.Π.Ε.Υ. ή να ζητά την αφαίρεση δραστηριοτήτων που ενέχουν υπερβολικό κίνδυνο για τη χρηματοοικονομική ευρωστία μιας Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • στ) να απαιτεί τη μείωση του κινδύνου τον οποίο ενέχουν οι δραστηριότητες, τα προϊόντα και τα συστήματα

των Α.Ε.Π.Ε.Υ., συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων που ανατίθενται σε τρίτους,

  • ζ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να περιορίζουν τις μεταβλητές αποδοχές ως ποσοστό των καθαρών εσόδων,

όταν οι αποδοχές αυτές δεν συνάδουν με τη διατήρηση στέρεης κεφαλαιακής βάσης,

  • η) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να χρησιμοποιούν τα

καθαρά κέρδη για την ενίσχυση των ιδίων κεφαλαίων,

  • θ) να περιορίζει ή να απαγορεύει τη διανομή κερδών

ή την καταβολή τόκων από μια Α.Ε.Π.Ε.Υ. στους μετόχους, στα μέλη ή στους κατόχους πρόσθετων μέσων της κατηγορίας 1, εφόσον ο εν λόγω περιορισμός ή η απαγόρευση δεν συνιστά γεγονός αθέτησης υποχρέωσης της Α.Ε.Π.Ε.Υ.,

  • ι) να επιβάλλει απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή

συχνότερων αναφορών από αυτές που καθορίζονται στον παρόντα νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, συμπεριλαμβανομένων των αναφορών για την κεφαλαιακή και την ταμειακή κατάσταση,

  • ια) να επιβάλλει συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 97 του παρόντος,
  • ιβ) να απαιτεί τη δημοσιοποίηση πρόσθετων πληροφοριών,
  • ιγ) να απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να μειώσουν τους κινδύνους για την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και

πληροφοριών των Α.Ε.Π.Ε.Υ., με σκοπό την εξασφάλιση της εμπιστευτικότητας, της ακεραιότητας και της διαθεσιμότητας των διαδικασιών, των δεδομένων και των στοιχείων ενεργητικού τους.

3.

Για τους σκοπούς της περ. ι) της παρ. 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει στις ΑΕΠΕΥ απαιτήσεις υποβολής πρόσθετων ή συχνότερων αναφορών μόνο εφόσον δεν υπάρχει αλληλοεπικάλυψη όσον αφορά τις προς αναφορά πληροφορίες και πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Ισχύει μία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται

στις περ. α) και β) του άρθρου 93,

  • β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς θεωρεί αναγκαία τη

συλλογή των στοιχείων που αναφέρονται στην περ. β) του άρθρου 93, Αλληλοεπικάλυψη των πληροφοριών θεωρείται ότι συντρέχει όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαθέτει ήδη τις ίδιες ή ουσιαστικά τις ίδιες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες μπορούν να παραχθούν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή όταν μπορούν να αποκτηθούν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με άλλα μέσα εκτός της υποχρέωσης υποβολής τους από την Α.Ε.Π.Ε.Υ. Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δεν απαιτεί πρόσθετες πληροφορίες, όταν οι πληροφορίες είναι στη διάθεσή της σε διαφορετικό μορφότυπο ή βαθμό λεπτομέρειας από τις πρόσθετες προς αναφορά πληροφορίες, και ο εν λόγω διαφορετικός μορφότυπος ή βαθμός λεπτομέρειας δεν την εμποδίζει να παραγάγει ουσιαστικά παρόμοιες πληροφορίες.

Άρθρο 95

Απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων (άρθρο 40 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 μόνο εάν, βάσει της εξέτασης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 91 και 92, διαπιστώνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις σε σχέση με μια Α.Ε.Π.Ε.Υ.:

  • α) Η Α.Ε.Π.Ε.Υ. είναι εκτεθειμένη σε κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων ή ενέχει κινδύνους για τρίτους που είναι

σημαντικοί και δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από την κεφαλαιακή απαίτηση και ιδίως τις απαιτήσεις των παραγόντων Κ, όπως καθορίζονται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033,

  • β) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. δεν πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 80 και 82 και η εφαρμογή άλλων εποπτικών μέτρων δεν είναι πιθανό να βελτιώσει επαρκώς,

εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου, τις ρυθμίσεις, τις διαδικασίες, τους μηχανισμούς και τις στρατηγικές,

  • γ) οι προσαρμογές σε σχέση με τη συνετή αποτίμηση

του χαρτοφυλακίου συναλλαγών δεν επαρκούν για να μπορέσει η Α.Ε.Π.Ε.Υ. να πωλήσει ή να αντισταθμίσει τις θέσεις της σε σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς σημαντικές ζημίες, υπό κανονικές συνθήκες αγοράς,

  • δ) από την εξέταση που διενεργείται σύμφωνα με

το άρθρο 92 προκύπτει ότι η μη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για την εφαρμογή των επιτρεπόμενων εσωτερικών υποδειγμάτων ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπαρκή επίπεδα κεφαλαίου,

  • ε) η Α.Ε.Π.Ε.Υ. επανειλημμένως δεν δημιουργεί ή δεν

διατηρεί επαρκές επίπεδο πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων, όπως ορίζεται στο άρθρο 96.

2.

Για τους σκοπούς της περ. α) της παρ. 1 του παρόντος, οι κίνδυνοι ή τα στοιχεία κινδύνων θεωρείται ότι δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο τρίτο και το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 μόνο όταν τα ποσά, τα είδη και η κατανομή των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά τον εποπτικό έλεγχο της εκτίμησης που διενεργούν οι Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 80 του παρόντος, είναι υψηλότερα από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της Α.Ε.Π.Ε.Υ. που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα κεφάλαια που θεωρούνται κατάλληλα μπορούν να περιλαμβάνουν κινδύνους ή στοιχεία κινδύνων που εξαιρούνται ρητά από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς προσδιορίζει το επίπεδο των πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται βάσει της περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 ως τη διαφορά μεταξύ των κεφαλαίων που θεωρούνται κατάλληλα βάσει της παρ. 2 του παρόντος και της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται στο τρίτο ή το τέταρτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/ 2033.

4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί από τις Α.Ε.Π.Ε.Υ. να πληρούν την απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 με ίδια κεφάλαια, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • α) Τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) της απαίτησης

πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαιο της κατηγορίας 1,

  • β) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) του κεφαλαίου

της κατηγορίας 1 αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1,

  • γ) τα εν λόγω ίδια κεφάλαια δεν χρησιμοποιούνται για

την κάλυψη καμίας από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στις περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 11 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.

5.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τεκμηριώνει εγγράφως την απόφασή της να επιβάλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94 περιγράφοντας με σαφήνεια την πλήρη εκτίμηση των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παρ. 1 έως 4 του παρόντος. Ειδικά για την περ. δ) της παρ. 1, αυτό περιλαμβάνει ειδική έκθεση των λόγων για τους οποίους δεν θεωρείται πλέον επαρκές το επίπεδο κεφαλαίου που έχει καθοριστεί σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 96.

6.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς μπορεί να επιβάλλει απαίτηση πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με τις παρ. 1 έως και 5 σε Α.Ε.Π.Ε.Υ. που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και μη διασυνδεδεμένες Α.Ε.Π.Ε.Υ. βάσει εκτίμησης κατά περίπτωση και όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το κρίνει δικαιολογημένο.

Άρθρο 96

Καθοδήγηση ως προς τα πρόσθετα ίδια Κεφάλαια (άρθρο 41 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

1.

Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και ανάλογα με το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων των Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστούν ως μικρές και 80, είναι επαρκώς υψηλότερο από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 και στον παρόντα νόμο, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 94, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις δεν οδηγούν σε παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων ούτε απειλούν την ικανότητα της Α.Ε.Π.Ε.Υ. να προχωρήσει σε εκκαθάριση ή παύση δραστηριοτήτων με συντεταγμένο τρόπο.

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επανεξετάζει, όπου αρμόζει, το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται από κάθε Α.Ε.Π.Ε.Υ. που δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1 του άρθρου 12 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 για να χαρακτηριστεί ως μικρή και μη διασυνδεδεμένη Α.Ε.Π.Ε.Υ., σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος και, κατά περίπτωση, γνωστοποιεί τα αποτελέσματα της εν λόγω επανεξέτασης στη σχετική Α.Ε.Π.Ε.Υ., περιλαμβανομένης κάθε προσδοκίας για την προσαρμογή του επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων που καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος. Η γνωστοποίηση αυτή περιλαμβάνει την ημερομηνία έως την οποία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς απαιτεί να ολοκληρωθεί η προσαρμογή.

Άρθρο 97

Συγκεκριμένες απαιτήσεις ρευστότητας (άρθρο 42 της Οδηγίας 2019/2034/ΕΕ)

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)