Νόμοι — ΦΕΚ A' 5/2018
(2) μέτρα, προκειμένου για εκθέσεις που απευθύνονται μόνο σε εμπορικούς επισκέπτες ή τουλάχιστον τρία (3) μέτρα, προκειμένου για εκθέσεις που απευθύνονται και στο ευρύ κοινό. Οι διαστάσεις των διαδρόμων επισκεπτών, θα πρέπει να πληρούν σε κάθε περίπτωση τις ελάχιστες απαιτήσεις των πολεοδομικών διατάξεων.
- ζ) Τον ακριβή καθορισμό του είδους των εκθεμάτων
ή του κλάδου που θα προβληθεί,
- η) το ωράριο λειτουργίας και το ακριβές χρονικό διάστημα λειτουργίας της εμπορικής έκθεσης, το οποίο δεν
μπορεί να υπερβαίνει τις τριάντα (30) συναπτές ημέρες,
- θ) τον κανονισμό συμμετοχής των εκθετών, ο οποίος
συντάσσεται από τον διοργανωτή και περιγράφει τους ειδικότερους όρους συμμετοχής των εκθετών και ενοικίασης και χρήσης του εκθετηρίου χώρου.
Οι υπηρεσίες των Δήμων ή των Περιφερειών στις οποίες κατατίθεται η ανακοίνωση, αναζητούν υπηρεσιακώς εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών αντίγραφο της άδειας καταλληλότητας των εγκαταστάσεων του εκθεσιακού χώρου ή του εκθεσιακού κέντρου στις οποίες θα λάβει χώρα η εμπορική έκθεση. Σε περίπτωση που δεν έχει εκδοθεί η ως άνω άδεια οφείλουν να ενημερώσουν τον διοργανωτή αμελλητί, με κάθε πρόσφορο μέσο, συμπεριλαμβανομένης και της επίδοσης διά του ταχυδρομείου, της τηλεομοιοτυπίας και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και με απόδειξη παραλαβής ότι η εμπορική έκθεση δεν μπορεί να διοργανωθεί στις συγκεκριμένες εγκαταστάσεις.
Η υπηρεσία, στην οποία κατατίθεται η υπεύθυνη δήλωση της περίπτωσης ε΄ της παρ. 3 ενεργεί δειγματοληπτικό έλεγχο, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν. 3230/2004 (Α΄ 44).
Απαγορεύεται η χρήση των όρων «έκθεση», «εμπορική έκθεση», «διεθνής έκθεση» και «διεθνής εμπορική έκθεση», καθώς και των αντίστοιχων αγγλικών όρων «exhibition», «commercial exhibition», «international exhibition» και «international commercial exhibition» στο διακριτικό τίτλο οποιασδήποτε εκδήλωσης λαμβάνει χώρα εκτός εκθεσιακού κέντρου ή εκθεσιακού χώρου.
Άρθρο 114
Διαδικασία χορήγησης άδειας καταλληλότητας εκθεσιακών κέντρων και χώρων
Προκειμένου να διοργανωθούν εμπορικές εκθέσεις απαιτείται άδεια καταλληλότητας εκθεσιακών κέντρων ή εκθεσιακών χώρων.
Η άδεια καταλληλότητας των εκθεσιακών κέντρων ή εκθεσιακών χώρων χορηγείται από τις αρμόδιες υπηρεσίες των Δήμων ύστερα από αίτηση του κυρίου, νομέα ή κατόχου της εγκατάστασης που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως χώρος για τη διοργάνωση εμπορικών εκθέσεων.
Η αίτηση περιλαμβάνει υποχρεωτικά τα παρακάτω στοιχεία και δικαιολογητικά:
- α) Την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο, την έδρα, το
ΑΦΜ, τη ΔΟΥ και τον αριθμό ΓΕΜΗ της εταιρίας ή της ατομικής επιχείρησης που είναι ο κύριος, νομέας, ή κάτοχος της εγκατάστασης που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως χώρος για τη διοργάνωση εμπορικών εκθέσεων ή σε περίπτωση που ο κύριος, νομέας η κάτοχος είναι φυσικό πρόσωπο τον αριθμό δελτίου ταυτότητας, το ΑΦΜ και τη ΔΟΥ αυτού.
- β) Αντίγραφο της οικοδομικής άδειας ή της άδειας δόμησης, από όπου να προκύπτει ότι επιτρέπεται η χρήση
του χώρου για τη διοργάνωση εμπορικής έκθεσης, μαζί με το εγκεκριμένο τοπογραφικό και διάγραμμα κάλυψης ή δόμησης που τη συνοδεύει, καθώς και αντίγραφα τυχόν πρόσθετων τακτοποιήσεων χώρων σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί αυθαιρέτων, συνοδευόμενες από την βεβαίωση χώρου κύριας χρήσης της παρ. 8 του άρθρου 107 του ν. 4495/2017 (Α΄ 167), στην οποία βεβαιώνεται επιπρόσθετα ότι η χρήση του χώρου για την διοργάνωση εμπορικής έκθεσης στο εν λόγω ακίνητο είναι επιτρεπτή. καθώς και σε κατάλληλη κλίμακα ο κύριος εκθεσιακός, αποθηκευτικός και βοηθητικός χώρος, οι έξοδοι κινδύνου, οι παρεμβάσεις για τη διασφάλιση προσβασιμότητας σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, οι χώροι πυρασφάλειας και οι χώροι υγιεινής. Το σχεδιάγραμμα πρέπει να συνοδεύεται από βεβαίωση διπλωματούχου μηχανικού, από την οποία να προκύπτει η καταλληλότητα του χώρου για τη διενέργεια εμπορικών εκθέσεων και η τήρηση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας για τη διασφάλιση προσβασιμότητας ατόμων με ειδικές ανάγκες (ΑΜΕΑ). Τα εκθεσιακά κέντρα και οι εκθεσιακοί χώροι πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις του οικοδομικού κανονισμού και του κτιριοδομικού κανονισμού, όπως εξειδικεύεται σε επιμέρους τεχνικούς κανονισμούς και πρέπει να έχουν ελεύθερο ύψος τουλάχιστον τέσσερα (4) μέτρα σε ποσοστό τουλάχιστον εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%) της συνολικής επιφάνειάς τους.
- δ) Στοιχεία του φορέα έκδοσης απόφασης έγκρισης
περιβαλλοντικών όρων και αριθμό πρωτοκόλλου αυτής, ώστε να αναζητηθεί υπηρεσιακά εφόσον απαιτείται σύμφωνα με τον ν. 4014/2011 (Α΄ 209).
- ε) Υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 του κυρίου,
νομέα ή κατόχου της εγκατάστασης που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί ως χώρος για τη διοργάνωση εμπορικών εκθέσεων όπου να δηλώνεται ότι εξασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης ή εισόδου φορτηγών και γερανών, η ύπαρξη χώρου στάθμευσης φορτηγών και Ι.Χ. αυτοκινήτων, σύμφωνα με την παρ. 4, και η ύπαρξη αποθηκών για υλικά συσκευασίας.
- στ) Πιστοποιητικό πυροπροστασίας από την αρμόδια
πυροσβεστική Υπηρεσία για το χώρο, όπως αυτός διαμορφώνεται σύμφωνα με την περίπτωση γ΄.
- ζ) Βεβαίωση της Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας της οικείας Περιφέρειας για τη διασφάλιση των κατάλληλων
συνθηκών υγιεινής.
- η) Βεβαίωση ασφαλιστικής εταιρίας ή αντίγραφο
ισχύοντος ασφαλιστήριου συμβολαίου, από τα οποία να αποδεικνύεται η κάλυψη αστικής ευθύνης για τυχόν ατυχήματα σε τρίτους (θάνατος, σωματική βλάβη ή/και υλική ζημία) και πυρός.
Η αναλογία των θέσεων στάθμευσης πρέπει να είναι μία (1) θέση ανά τριάντα πέντε (35) τ.μ. επιφάνειας της έκθεσης (συνολική επιφάνεια μικτού εκθεσιακού κέντρου ή χώρου). Σε κάθε περίπτωση ο ελάχιστος αριθμός θέσεων στάθμευσης δεν μπορεί να είναι μικρότερος από είκοσι πέντε (25) θέσεις για εκθεσιακούς χώρους και από εκατό (100) για εκθεσιακά κέντρα. Εφόσον οι θέσεις στάθμευσης εντός του ακινήτου του εκθεσιακού κέντρου ή εκθεσιακού χώρου δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών του, αυτή μπορεί να γίνεται με χρήση νομίμων χωρών στάθμευσης σε απόσταση μέχρι οκτακόσια (800) μέτρα από αυτόν. Όταν ο χώρος στάθμευσης βρίσκεται σε μεγαλύτερη απόσταση από την αναφερόμενη στο προηγούμενο εδάφιο, απαιτείται η χρήση λεωφορείων αποκλειστικά για την μεταφορά εκθετών επισκεπτών, χωρίς επιβάρυνση για αυτούς. Στην περίπτωση αυτή οι χώροι στάθμευσης και τα σχετικά αποδεικτικά χρήσης τους και μίσθωσης λεωφορείων υποβάλλονται με την αναγγελία κάθε έκθεσης στον οικείο Δήμο.
Η άδεια καταλληλότητας των εκθεσιακών κέντρων ή εκθεσιακών χώρων χορηγείται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία πενήντα (50) ημερολογιακών ημερών από την αίτηση του ενδιαφερομένου. Μετά την άπρακτη πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας η αίτηση για χορήγηση άδειας καταλληλότητας των εκθεσιακών κέντρων ή εκθεσιακών χώρων θεωρείται ότι έγινε δεκτή.
Η άδεια καταλληλότητας των εκθεσιακών κέντρων ή εκθεσιακών χώρων ισχύει για πέντε (5) έτη.
Η άδεια καταλληλότητας των εκθεσιακών κέντρων ή εκθεσιακών χώρων δύναται να ανανεώνεται για αντίστοιχο χρονικό διάστημα, αφού προσκομιστεί από κάθε ενδιαφερόμενο υπεύθυνη δήλωση του κυρίου, νομέα ή κατόχου ότι δεν έχουν μεταβληθεί ή παύσει να συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις δυνάμει των οποίων χορηγήθηκε η αρχική άδεια και διενεργηθεί αυτοψία από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου. Η δήλωση υποβάλλεται το αργότερο δύο (2) μήνες πριν από την λήξη ισχύος της άδειας.
Σε περίπτωση που μεταβληθεί το πρόσωπο του κυρίου, νομέα ή κατόχου του εκθεσιακού κέντρου ή εκθεσιακού χώρου, η άδεια καταλληλότητας ισχύει μέχρι να συμπληρωθεί ο χρόνος ισχύος της, με την προϋπόθεση ότι η σχετική μεταβολή έχει γνωστοποιηθεί εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία του Δήμου και έχει σημειωθεί στην άδεια.
Άρθρο 115
Λοιπές ρυθμίσεις
Επιτρέπεται η λιανική πώληση προϊόντων σε διακριτούς χώρους εντός του εκθεσιακού κέντρου ή εκθεσιακού χώρου κατά τη διάρκεια λειτουργίας εμπορικών εκθέσεων ή διεθνών εκθέσεων που απευθύνονται στο ευρύ κοινό. Ο διοργανωτής της εμπορικής έκθεσης οφείλει να γνωστοποιεί στην οικεία ΔΟΥ κατάλογο ο οποίος θα περιλαμβάνει την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο, την έδρα, το ΑΦΜ, τη ΔΟΥ και τον αριθμό ΓΕΜΗ των νομικών προσώπων ή των ατομικών επιχειρήσεων που πρόκειται να προβούν σε λιανική πώληση προϊόντων. Η ανωτέρω γνωστοποίηση λαμβάνει χώρα τουλάχιστον δύο (2) εργάσιμες ημέρες πριν από την έναρξη της εμπορικής έκθεσης.
Μεταβολή της ημερομηνίας ή του εκθεσιακού κέντρου ή εκθεσιακού χώρου διεξαγωγής της εμπορικής έκθεσης είναι δυνατή, υπό την προϋπόθεση ότι ο διοργανωτής υποβάλλει ανακοίνωση προς την αρμόδια Υπηρεσία του οικείου Δήμου ή Περιφέρειας κατά περίπτωση, τουλάχιστον επτά (7) ημερολογιακές ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξης της εμπορικής έκθεσης. Όταν υποβάλλεται αίτημα μεταβολής του εκθεσιακού κέντρου ή χώρου διεξαγωγής της εμπορικής έκθεσης, στην ανακοίνωση επισυνάπτεται συμπληρωματικά η άδεια καταλληλότητας του νέου κέντρου ή χώρου.
Μεταβολή του είδους των εκθεμάτων ή του κλάδου που προβάλλεται στην εμπορική έκθεση είναι δυνατή, αν ο διοργανωτής υποβάλλει ανακοίνωση προς την αρ ημέρες πριν από την προγραμματισμένη ημερομηνία έναρξης της εμπορικής έκθεσης.
Αν για οποιοδήποτε λόγο, η προγραμματισμένη εμπορική έκθεση δεν διεξαχθεί, ο διοργανωτής έχει υποχρέωση να ενημερώσει άμεσα τον αρμόδιο Δήμο ή, στην περίπτωση διεθνών εκθέσεων, την αρμόδια Περιφέρεια.
Σε εμπορικές εκθέσεις με αντικείμενο εκρηκτικά − εύφλεκτα υλικά, οι εκθέτες έχουν υποχρέωση να παρουσιάζουν τα εκθέματά τους με τη μορφή ομοιωμάτων από μη αυθεντικά υλικά ή με γραφικές απεικονίσεις - εικονικές αναπαραστάσεις ως προς το είδος, τη λειτουργία και τη χρήση τους ή άλλα παρεμφερή μέσα όπως διαφημιστικά έντυπα, βιντεοσκοπημένο υλικό και αφίσες.
Οι Δήμοι και οι Περιφέρειες δημοσιεύουν στο διαδικτυακό τους τόπο πληροφορίες σχετικά με τις λειτουργούσες εμπορικές εκθέσεις και όσες προγραμματίζεται να διεξαχθούν, τυχόν μεταβολές στις προγραμματισθείσες εκθέσεις, σύμφωνα με τις παρ. 2, 3 και 4, καθώς και πληροφορίες σχετικά με τον τόπο διεξαγωγής, τον χαρακτήρα των εκθέσεων, το χρονικό διάστημα λειτουργίας τους, το είδος των εκθεμάτων και τα στοιχεία των διοργανωτών. Οι ίδιες πληροφορίες κοινοποιούνται σε έντυπη ή ηλεκτρονική μορφή στη Διεύθυνση Θεσμικών Ρυθμίσεων της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.
Για την καταγραφή, παρακολούθηση και εποπτεία της εκθεσιακής αγοράς, δημιουργείται στην Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης ηλεκτρονικό μητρώο όπου καταχωρούνται όλες οι εμπορικές εκθέσεις που διεξάγονται στην Επικράτεια. Στο ίδιο μητρώο καταχωρούνται τα στοιχεία των εκθεσιακών κέντρων ή χώρων της επικράτειας και άλλα δεδομένα που έχουν σχέση με την εκθεσιακή αγορά της χώρας. Το σύνολο ή τμήμα των στοιχείων που καταχωρούνται στο μητρώο είναι προσβάσιμο μέσω διαδικτύου για την πληροφόρηση των ελληνικών και ξένων επιχειρήσεων για τις δυνατότητες προβολής και διάδοσης των προϊόντων τους και την ανάπτυξη των επιχειρηματικών συνεργασιών.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης ρυθμίζεται η διαδικασία δήλωσης, καταχώρισης και επεξεργασίας των στοιχείων που θα περιλαμβάνει το ηλεκτρονικό μητρώο της παρ. 7 καθώς και τα στοιχεία εκείνα του ηλεκτρονικού μητρώου που θα δημοσιεύονται μέσω διαδικτύου.
Επιτρέπεται η διοργάνωση εκθεσιακών δραστηριοτήτων σε αμιγώς υπαίθριους δημόσιους ή δημοτικούς χώρους υπό τις εξής προϋποθέσεις:
- α) ο διοργανωτής της εκδήλωσης συνάπτει Έγγραφο
Δεσμεύσεων με τον οικείο δήμο για τη διοργάνωση εκθεσιακών δραστηριοτήτων σε αμιγώς υπαίθριους δημόσιους χώρους. Σε αυτό καθορίζονται με λεπτομέρεια το τυχόν οικονομικό αντάλλαγμα για τη διάθεση του χώρου και οι όροι λειτουργίας της εκδήλωσης σε σχέση ιδίως με την προσβασιμότητα, την πυροπροστασία, την υγιεινή και ασφάλεια των επισκεπτών και την καθαριότητα του χώρου.
- β) δεν χρησιμοποιούνται οι όροι «έκθεση», «εμπορική έκθεση» και «διεθνής εμπορική έκθεση» καθώς και
οι αντίστοιχοι αγγλικοί όροι «exhibition», «commercial exhibition», «international exhibition» και «international commercial exhibition» στον διακριτικό τίτλο τέτοιων εκδηλώσεων.
Επιτρέπεται η διοργάνωση εκθεσιακών δραστηριοτήτων σε αμιγώς υπαίθριους ιδιωτικούς χώρους υπό τις εξής προϋποθέσεις:
- α) ο οικείος Δήμος εκδίδει Κανονισμό Λειτουργίας του
χώρου, ύστερα από αίτημα του διοργανωτή της εκδήλωσης. Ο Κανονισμός Λειτουργίας ρυθμίζει όλα τα σχετικά ζητήματα και ιδίως την προσβασιμότητα, την πυροπροστασία, την τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας των επισκεπτών καθώς και την καθαριότητα του χώρου.
- β) δεν χρησιμοποιούνται οι όροι «έκθεση», «εμπορική έκθεση» και «διεθνής εμπορική έκθεση» καθώς και
οι αντίστοιχοι αγγλικοί όροι «exhibition», «commercial exhibition», «international exhibition» και «international commercial exhibition» στο διακριτικό τίτλο τέτοιων εκδηλώσεων.
Στις εκθεσιακές δραστηριότητες των παραγράφων 9 και 10 απαγορεύεται η λιανική πώληση εκθεμάτων.
Άρθρο 116
Κυρώσεις
Αν λειτουργεί εμπορική έκθεση χωρίς να έχει προηγηθεί η διαδικασία ανακοίνωσης-γνωστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 113, επιβάλλεται, με απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, σε βάρος του διοργανωτή της έκθεσης χρηματικό πρόστιμο ύψους δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.
Στους διοργανωτές που χρησιμοποιούν τους όρους «έκθεση», «εμπορική έκθεση» και «διεθνής εμπορική έκθεση» κατά παράβαση της παρ. 6 του άρθρου 113 και των παραγράφων 9 και 10 του άρθρου 115, επιβάλλεται με απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, χρηματικό πρόστιμο ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Στους διοργανωτές που παραβιάζουν τις απαιτήσεις της παρ. 1 του άρθρου 115, επιβάλλεται με απόφαση του οικείου Δημοτικού ή Περιφερειακού Συμβουλίου, χρηματικό πρόστιμο ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
Αν διαπιστωθεί ότι ο κύριος, νομέας ή κάτοχος του εκθεσιακού κέντρου ή εκθεσιακού χώρου έχει περιλάβει στην αίτηση που υπέβαλε σύμφωνα με οριζόμενα στην παρ. 3 του άρθρου 114 ανακριβή στοιχεία ή δικαιολογητικά, προκειμένου να του χορηγηθεί ή ανανεωθεί από την αρμόδια υπηρεσία του οικείου Δήμου σχετική άδεια, τότε επιβάλλεται σε αυτόν με απόφαση του οικείου Δημοτικού Συμβουλίου, χρηματικό πρόστιμο ύψους είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και η χορηγηθείσα άδεια ανακαλείται προσωρινά. O κύριος, νομέας ή κάτοχος του εκθεσιακού κέντρου ή εκθεσιακού χώρου, δύναται να διορθώσει τα ανακριβή στοιχεία ή δικαιολογητικά εντός ενενήντα (90) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του προηγούμενου εδαφίου, οπότε και αίρεται η ανάκληση. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου, η χορηγηθείσα άδεια ανακαλείται οριστικά.
- α) για τις εμπορικές εκθέσεις, από τα όργανα του Δήμου, κατά λόγο αρμοδιότητας, στα όρια του οποίου λειτουργούν τα εκθεσιακά κέντρα ή οι εκθεσιακοί χώροι.
- β) για τις διεθνείς εμπορικές εκθέσεις από τα όργανα
της Περιφέρειας, κατά λόγο αρμοδιότητας, στα όρια της οποίας λειτουργούν τα εκθεσιακά κέντρα ή οι εκθεσιακοί χώροι.
Το συνολικό ποσό των επιβληθέντων διοικητικών προστίμων βεβαιώνεται και εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων υπέρ του Δήμου ή της Περιφέρειας, τα όργανα του οποίου επέβαλαν το πρόστιμο.
Άρθρο 117
Το άρθρο 4 του ν. 4442/2016 (Α΄ 230) εφαρμόζεται για τη διαδικασία χορήγησης άδειας καταλληλότητας εκθεσιακών χώρων και κέντρων.
Άδειες καταλληλότητας εκθεσιακών κέντρων ή εκθεσιακών χώρων που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, ισχύουν μέχρι την ημερομηνία λήξης τους. Μετά το πέρας της ισχύος τους εκδίδονται εκ νέου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Έως την έκδοση της απόφασης της παρ. 8 του άρθρου 115, οι Δήμοι ή οι Περιφέρειες υποχρεούνται να γνωστοποιήσουν εγγράφως στις αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης απολογιστικά στοιχεία, σε ετήσια βάση, σχετικά με τον αριθμό των εκθέσεων, των εκθετών και των επισκεπτών, καθώς και την ονομασία του χώρου διεξαγωγής τους, όπου είναι διαθέσιμα.
ΜΕΡΟΣ Γ΄
ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 118
Η υποπερίπτωση 22 της περίπτωσης γ΄ της παρ. Ι του άρθρου 75 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α΄ 114), καταργείται.
Στην περίπτωση Δ΄ της παρ. ΙΙ του άρθρου 186 (τομέας αρμοδιοτήτων Απασχόλησης-Εμπορίου-Τουρισμού) του ν. 3852/2010 (Α΄ 87), προστίθεται υποπερίπτωση 22 ως εξής: «22. Η σύσταση επιτροπής φιλικού διακανονισμού στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας και όπου υφίστανται Επαρχεία στις έδρες αυτών, για την εξώδικη επίλυση των διαφορών ανάμεσα σε προμηθευτές και σε καταναλωτές ή ενώσεις καταναλωτών, η τήρηση αρχείων των πορισμάτων της οικείας επιτροπής καθώς και η τήρηση μητρώου καταναλωτών».
Η παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 3297/2004 (Α΄ 259), «Οι επιτροπές του άρθρου 11 του ν. 2251/1994 (Α΄ 191) για την εξώδικη επίλυση των διαφορών μεταξύ προμηθευτών και καταναλωτών ή ενώσεων καταναλωτών επιλαμβάνονται των αιτήσεων που υποβάλλονται από καταναλωτές ή ενώσεις καταναλωτών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 11 του ν. 2251/1994. Οι επιτροπές υπάγονται στον Συνήγορο του Καταναλωτή, τα δε μέλη τους διορίζονται και παύονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ν. 2251/1994. Αρμόδιος για την τήρηση των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 2251/1994, αναφορικά με τη σύσταση και τη λειτουργία των ως άνω επιτροπών είναι ο Αντιπεριφερειάρχης στην έδρα του οποίου συστήνονται, ενώ για τον πειθαρχικό έλεγχο σε περίπτωση μη τήρησης των σχετικών διατάξεων ισχύουν οι διατάξεις του ν. 3852/2010 (Α΄ 87). Η γραμματειακή υποστήριξη των επιτροπών αυτών παρέχεται από τις οικείες Περιφερειακές Ενότητες, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 11 του ν. 2251/1994.».
Άρθρο 119
Τροποποίηση του άρθρου 28 του ν. 2843/2000 (Α΄ 219) Η παρ. 10 του άρθρου 28 του ν. 2843/2000 αντικαθίσταται ως εξής: «10. Οι ανάγκες της εταιρείας σε προσωπικό μπορούν να καλύπτονται και με απόσπαση υπαλλήλων μόνιμων ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπηρετούν στο δημόσιο τομέα του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 (Α΄ 65). Η απόσπαση γίνεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων. Η διάρκεια της απόσπασης ορίζεται μέχρι δύο (2) έτη και μπορεί να παραταθεί με κοινή απόφαση των Υπουργών του προηγούμενου εδαφίου μία φορά και για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) έτη κατά παρέκκλιση κάθε άλλης αντίθετης διάταξης. Οι αποδοχές των αποσπασμένων κατά τα ανωτέρω υπαλλήλων καθορίζονται στο ύψος των πάσης φύσεως αποδοχών που ελάμβαναν από το φορέα προέλευσής τους και βαρύνουν την εταιρεία και ο χρόνος υπηρεσίας τους στην εταιρεία θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην οργανική τους θέση για οποιαδήποτε υπηρεσιακή συνέπεια. Οι υπάλληλοι αποσπώνται στην εταιρεία με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο το οποίο κατέχουν.».
Άρθρο 120
Τροποποίηση του ν. 4412/2016 (Α΄ 147)
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 72 του ν. 4412/2016 μετά τη λέξη «πιστωτικά» προστίθενται οι λέξεις «ή χρηματοδοτικά».
Η περίπτωση γ΄ της παρ. 5 του άρθρου 200 του ν. 4412/2016 καταργείται.
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 302 του ν. 4412/2016 μετά τη λέξη «πιστωτικά» προστίθενται οι λέξεις «ή χρηματοδοτικά».
Άρθρο 121
Τροποποίηση του ν. 4497/2017 (Α΄ 171)
Το άρθρο 18 του ν. 4497/2017 αντικαθίσταται ως «Αρμόδια αρχή έκδοσης και θεώρησης των αδειών επαγγελματιών πωλητών είναι ο δήμος μόνιμης κατοικίας του αδειούχου. Για τις επαγγελματικές άδειες πωλητών για τις νέες άδειες που εκδίδονται για τη στελέχωση των λαϊκών αγορών της Περιφέρειας Αττικής και της Μητροπολιτικής Ενότητας Θεσσαλονίκης, αρμόδιες είναι οι Περιφέρειες Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας αντίστοιχα. Για την έκδοση και τη θεώρηση της άδειας ο επαγγελματίας καταθέτει υπέρ της αρμόδιας αρχής παράβολο».
Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 59 του ν. 4497/2017, στη φράση «νέων αδειών υπαιθρίου εμπορίου» μετά τη λέξη «νέων» προστίθεται η λέξη «επαγγελματικών».
Η παρ. 10 του άρθρου 100 του ν. 4497/2017 αντικαθίσταται από τις 13 Νοεμβρίου 2017, ως εξής: «10. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου τίθενται σε ισχύ από την έκδοση των αποφάσεων της παρ. 5, οπότε και καταργείται το άρθρο 40 του ν. 4155/2013 (Α΄ 120). Υποθέσεις που κατά την ημερομηνία κατάργησης του άρθρου 40 του ν. 4155/2013 εκκρεμούν στο ΣΥΚΑΠ μεταφέρονται στο ΣΥΚΕΑΑΠ.».
Άρθρο 122
Τροποποίηση του άρθρου 2 του ν. 3894/2010 (Α΄ 204) Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3894/2010 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Συνιστάται Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων (Δ.Ε.Σ.Ε.), στην οποία μετέχουν ως Πρόεδρος ο Υπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης ή ο νόμιμος αναπληρωτής του και ως μέλη οι Υπουργοί Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο Υπουργός Επικρατείας με αρμοδιότητα να συνδράμει τον Πρωθυπουργό για το συντονισμό, παρακολούθηση και έλεγχο της κυβερνητικής πολιτικής που αφορά την προώθηση, επιτάχυνση και υλοποίηση επενδύσεων, ο Υφυπουργός Οικονομίας και Ανάπτυξης με αρμοδιότητα σε θέματα στρατηγικών και ιδιωτικών επενδύσεων, καθώς και οι αρμόδιοι κατά περίπτωση Υπουργοί, οι οποίοι διατηρούν δικαίωμα ψήφου και εισηγούνται προς τον Πρόεδρο της Δ.Ε.Σ.Ε. επί των θεμάτων αρμοδιότητάς τους, ή οι νόμιμοι αναπληρωτές τους. Σε περίπτωση ισοψηφίας κατισχύει η ψήφος του Προέδρου της Δ.Ε.Σ.Ε.»
Άρθρο 123
Ρύθμιση θεμάτων Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας
Η παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1733/1987 (Α΄ 171) «1. Συνιστάται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία «Οργανισμός Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας» (Ο.Β.Ι.) που εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης.».
Στο άρθρο 7 του ν. 1733/1987 προστίθενται παράγραφοι 10α και 10β ως εξής: «10α. Δικαίωμα παράστασης ή κατάθεσης εγγράφων ενώπιον του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) έχει όποιος αντλεί δικαίωμα από αίτηση ευρεσιτεχνίας, αίτηση Πιστοποιητικού Υποδείγματος Χρησιμότητας (Π.Υ.Χ) ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ή ο εξουσιοδοτημένος για το σκοπό αυτό πιστοποιημένος σύμβουλος ευρεσιτεχνίας. 10β. Ο Ο.Β.Ι. δύναται να καταρτίζει προγραμματικές συμφωνίες με διεθνείς οργανισμούς, ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Ελλάδας, με την επιφύλαξη του άρθρου 48 του ν. 4485/2017 (Α΄ 114), και του εξωτερικού ή άλλους φορείς με αντικείμενο την κατάρτιση και εκπαίδευση των συμβούλων ευρεσιτεχνίας.».
Μετά το άρθρο 7 του ν. 1733/1987 προστίθεται άρθρο 7Α ως εξής: «Άρθρο 7Α
Από 2.5.2018 η κατάθεση στον Ο.Β.Ι. των αιτήσεων για χορήγηση κάθε είδους τίτλων και πιστοποιητικών βιομηχανικής ιδιοκτησίας, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων για τη βιομηχανική ιδιοκτησία γίνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονικό τρόπο. Τα σχετικά τέλη καταβάλλονται αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικών πληρωμών. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Β.Ι., που δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα του, καθορίζονται οι διαδικασίες, οι τεχνικές προδιαγραφές και κάθε άλλο σχετικό με την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου θέμα.
Η κατάθεση με ηλεκτρονική αλληλογραφία δεν επιτρέπεται στις περιπτώσεις των εφευρέσεων του ν. 4325/1963 (Α΄ 156).
Μέχρι την έναρξη εφαρμογής της παρ. 1, η κατάθεση στον Ο.Β.Ι. των αιτήσεων για χορήγηση κάθε είδους τίτλων και πιστοποιητικών βιομηχανικής ιδιοκτησίας δύναται να γίνει με αυτοπρόσωπη παρουσία του νόμιμου καταθέτη ή με συστημένη επιστολή ή με τη χρήση τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικά μέσω διαδικτύου. Τα σχετικά τέλη καταβάλλονται αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικών πληρωμών.».
Η παρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 77/1988 (Α΄33) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Κατ’ εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος δικαίωμα παράστασης ή κατάθεσης εγγράφων ενώπιον του Ο.Β.Ι., έχει μόνο όποιος αντλεί δικαιώματα από ευρωπαϊκή αίτηση ή ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ή ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ή ο εξουσιοδοτημένος για το σκοπό αυτό πιστοποιημένος σύμβουλος ευρεσιτεχνίας.».
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται το άρθρο 79 του ν. 4144/2013 (Α΄ 88), η παρ. 1 του άρθρου 3 της ΥΑ 159/1987 (Β΄ 778) και κάθε άλλη αντίθετη γενική ή ειδική διάταξη.
Άρθρο 124
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος και ύστερα από πρόταση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις πιστοποίησης των συμβούλων ευρεσιτεχνίας, ο φορέας κατάρτισης, το περιεχόμενο των σχετικών προγραμμάτων βασικής εκπαίδευσης, κατάρτισης και μετεκπαίδευσης, η διάρκειά τους, η δια Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος των άρθρων 100 έως 111 (Κεφάλαιο Α΄ του παρόντος Τμήματος) καταργείται η υπ΄ αριθμ. Ζ1-629/2005 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 720) και η παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 4242/2014 (Α΄ 50), που αντικατέστησε την περίπτωση α΄ της παρ. 14 του άρθρου 4 του ν. 2251/1994.
Από τη δημοσίευση του παρόντος καταργούνται τα άρθρα 36, 37 και 38 (Κεφάλαιο Η΄) του ν. 4264/2014 (Α΄ 118), η υπ΄ αριθμ. Κ1-3508/2011 κοινή υπουργική απόφαση (Β΄ 3009) και η υπ΄ αριθμ. Κ1-1480/2014 υπουργική απόφαση (Β΄ 2330).
Άρθρο 126
Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του και εκτός από τα άρθρα 100 έως 109 και το άρθρο 111, η ισχύς των οποίων αρχίζει δύο (2) μήνες μετά την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΜΕΡΟΣ Δ΄
ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΠΡΟΪΌΝΤΩΝ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 127
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
Με το παρόν θεσπίζεται το γενικό πλαίσιο και οι γενικές αρχές για την άσκηση εποπτείας και τη διαδικασία ελέγχου των οικονομικών δραστηριοτήτων και των προϊόντων.
Με τις διατάξεις του παρόντος καθορίζονται:
- α) Οι κοινές αρχές και το πλαίσιο για την άσκηση εποπτείας στις οικονομικές δραστηριότητες και στα προϊόντα.
- β) Οι γενικοί κανόνες και οι διαδικασίες που ισχύουν
για την άσκηση εποπτείας.
- γ) Η μεθοδολογία και τα εργαλεία άσκησης της εποπτείας.
- δ) Οι αρμοδιότητες και υποχρεώσεις των εποπτευουσών αρχών και τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των
ελεγχόμενων οικονομικών φορέων.
- ε) Τα μέτρα και οι κυρώσεις στο πλαίσιο της άσκησης
εποπτείας.
- στ) Άλλα ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος άσκησης εποπτείας.
Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται σε όλες τις οικονομικές δραστηριότητες και προϊόντα, καθώς και σε ό,τι αφορά την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων. Από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος εξαιρούνται οι φορολογικές, οι τραπεζικές, οι χρηματιστηριακές δραστηριότητες, η ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας και η τήρηση της εργατικής νομοθεσίας.
Η εποπτεία ασκείται στα εξής πεδία:
- α) Ασφάλεια και συμμόρφωση προϊόντων
- β) Ασφάλεια τροφίμου
- γ) Προστασία καταναλωτή και σύννομη (ή προσήκουσα) παροχή υπηρεσιών
- δ) Ασφάλεια υποδομών και κατασκευών
- ε) Δημόσια υγεία
- στ) Ασφάλεια και υγεία εργαζομένων
- ζ) Προστασία του περιβάλλοντος
- η) Προστασία δημοσίων εσόδων.
Άρθρο 128
Για την εφαρμογή του παρόντος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
Οικονομική δραστηριότητα: η δραστηριότητα που ασκείται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα με σκοπό τον προσπορισμό εισοδήματος και κέρδους στο πλαίσιο λειτουργίας της αγοράς, όπως ενδεικτικά η παραγωγή και διακίνηση αγαθών, η παροχή υπηρεσιών, η διεξαγωγή εμπορίου και η εκτέλεση έργων.
Τομέας δραστηριότητας: το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που προσδιορίζονται με τετραψήφιο Κωδικό Αριθμό Δραστηριότητας (ΚΑΔ).
Οικονομικός φορέας: φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο ασκεί οικονομική δραστηριότητα στην Ελληνική Επικράτεια.
Προϊόν: αντικείμενο που διατίθεται στην αγορά για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας.
Εγκατάσταση: ο χώρος όπου ασκείται οικονομική δραστηριότητα που φέρει έναν ή περισσότερους Κωδικούς Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) και η οποία μπορεί να ταξινομηθεί ως προς τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ασφάλεια, το περιβάλλον ή άλλες πτυχές του δημόσιου συμφέροντος. Στην έννοια της εγκατάστασης για τους σκοπούς του παρόντος νοείται και το κινητό μέσο, στο οποίο ή μέσω του οποίου ασκείται οικονομική δραστηριότητα.
Εποπτεία: Οι ενέργειες που πραγματοποιούνται από δημόσια αρχή προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι οικονομικοί φορείς, οι εγκαταστάσεις και τα προϊόντα συμμορφώνονται με την κείμενη νομοθεσία και δεν θέτουν σε κίνδυνο την υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον ή άλλες πτυχές προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. Στην εποπτεία συμπεριλαμβάνονται ο σχεδιασμός, προγραμματισμός και η διενέργεια ελέγχων, η παροχή κατευθυντήριων οδηγιών και πληροφόρησης, τα μέτρα που λαμβάνονται για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης και την άμεση προστασία του δημοσίου συμφέροντος, καθώς και οι κυρώσεις που επιβάλλονται στην περίπτωση παραβίασης της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας.
Εποπτεύουσα αρχή: η δημόσια αρχή που έχει αρμοδιότητα άσκησης εποπτείας στους οικονομικούς φορείς και τα προϊόντα. Καθήκοντα εποπτεύουσας αρχής μπορεί να ασκεί η Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού και η Αρχή Εφαρμογής Εποπτείας και Διαχείρισης Ελέγχου του άρθρου 130. και της εθνικής νομοθεσίας.
Έλεγχος: Κάθε ενέργεια που πραγματοποιείται στο πλαίσιο της εποπτείας για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης μιας οικονομικής δραστηριότητας και περιλαμβάνει την εξέταση ή αξιολόγηση της συμμόρφωσης των προϊόντων, υπηρεσιών ή εργασιών με την κείμενη νομοθεσία.
Ελεγκτής: α) ο δημόσιος υπάλληλος της εποπτεύουσας αρχής με αρμοδιότητα την άσκηση εποπτείας,
- β) το φυσικό πρόσωπο που έχει εγγραφεί σε μητρώο της
εποπτεύουσας αρχής, στο οποίο ανατίθεται η άσκηση εποπτείας.
Εντολή διενέργειας ελέγχου: έγγραφο που περιγράφει το περιεχόμενο του ελέγχου που πρέπει να πραγματοποιηθεί σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα από τον ελεγκτή στον οποίο έχει ανατεθεί.
Φύλλο ελέγχου: φύλλο αξιολόγησης της συμμόρφωσης που περιέχει κατ΄ ελάχιστο τις κύριες απαιτήσεις ή τις κατηγορίες απαιτήσεων που υποχρεούνται να τηρούν οι φορείς οικονομικών δραστηριοτήτων σχετικά με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες τους.
Έκθεση ελέγχου: η αναφορά ή κάθε έγγραφο που συντάσσεται σε συνέχεια του ελέγχου και καταγράφει τα αποτελέσματά του. Τα αποτελέσματα του ελέγχου μπορούν να ενσωματώνονται στο φύλλο ελέγχου και να εκδίδεται ενιαίο έγγραφο.
Αρχείο ελέγχου: βάση δεδομένων του πληροφοριακού συστήματος διαχείρισης και ελέγχων όπου καταχωρούνται οι εκθέσεις ελέγχων.
Κίνδυνος: η πιθανή βλάβη που δύναται να προκληθεί σε μια πτυχή του δημοσίου συμφέροντος, ως αποτέλεσμα οικονομικής δραστηριότητας ή της προοριζόμενης χρήσης των προϊόντων. Ο κίνδυνος προσδιορίζεται ιδίως από το μέγεθος της πιθανότητας επέλευσης της βλάβης, τη σοβαρότητα και το μέγεθος αυτής, καθώς και από τη συχνότητα επανάληψης της μη συμμορφούμενης συμπεριφοράς του οικονομικού φορέα.
Αξιολόγηση κινδύνου: η διαδικασία αναγνώρισης, ανάλυσης και εκτίμησης της επικινδυνότητας των οικονομικών δραστηριοτήτων και των προϊόντων, που αποσκοπεί στην οργάνωση και την άσκηση των κατάλληλων ενεργειών ελέγχου και εποπτείας.
Κριτήρια κατάταξης σε κατηγορία κινδύνου: τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά οικονομικών δραστηριοτήτων και προϊόντων που χρησιμοποιούνται ως κριτήρια για την κατάταξη των οικονομικών φορέων σε κατηγορίες κινδύνου.
Συλλογή και αξιολόγηση δεδομένων εποπτείας: η οργανωμένη επαλήθευση ή μελέτη ορισμένου τύπου κινδύνου που αποσκοπεί στη συλλογή δεδομένων για την αναγνώριση υφιστάμενων ή δυνητικών προβλημάτων σε διαφορετικές οικονομικές δραστηριότητες και, όταν καθίσταται αναγκαίο, στη προετοιμασία στρατηγικής με στόχο τη πρόληψη, μείωση ή εξάλειψη συγκεκριμένου επαπειλούμενου κινδύνου και τη στατιστική αξιοποίηση αυτών.
Κατευθυντήριες οδηγίες για τη συμμόρφωση: η επίσημη πληροφορία της εποπτεύουσας αρχής ή των ελεγκτών που δίδεται σε συγκεκριμένη περίπτωση προς τον οικονομικό φορέα καθώς και οι επεξηγήσεις που παρέχει η εποπτεύουσα αρχή ή οι ελεγκτές για την ορθή εφαρμογή και συμμόρφωση με τις κείμενες διατάξεις είτε παρέχονται σε συνέχεια του ελέγχου που διενεργήθηκε είτε παρέχονται σε ανεξάρτητο χρόνο.
Πληροφόρηση: η επικοινωνία και ανακοίνωση των δεδομένων που παρέχονται από την εποπτεύουσα αρχή προς τους οικονομικούς φορείς και το ευρύ κοινό.
Άρθρο 129
Γενικές αρχές για την άσκηση της εποπτείας
Ο έλεγχος πρέπει να είναι αναλογικός, αποτρεπτικός και αποτελεσματικός.
Για τους σκοπούς του παρόντος, η άσκηση της εποπτείας διέπεται από τις εξής αρχές: α. Υποστήριξη της συμμόρφωσης από την εποπτεύουσα αρχή: Οι εποπτεύουσες αρχές και υπάλληλοι παρέχουν στους οικονομικούς φορείς τις κατευθυντήριες γραμμές, τις οδηγίες και την πληροφόρηση που απαιτείται για να πραγματωθεί η συμμόρφωση, πριν από την επιβολή των οποιωνδήποτε μέτρων και κυρώσεων. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις όπου η άμεση επιβολή μέτρων και κυρώσεων είναι αναγκαία για επιτακτικούς λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος. β. Επιλογή ενεργειών για τη μείωση ή αποτροπή του κινδύνου: Οι εποπτεύουσες αρχές και υπάλληλοι τους πρέπει να επιλέγουν την πλέον αναλογική και πρόσφορη ενέργεια, προκειμένου να μειωθεί ή να αποτραπεί ο κίνδυνος. γ. Γνωστοποίηση των υποχρεώσεων του εποπτευόμενου: Οι εποπτεύουσες αρχές δημοσιοποιούν τις απαιτήσεις συμμόρφωσης που απαιτούνται από την κείμενη νομοθεσία με τρόπο σαφή και κατανοητό παρέχοντας τις απαιτούμενες διευκρινίσεις όπου απαιτείται. δ. Αποδοτικότητα: Οι εποπτεύουσες αρχές διασφαλίζουν την χρηστή διαχείριση των διαθέσιμων πόρων και την επιλογή ενεργειών που συνεπάγονται το λιγότερο δυνατό κόστος για τις αρχές και τους εποπτευόμενους. ε. Αρωγή και επικουρία μεταξύ των εποπτευουσών αρχών: Οι εποπτεύουσες αρχές όλων των πεδίων εποπτείας συνεργάζονται μεταξύ τους και ανταλλάσσουν πληροφορίες για την υποβοήθηση του έργου τους και για την μείωση του χρόνου και διοικητικού βάρους προς τους εποπτευόμενους. στ. Θέσπιση κανόνων δεοντολογίας: Οι εποπτεύουσες αρχές εκδίδουν Κώδικες Δεοντολογίας σύμφωνα με τους οποίους διενεργούνται οι δράσεις τους. ζ. Αναλογική επιβολή μέτρων και κυρώσεων: Οι εποπτεύουσες αρχές και οι υπάλληλοι επιβάλουν μέτρα και κυρώσεις με σκοπό την επίτευξη στα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία επίπεδα συμμόρφωσης και προστασίας του δημοσίου συμφέροντος σε σχέση με την αξιολόγηση του κινδύνου και με τη μικρότερη δυνατή βλάβη στην οικονομική δραστηριότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στην άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας και ιδίως τα λειτουργικά κόστη, τη βιωσιμότητα, την ανάπτυξη και την απασχόληση. μέτρων ή ελέγχων για το ίδιο ζήτημα από περισσότερες από μία κάθε φορά αρχές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
Άρθρο 130
Εποπτεύουσες αρχές
Οι εποπτεύουσες αρχές διακρίνονται σε Αρχές Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού και σε Αρχές Εφαρμογής Εποπτείας και Διαχείρισης.
Ως Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού ορίζεται η εποπτεύουσα αρχή που είναι αρμόδια για το σύνολο ενός πεδίου εποπτείας σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Η Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού είναι αρμόδια για τον συντονισμό και την οργάνωση των θεμάτων που αφορούν πρωτίστως σε οριζόντια ζητήματα υλοποίησης του παρόντος νόμου, όπως: ενέργειες εποπτείας και υποστήριξη συμμόρφωσης, κατανομή προϋπολογισμού και προσωπικού, μεθοδολογία σχεδιασμού ενεργειών εποπτείας, αξιολόγηση και κατάταξη κινδύνου, σχεδιασμός συστήματος διαχείρισης καταγγελιών, κατάρτιση φύλλων ελέγχου. Εάν δικαιολογείται από τη φύση του πεδίου εποπτείας, μπορεί να ορίζονται περισσότερες από μία αρχές με τις αρμοδιότητες της Αρχής Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού εφόσον εξειδικεύονται ρητά τα υποπεδία αρμοδιότητάς τους. Ως Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού μπορεί να ορίζεται και το εκάστοτε υπουργείο ή φορέας που συνιστά εποπτεύουσα αρχή κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση κδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 132.
Ως Αρχή Εφαρμογής Εποπτείας και Διαχείρισης ορίζεται η αρχή στην οποία η Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού αναθέτει τον έλεγχο συγκεκριμένου τομέα οικονομικών δραστηριοτήτων ή υποκατηγορίας αυτού για συγκεκριμένο πεδίο εποπτείας σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία. Η Αρχή Εφαρμογής Εποπτείας και Διαχείρισης συνεργάζεται με την Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού για την απρόσκοπτη υποστήριξη και εφαρμογή του συνόλου των ενεργειών εποπτείας ανά πεδίο εποπτείας.
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του εκάστοτε αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης ορίζεται για κάθε ένα από τα πεδία εποπτείας της παραγράφου 4 του άρθρου 127 η Αρχή ή οι Αρχές Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού καθώς και η Αρχή ή οι Αρχές Εφαρμογής Εποπτείας και Διαχείρισης. Με το ίδιο διάταγμα καθορίζεται το πεδίο εποπτείας κάθε εποπτεύουσας αρχής, το αντικείμενο εποπτείας και το σύνολο των ενεργειών εποπτείας επί των οποίων οι αρχές αυτές έχουν αρμοδιότητα για την εφαρμογή του παρόντος νόμου. Τα ως άνω μπορούν να ορίζονται σε ένα ή σε επιμέρους Προεδρικά Διατάγματα για κάθε ένα πεδίο εποπτείας.
Άρθρο 131
Γενικές λειτουργίες εποπτευουσών αρχών
Οι εποπτεύουσες αρχές εκτελούν τις εξής γενικές λειτουργίες:.
- α) Προωθούν και ελέγχουν τη συμμόρφωση με την
εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.
- β) Ενημερώνουν το κοινό για τους πιθανούς κινδύνους.
- γ) Καταρτίζουν πρόγραμμα ελέγχων με σκοπό την
επίτευξη των στόχων για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο και μεριμνούν για την έγκρισή του. Το πρόγραμμα ελέγχων περιλαμβάνει κατ΄ ελάχιστο τον αριθμό των προγραμματισμένων ελέγχων, τις προτεραιότητες της συγκεκριμένης χρονικής περιόδου και τα κριτήρια κινδύνου που λαμβάνονται υπόψη.
- δ) Καταρτίζουν τα φύλλα ελέγχου και τις κατευθυντήριες οδηγίες για τη συμμόρφωση.
- ε) Αναλύουν τα αποτελέσματα μεμονωμένων ελέγχων,
καθώς και όλων των ελέγχων που πραγματοποιούνται ετησίως και δημοσιοποιούν τα αποτελέσματα της σχετικής ανάλυσης.
- στ) Διεξάγουν αξιολόγηση κινδύνου, αναπτύσσουν
κριτήρια κατάταξης σε κατηγορία κινδύνου και μεριμνούν για την έγκρισή τους.
- ζ) Καταρτίζουν Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης
(ΜΕΣ).
- η) Διοργανώνουν και παρέχουν κατάλληλη εκπαίδευση στους ελεγκτές.
- θ) Διεξάγουν έρευνες και μελέτες για την αξιολόγηση
νέων κινδύνων ή αλλαγών σε υφιστάμενους κινδύνους.
- ι) Συνεργάζονται με άλλες εποπτεύουσες αρχές και
φορείς της Διοίκησης για τους σκοπούς της δράσης τους.
- ια) Συλλέγουν και ενημερώνουν τα δεδομένα ελέγχου
των οικονομικών φορέων και εγκαταστάσεων και τις πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο αυτών για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών και της αξιολόγησης κινδύνου.
- ιβ) Προτείνουν τροποποιήσεις της νομοθεσίας που
αφορά στις απαιτήσεις συμμόρφωσης.
- ιγ) Συντάσσουν αναφορά για τη δράση και λειτουργία
τους κατά τα οριζόμενα στο άρθρο.
- ιδ) Υποστηρίζουν τη συμμόρφωση, μέσω παροχής
κατευθυντήριων οδηγιών και πληροφόρησης των οικονομικών φορέων και κάθε ενδιαφερόμενου.
- ιε) Ορίζουν τους ελεγκτές που ασκούν την εποπτεία
των φορέων οικονομικών δραστηριοτήτων και των προϊόντων.
Οι λειτουργίες της παραγράφου 1 εκτελούνται με στόχο τη μείωση του κινδύνου που μπορεί να προκαλείται προς για την ανθρώπινη υγεία, την ασφάλεια, το περιβάλλον και για οποιαδήποτε άλλη πτυχή του δημοσίου συμφέροντος. Οι λειτουργίες εκτελούνται με τρόπο που προάγει τη σχέση εμπιστοσύνης με τους οικονομικούς φορείς και βασίζονται στην ορθή επικοινωνία μεταξύ τους.
Άρθρο 132
Υπηρεσίες επιφορτισμένες με την εποπτεία
Εποπτεύουσες αρχές, για τον έλεγχο των οικονομικών δραστηριοτήτων και τομέων που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος είναι οι εξής:
- β) Ο Ενιαίος Φορέας Ελέγχου Τροφίμων.
- γ) Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.
- δ) Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας
Καταναλωτή και Εμπορίου του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης.
- ε) Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υποδομών
και Μεταφορών.
- στ) Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας.
- ζ) Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας.
- η) Το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Αλληλεγγύης.
- θ) Οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
- ι) Το Σώμα Επιθεώρησης Περιβάλλοντος, Δόμησης,
Ενέργειας και Μεταλλείων.
- ια) Το Πυροσβεστικό Σώμα Ελλάδος.
- ιβ) Η Ελληνική Αστυνομία.
- ιγ) Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εσωτερικών.
- ιδ) Οι αρμόδιες Υπηρεσίες των κατά τόπο Περιφερειών
και Περιφερειακών Ενοτήτων.
- ιε) Οι αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπο Δήμων.
- ιστ) Οι Υπηρεσίες του Λιμενικού Σώματος, στη ζώνη
δικαιοδοσίας τους.
- ιζ) Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Τουρισμού
- ιη) Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες Τουρισμού (ΠΥΤ).
- κα) Οι αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού
και Αθλητισμού.
- κβ) Η Ειδική Γραμματεία Σώματος Δίωξης Οικονομικού
Εγκλήματος.
- κγ) Το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας (ΣΕΥΠ).
- κδ) Το Υπουργείο ή άλλος φορέας που εποπτεύει τις
παραπάνω αρχές.
- κε) κάθε άλλη αρχή που ασκεί εποπτεία κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Νέες υπηρεσίες, αρχές ή φορείς που αποκτούν αρμοδιότητες εποπτείας ή νέες αρμοδιότητες εποπτείας που κατανέμονται και καθορίζονται σε υφιστάμενες υπηρεσίες, αρχές ή φορείς μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου προστίθενται στην παράγραφο 1 με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού εντός 30 ημερών από την ανάληψη της αρμοδιότητας.
Η Διεύθυνση Συντονισμού και Παρακολούθησης του κανονιστικού πλαισίου για το επιχειρηματικό περιβάλλον του άρθρου 133 συνεργάζεται με τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του Διοικητή της ΑΑΔΕ μπορεί να καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών, δεδομένων και στατιστικών στοιχείων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την συνεργασία αυτή.
Άρθρο 133
Διεύθυνση Συντονισμού και Παρακολούθησης του κανονιστικού πλαισίου για το επιχειρηματικό περιβάλλον
Στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης συστήνεται Διεύθυνση Συντονισμού και Παρακολούθησης του κανονιστικού πλαισίου για το επιχειρηματικό περιβάλλον. Επιχειρησιακός στόχος της Διεύθυνσης είναι: α. Η παρακολούθηση και ο συντονισμός των μεταρρυθμιστικών ενεργειών για την απλοποίηση της αδειοδότησης και την αναμόρφωση της άσκησης εποπτείας στις οικονομικές δραστηριότητες και την αγορά προϊόντων, καθώς και η αξιολόγηση της εφαρμογής των ενεργειών αυτών, προκειμένου να υποστηρίζεται και να ενισχύεται η συμμόρφωση των επιχειρήσεων, να εμπεδώνονται σχέσεις εμπιστοσύνης μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και να επιτυγχάνεται η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. β. Ο σχεδιασμός, η οργάνωση, η υποστήριξη και η παρακολούθηση της λειτουργίας του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14 του ν. 4442/2016, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές.
Η Διεύθυνση υπάγεται στη Γενική Διεύθυνση Eφαρμογής Κανονισμών, Υποδομών και Ελέγχου και αποτελείται από τα ακόλουθα τμήματα: α. Τμήμα Απλοποίησης Αδειοδότησης Οικονομικών Δραστηριοτήτων β. Τμήμα Συντονισμού Εποπτείας Οικονομικών Δραστηριοτήτων και Προϊόντων γ. Τμήμα Υποστήριξης Λειτουργίας Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ- ΑΔΕ).
Η Διεύθυνση έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες, οι οποίες κατανέμονται μεταξύ των τμημάτων της ως εξής: α. Τμήμα Απλοποίησης Αδειοδότησης Οικονομικών Δραστηριοτήτων: αα. Παρακολουθεί και συντονίζει τις ενέργειες για τη διασφάλιση της οριζόντιας εφαρμογής των θεσμικών παρεμβάσεων, καθώς και της συνοχής της μεταρρύθμισης σχετικά με την απλοποίηση της αδειοδότησης των οικονομικών φορέων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Γενικό Μέρος του ν. 4442/2016. ββ. Διαμορφώνει, σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία, τη στρατηγική προσέγγιση των μεταρρυθμίσεων σε σχέση με θέματα απλούστευσης της αδειοδότησης των οικονομικών φορέων. γγ. Υποστηρίζει την Ομάδα Διαχείρισης Έργου του άρθρου 16 του ν. 4442/2016. δδ. Σχεδιάζει και προωθεί, σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία, νομοθετικές και άλλες πρωτοβουλίες για την περαιτέρω απλοποίηση και βελτίωση των διαδικασιών αδειοδότησης των οικονομικών δραστηριοτήτων. εε. Συνεργάζεται με αδειοδοτούσες αρχές και φορείς εκπροσώπησης των επιχειρήσεων - κοινωνικούς εταίρους για τη διαμόρφωση πολιτικών βελτίωσης του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. ν. 4442/2016. ζζ. Αναλύει και αξιολογεί τις επιπτώσεις της εφαρμογής των μεταρρυθμιστικών ενεργειών και λειτουργεί ως αποθετήριο τεχνογνωσίας και εμπειρίας, όσον αφορά την αδειοδότηση οικονομικών δραστηριοτήτων. ηη. Συνεργάζεται με τα Τμήματα Β΄ και Γ΄ της Διεύθυνσης με σκοπό την ανατροφοδότηση, ανταλλαγή και επεξεργασία δεδομένων που δύνανται να χρησιμοποιηθούν για βελτιωτικές προτάσεις επί του θεσμικού πλαισίου. θθ. Συμβάλλει στη διάχυση των μεταρρυθμιστικών ιδεών, την εκπαίδευση του προσωπικού των αρμόδιων αρχών και προωθεί και διαδίδει τις καλές πρακτικές, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για την απλοποίηση της αδειοδότησης. β. Τμήμα Συντονισμού Εποπτείας Οικονομικών Δραστηριοτήτων και Προϊόντων: αα. Παρακολουθεί και συντονίζει, σε κεντρικό και περιφερειακό επίπεδο, τις ενέργειες για τη διασφάλιση της οριζόντιας εφαρμογής των θεσμικών παρεμβάσεων, καθώς και της συνοχής της μεταρρύθμισης σχετικά με την εποπτεία των οικονομικών δραστηριοτήτων και της αγοράς προϊόντων, σε συνεργασία με τις Αρχές Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού και τις Αρχές Εφαρμογής Εποπτείας και Διαχείρισης, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 130. ββ. Υποστηρίζει τις ανωτέρω αρχές για την έκδοση της δευτερογενούς νομοθεσίας και την αποτελεσματική εφαρμογή των προτεινόμενων προσεγγίσεων και εργαλείων του παρόντος νόμου. γγ. Διαμορφώνει σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία και τις εποπτεύουσες αρχές τη στρατηγική προσέγγιση των μεταρρυθμίσεων σε σχέση με θέματα εποπτείας των οικονομικών δραστηριοτήτων και της αγοράς προϊόντων. δδ. Υποστηρίζει την Ομάδα Διαχείρισης Έργου του άρθρου 134. εε. Παρέχει διευκρινίσεις και οδηγίες προς τις αρμόδιες αρχές για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης νομοθετικής ερμηνείας και εφαρμογής της μεθοδολογίας και των εργαλείων εποπτείας του παρόντος. στστ. Αναλύει και αξιολογεί τις επιπτώσεις της εφαρμογής των μεταρρυθμιστικών ενεργειών και λειτουργεί ως αποθετήριο τεχνογνωσίας και εμπειρίας όσον αφορά την εποπτεία των οικονομικών δραστηριοτήτων και της αγοράς προϊόντων. ζζ. Συνεργάζεται με τα τμήματα Α΄ και Γ΄ της Διεύθυνσης με σκοπό την ανατροφοδότηση, ανταλλαγή και επεξεργασία δεδομένων που δύνανται να χρησιμοποιηθούν για βελτιωτικές προτάσεις επί του θεσμικού πλαισίου. ηη. Συμβάλλει στη διάχυση των μεταρρυθμιστικών ιδεών, την εκπαίδευση του προσωπικού των αρμόδιων αρχών και προωθεί και διαδίδει τις καλές πρακτικές, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του για την αναμόρφωσης της άσκησης εποπτείας στις οικονομικές δραστηριότητες και την αγορά προϊόντων. γ. Τμήμα Υποστήριξης Λειτουργίας Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ- ΑΔΕ): αα. Προσδιορίζει τις προδιαγραφές λειτουργίας του ΟΠΣ-ΑΔΕ του άρθρου 14 του ν. 4442/2016, με σκοπό την αποτελεσματική εφαρμογή του θεσμικού πλαισίου αδειοδότησης και εποπτείας οικονομικών δραστηριοτήτων και αγοράς προϊόντων. Στο πλαίσιο αυτό το τμήμα συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές αδειόδοτησης και εποπτείας, καθώς και με τη Γενική Δ/νση Ψηφιακής Πολιτικής και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης. ββ. Μεριμνά για τη διαχείριση του συστήματος, τη διασφάλιση της παραγωγικής του λειτουργίας και των βελτιώσεών του. γγ. Διασφαλίζει, μέσω του περιεχομένου του ΟΠΣΑΔΕ, τη διαθεσιμότητα επικαιροποιημένων δεδομένων, στατιστικών στοιχείων, αναφορών, κατευθύνσεων για την εφαρμογή της μεθοδολογίας εποπτείας, σχετικών υποδειγμάτων των χρησιμοποιούμενων εργαλείων και εν γένει πληροφόρησης για την απλοποίηση της αδειοδότησης και την εποπτεία των οικονομικών δραστηριοτήτων και της αγοράς προϊόντων. δδ. Επεξεργάζεται τα δεδομένα του ΟΠΣ-ΑΔΕ με στόχο την υποστήριξη της παρακολούθησης και αξιολόγησης της εφαρμογής των ενεργειών αρμοδιότητας των τμημάτων Α΄ και Β΄ της ίδιας Δ/νσης και γενικότερα με σκοπό τη διατύπωση βελτιωτικών προτάσεων επί του θεσμικού πλαισίου. εε. Υποστηρίζει τις αρμόδιες αρχές εφαρμογής και τις ελεγχόμενες επιχειρήσεις -μέσω λειτουργίας help desk ή άλλων εργαλείων και λειτουργιών- σχετικά με την αναζήτηση πληροφοριών και οδηγιών για τη χρήση του ΟΠΣ-ΑΔΕ.
Για την επαρκή στελέχωση των τμημάτων της Διεύθυνσης προβλέπεται η αύξηση των οργανικών θέσεων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης κατά 22 με τις κάτωθι ειδικότητες: ΠΕ Μηχανικών (6) ΠΕ Περιβάλλοντος (4) ΠΕ Γεωτεχνικών (1) ΠΕ Διοικητικού Οικονομικού (6) ΠΕ Πληροφορικής (2) ΤΕ Πληροφορικής (1) ΔΕ Διοικητικών Γραμματέων (2) Οι ως άνω θέσεις προσωπικού μπορούν να καλύπτονται και με αποσπάσεις ή μετατάξεις μονίμων υπαλλήλων ή υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από φορείς της Γενικής Κυβέρνησης ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κατόπιν δημοσίευσης σχετικής πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος, στην οποία μπορεί να καθορίζονται πρόσθετα προσόντα διορισμού κατά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα.
Άρθρο 134
Σύσταση Ομάδας Διαχείρισης Έργου για την εποπτεία (Ο.Δ.Ε.).
Με πρά ξη του Υπουργικού Συμβουλί ου συνιστάται Ομά δα Διαχεί ρισης Έργου (Ο.Δ.Ε) για την εποπτεία των
- β) Εκπρό σωπος της Γενική ς Γραμματεί ας Πρωθυπουργού
- γ) Εκπρό σωπος του Υπουργεί ου Οικονομί ας και
Ανά πτυξης
- δ) Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Αγροτικής
Ανάπτυξης και Τροφίμων
- ε) Ο Πρόεδρος του Ενιαίου Φορέα Ελέγχου Τροφίμων
- στ) Ο Γενικός Γραμματέας Εμπορίου και Προστασίας
Καταναλωτή
- ζ) Ο Γενικός Γραμματέας Υποδομών
- η) Ο Γενικός Γραμματέας Μεταφορών
- θ) Ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Υγείας του Υπουργείου Υγείας
- ι) Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εργασίας,
Κοινωνικής Ασφάλισης και Αλληλεγγύης
- ια) Ο Ειδικός Γραμματέας Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης
και Κοινωνικής Αλληλεγγύης
- ιβ) Ο Γενικός Γραμματέας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας
- ιγ) Ο Γενικός Γραμματέας Χωρικού Σχεδιασμού και
Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας
- ιδ) Ο Γενικός Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας
- ιε) Ο Ειδικός Γραμματέας Υδάτων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας
- ιστ) Ο Ειδικός Γραμματέας του Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας
- ιζ) Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών.
- ιη) Ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Τάξης του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη/Εσωτερικών
- ιθ) Ο Αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας
- κ) Ο Αρχηγός του Πυροσβεστικού Σώματος
- κα) Ο Αρχηγός του Λιμενικού Σώματος
- κβ) Ο Γενικός Γραμματέας Τουριστικής Πολιτικής και
Ανάπτυξης
- κγ) Ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού
και Αθλητισμού
- κδ) Ο Ειδικός Γραμματέας του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος
α. Η Ο.Δ.Ε. για την εποπτεία προγραμματί ζει, παρακολουθεί , συντονί ζει και προωθεί τις απαραί τητες δρά σεις για την εφαρμογή του παρό ντος. Η ΟΔΕ αποτελεί γνωμοδοτικό, επιτελικό και συμβουλευτικό όργανο προς τους αρμόδιους υπουργούς για τον στρατηγικό σχεδιασμό και τη συντονισμένη χάραξη της εθνικής πολιτικής για την εποπτεία των οικονομικών δραστηριοτήτων και της αγοράς προϊόντων ως προς το σύνολο των πεδίων εποπτείας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος, την παρακολούθηση της ενιαίας εφαρμογής του καθώς και για κάθε θέμα σχετικό με την βελτίωσή του. β. Η Ο.Δ.Ε. προσδιορίζει τους βραχυπρόθεσμους, μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους για την εποπτεία, και τις απαραίτητες δράσεις για την υλοποίηση τους. γ. Η Ο.Δ.Ε. είναι αρμόδια για την υποβολή προτάσεων σχετικών με τη χρηματοδότηση των ενεργειών εποπτείας, και συνεργάζεται προς τούτο με το Υπουργείο
Άρθρο 135
Κατανομή του προϋπολογισμού και του προσωπικού Οι δαπάνες για την άσκηση της εποπτείας βαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. Για το σκοπό αυτό οι εποπτεύουσες αρχές μεριμνούν για την κατανομή και την εγγραφή των σχετικών πιστώσεων.
Το ύψος του προϋπολογισμού και ο αριθμός θέσεων που κατανέμονται σε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα πεδία εποπτείας, όπως αυτά προσδιορίζονται στο άρθρο 127, βασίζεται σε ετήσιο ή πολυετές πρόγραμμα εποπτείας. Οι εκτιμώμενες δαπάνες εγγράφονται στον κρατικό προϋπολογισμό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΠΟΠΤΕΙΑ - ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ
Άρθρο 136
Ενέργειες που συνιστούν εποπτεία Στις ενέργειες που συνιστούν εποπτεία περιλαμβάνονται:
- α) Η αξιολόγηση του κινδύνου, για την κατάταξη των
οικονομικών δραστηριοτήτων σε βαθμούς επικινδυνότητας και ο σχεδιασμός των ελέγχων.
- β) Ο καθορισμός της συχνότητας, ο προγραμματισμός
και η διενέργεια ελέγχων.
- γ) Η διαχείριση των καταγγελιών.
- δ) Η ενημέρωση, η πληροφόρηση, η παροχή κατευθυντήριων γραμμών και οδηγιών και η διενέργεια προληπτικών δράσεων, με στόχο την συμμόρφωση και τον
περιορισμό ή τη μείωση των κινδύνων.
- ε) Η έκδοση απόφασης για επιβολή μέτρων και κυρώσεων.
- στ) Η αξιολόγηση των πληροφοριών και δεδομένων
που συλλέγονται και αφορούν τις οικονομικές δραστηριότητες, τους οικονομικούς φορείς και τα προϊόντα, καθώς και η διενέργεια παρακολούθησης και μελετών, όπου απαιτείται, για την εκτίμηση νέων κινδύνων ή πιθανών αλλαγών σε υφιστάμενους κινδύνους.
- ζ) Η αξιολόγηση από την εποπτεύουσα αρχή του
ασκούμενου ελεγκτικού έργου από τους ελεγκτές.
Άρθρο 137
Αξιολόγηση κινδύνου και κατάταξη των οικονομικών δραστηριοτήτων σε βαθμούς επικινδυνότητας
Οι έλεγχοι σχεδιάζονται κατόπιν αξιολόγησης του κινδύνου, βάσει της οποίας οι ελεγχόμενες οικονομικές δραστηριότητες κατατάσσονται σε βαθμό επικινδυνότητας ως προς την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Με βάση την κατάταξη αυτή καταρτίζεται το πρόγραμμα ελέγχων.
Η αξιολόγηση κινδύνου γίνεται ως εξής: προκαλούν οι δραστηριότητες και η λειτουργία των οικονομικών φορέων και εγκαταστάσεων και η διάθεση των προϊόντων στην υγεία, ασφάλεια, το περιβάλλον και σε οποιαδήποτε άλλη πτυχή του δημοσίου συμφέροντος.
- β) Η εποπτεύουσα αρχή σχεδιάζει και εφαρμόζει μεθοδολογία βαθμολόγησης για την κατάταξη σε βαθμό
επικινδυνότητας. Η βαθμολόγηση έχει τη μορφή πυραμίδας, με κατάταξη της επικινδυνότητας από τον υψηλότερο στον χαμηλότερο βαθμό.
Η κατάταξη των οικονομικών φορέων, των εγκαταστάσεων και των προϊόντων σε βαθμούς επικινδυνότητας ως προς την προστασία του δημοσίου συμφέροντος, γίνεται με τα εξής, κατά περίπτωση, κριτήρια:
- α) την εγγενή επικινδυνότητα των δραστηριοτήτων
και των διαδικασιών τους, και των προϊόντων
- β) το μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας της
εγκατάστασης
- γ) την ομάδα και τον αριθμό των καταναλωτών για
τους οποίους προορίζεται το προϊόν
- δ) το ιστορικό συμμόρφωσης του οικονομικού φορέα
- δ) το προφίλ επικινδυνότητας του οικονομικού φορέα,
της εγκατάστασης και του προϊόντος, βάσει των φύλλων ελέγχου και των τυχόν αναθεωρημένων χαρακτηριστικών που προέκυψαν κατόπιν ελέγχου
- ε) την ύπαρξη αξιόπιστου συστήματος διαχείρισης και
λειτουργίας.
- στ) τις συστάσεις που έχουν γίνει, τα μέτρα και τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί στον οικονομικό φορέα.
Η κατάταξη των οικονομικών φορέων και των εγκαταστάσεων σε βαθμό επικινδυνότητας σύμφωνα με τα παραπάνω κριτήρια, γίνεται σε τρεις κατηγορίες κινδύνου: α) χαμηλού, β) μεσαίου και γ) υψηλού.
Με κοινή απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, ύστερα από εισήγηση της εποπτεύουσας αρχής, εξειδικεύονται τα κριτήρια αξιολόγησης του κινδύνου και η κατάταξη σε βαθμό επικινδυνότητας. Με την ίδια απόφαση μπορεί να καθορίζονται περισσότερα κριτήρια και να ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες για την κατάταξη των δραστηριοτήτων. Τα κριτήρια και η κατάταξη αναθεωρούνται κάθε πέντε (5) έτη το ανώτερο.
Αν δικαιολογείται από το αντικείμενο μιας οικονομικής δραστηριότητας, στην απόφαση της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να ορίζεται μόνο η γενική προσέγγιση της ανάπτυξης των κριτηρίων και του τρόπου κατάταξης.
Πληροφορίες για τον βαθμό επικινδυνότητας των δραστηριοτήτων καταχωρίζονται και αναρτώνται στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) από την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή και είναι διαθέσιμες προς όλες τις εποπτεύουσες αρχές και τους οικονομικούς φορείς.
Άρθρο 138
Συχνότητα ελέγχων
Η εποπτεύουσα αρχή καθορίζει τη συχνότητα των ελέγχων κατ΄ ελάχιστον από τα εξής κριτήρια:
- α) τον βαθμό κινδύνου.
- β) την αναμενόμενη διάρκεια ελέγχου στην εκάστοτε
κατηγορία κινδύνου.
- γ) την διαθεσιμότητα ανθρώπινων πόρων.
- δ) την υποχρεωτική προτεραιότητα ελέγχου δραστηριοτήτων υψηλού κινδύνου.
Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να προσαρμόζει τη συχνότητα των ελέγχων σε σχέση με τις υπάρχουσες συνθήκες και να πραγματοποιεί δειγματοληπτικούς ελέγχους σε χαμηλού ρίσκου δραστηριότητες, καθώς και άλλους ελέγχους που ανεξαρτήτως της κατηγοριοποίησης κινδύνου προκύπτουν στο πλαίσιο άμεσης αντιμετώπισης και διαχείρισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης.
Άρθρο 139
Πρόγραμμα ελέγχων
Οι έλεγχοι διεξάγονται σύμφωνα με το πρόγραμμα ελέγχων που καταρτίζεται από την εποπτεύουσα αρχή.
Το πρόγραμμα ελέγχων είναι ετήσιο ή πολυετές και καταρτίζεται με βάση πληροφορίες που συλλέγονται κατά τη διαδικασία αδειοδότησης, έγκρισης ή γνωστοποίησης της οικονομικής δραστηριότητας, πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε μητρώα ή συλλέγονται μέσω των ελέγχων από την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή ή προκύπτουν μέσω καταγγελιών ή άλλων στοιχείων εφόσον κρίνονται επαρκώς αξιόπιστα και προκύπτει άμεσος κίνδυνος σημαντικής βλάβης του δημοσίου συμφέροντος. Τα πολυετή προγράμματα ελέγχων κοινοποιούνται στην Ομάδα Διαχείρισης Έργου (Ο.Δ.Ε) του άρθρου 134.
Το πρόγραμμα ελέγχων περιλαμβάνει:
- α) τις ενέργειες εποπτείας που πρέπει να διενεργηθούν
εντός της διάρκειάς του,
- β) τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν,
- γ) τα γενικά χαρακτηριστικά των οικονομικών φορέων
που υπόκεινται σε εποπτεία,
- δ) τους ειδικούς στόχους και τους σχετικούς δείκτες
ανά πεδίο εποπτείας,
- ε) πρόβλεψη για τη διενέργεια κοινών ελέγχων με άλλες εποπτεύουσες αρχές.
Για την καλύτερη εκτέλεσή του, το πρόγραμμα ελέγχων μπορεί να υλοποιείται με επιμέρους σχεδιασμό κάθε εποπτεύουσας αρχής ώστε να καλύπτει μικρότερα χρονικά διαστήματα.
Το πρόγραμμα ελέγχων μπορεί να τροποποιείται και να προσαρμόζεται καταλλήλως εφόσον κατά την εκτέλεσή του προκύπτουν νέα στοιχεία είτε από συλλογή πληροφοριών είτε από τη διεξαγωγή ελέγχων.
Η μεθοδολογία κατάρτισης του προγράμματος ελέγχων των εγκαταστάσεων βασίζεται στο συνδυασμό του μεγέθους της εγκατάστασης και της πιθανότητας επέλευσης κινδύνου από τη λειτουργία της και βασίζεται ιδίως σε τέσσερα κριτήρια:
- α) το βαθμό κινδύνου κάθε οικονομικής δραστηριότητας.
- β) το μέγεθος της οικονομικής δραστηριότητας του
φορέα ή της εγκατάστασης.
- δ) την ύπαρξη συστήματος διαχείρισης κινδύνων ή
την έλλειψη αυτού.
H μεθοδολογία κατάρτισης του προγράμματος ελέγχων των προϊόντων βασίζεται στο συνδυασμό της πιθανότητας επέλευσης και της σοβαρότητας της βλάβης που το προϊόν μπορεί να επιφέρει στη δημόσια υγεία και ασφάλεια, στο περιβάλλον και κάθε άλλη πτυχή του δημοσίου συμφέροντος και περιλαμβάνει ιδίως δύο κριτήρια:
- α) τον βαθμό κινδύνου του προϊόντος ο οποίος προσδιορίζεται με βάση την περιγραφή, τα χαρακτηριστικά και τη
σκοπούμενη χρήση του, το συνολικό χρόνο ζωής του και την ύπαρξη ή μη προειδοποιητικών ετικετών και επισημάνσεων, στο προϊόν. Για τον προσδιορισμό του βαθμού κινδύνου λαμβάνονται υπόψη πληροφορίες από την αξιολόγηση της συμμόρφωσης για παρόμοια προϊόντα μέσω των ενωσιακών μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών.
- β) την ομάδα και τον αριθμό των καταναλωτών για
τους οποίους προορίζεται το προϊόν. Ιδίως εξετάζεται εάν το προϊόν χρησιμοποιείται ή όχι από ευάλωτες ομάδες καταναλωτών.
Με κοινή απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης εξειδικεύεται η μεθοδολογία σχεδιασμού των ενεργειών εποπτείας που περιλαμβάνει την γενική διαδικασία προγραμματισμού, την μεθοδολογία για την παρακολούθηση μετά τη διενέργεια του ελέγχου, τον προσδιορισμό των περιπτώσεων για τις οποίες απαιτείται επανάληψη του επιτόπιου ελέγχου και των περιπτώσεων στις οποίες οι εποπτεύουσες αρχές μπορούν να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τον οικονομικό φορέα και ρυθμίζεται κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια.
Άρθρο 140
Διαχείριση καταγγελιών
Καταγγελίες σχετικά με τη δραστηριότητα οικονομικού φορέα ή εγκατάστασης μπορεί να υποβληθούν από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή με κάθε πρόσφορο μέσο επικοινωνίας (ηλεκτρονικά, εγγράφως, τηλεφωνικώς κ.λπ.)
Οι καταγγελίες αξιολογούνται με τα εξής κριτήρια:
- α) τη συμβατότητα με το πεδίο αρμοδιότητας της εποπτεύουσας αρχής.
- β) το προφανώς αβάσιμο και αστήρικτο του περιεχομένου τους.
- γ) την κατάθεση των απαραίτητων στοιχείων που επιτρέπουν τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου ή έρευνας
- δ) την κατ΄ αρχήν εκτίμηση ότι η αναφορά στοιχειοθετεί παράβαση νομοθεσίας.
- ε) την επαναληψιμότητα του περιστατικού.
- στ) τον χρόνο που έχει παρέλθει από την διαπίστωση
του προβλήματος.
- ζ) την εκτίμηση του βαθμού επικινδυνότητας ως προς
τις άμεσες ή έμμεσες επιδράσεις στο κοινό ή σε άλλη πτυχή δημοσίου συμφέροντος.
- η) την ομάδα καταναλωτών που εκτίθενται σε κίνδυνο
και την τυχόν χρήση από ευαίσθητες ομάδες.
- θ) τη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων εξέτασης προσκομισθέντος δείγματος.
- ι) την αξιοπιστία τους όταν προέρχονται από επανειλημμένη υποβολή τους από τον ίδιο καταγγέλλοντα
χωρίς να αποδεικνύεται σε προγενέστερους ελέγχους η ακρίβειά τους.
Μετά την αξιολόγηση της προηγούμενης παραγράφου και ανάλογα με τη σοβαρότητα της καταγγελίας η εποπτεύουσα αρχή προβαίνει σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω ενέργειες: α) αρχειοθέτηση της καταγγελίας, β) καταγραφή της καταγγελίας για την εν λόγω δραστηριότητα που ενδεχομένως να εξετασθεί στο πλαίσιο του ευρύτερου προγραμματισμού ελέγχων, γ) άμεση διερεύνηση κατά προτεραιότητα η οποία μπορεί να περιλαμβάνει και τη διεξαγωγή επιτόπιου ελέγχου και
- δ) ενημέρωση της αρμόδιας αρχής εάν πρόκειται για
καταγγελία που υποβλήθηκε αναρμοδίως.
Οι εποπτεύουσες αρχές δεν υποχρεούνται να απαντούν μεμονωμένα ή να διεξάγουν επιτόπιο έλεγχο μετά από κάθε καταγγελία και να κοινοποιούν απάντηση προς τον καταγγέλλοντα, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην κείμενη νομοθεσία για κάποιο πεδίο εποπτείας.
Η εποπτεύουσα αρχή παρέχει τους απαραίτητους ανθρώπινους και υλικούς πόρους για τη διαχείριση και την αξιολόγηση των καταγγελιών που σχετίζονται με τη δραστηριότητα των οικονομικών φορέων. Η εποπτεύουσα αρχή παρέχει κατάλληλη εκπαίδευση στο προσωπικό που διενεργεί την αξιολόγηση των καταγγελιών.
Η εποπτεύουσα αρχή μπορεί να αξιολογεί αυτεπαγγέλτως και άλλες πληροφορίες που τίθενται σε γνώση της, όπως δημοσιεύσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή σε άλλο μέσο, η διαχείριση των οποίων πραγματοποιείται αναλογικά με τον τρόπο που η εποπτεύουσα αρχή αξιολογεί τις καταγγελίες.
Με απόφαση του προϊσταμένου της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής καθορίζονται οι διαδικασίες και τα ειδικότερα κριτήρια, πλέον αυτών της παρ. 2, και ο συνδυασμός αυτών για την αξιολόγηση της καταγγελίας και για την παραπομπή της, εφ΄ όσον αυτό κρίνεται απαραίτητο, στο επόμενο στάδιο διαχείρισης και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Άρθρο 141
Κατευθυντήριες οδηγίες για την υποστήριξη της συμμόρφωσης
Οι εποπτεύουσες αρχές παρέχουν κατευθυντήριες οδηγίες για την κατανόηση και εφαρμογή των κείμενων διατάξεων από τους ελεγχόμενους με σκοπό τη συμμόρφωσή τους.
Η υποστήριξη της συμμόρφωσης μέσω των κατευθυντήριων οδηγιών πραγματοποιείται με κάθε πρόσφορο μέσο, όπως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), με ηλεκτρονικές αναρτήσεις (online), με ανταλλαγή επιστολών ή με τηλεφωνική επικοινωνία καθώς και με επιτόπου επίσκεψη του χώρου δραστηριότητας.
Οι κατευθυντήριες οδηγίες είναι δεσμευτικές για τον ελεγχόμενο οικονομικό φορέα. Αν κριθούν μη επαρκείς σε μεταγενέστερο έλεγχο μπορούν να παρασχεθούν νέες γραμμές και οδηγίες που του παρασχέθηκαν κατά τον πρώτο έλεγχο, δεν επιβάλλονται μέτρα και κυρώσεις.
Άρθρο 142
Πληροφόρηση
Οι Αρχές Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού πληροφορούν το κοινό για θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εποπτείας τους, εκδίδοντας γενικές οδηγίες οι οποίες είναι κατανοητές και προσβάσιμες σε όλους τους ενδιαφερόμενους.
Οι αρχές πληροφορούν για τα εξής:
- α) τις απαιτήσεις του νόμου για συμμόρφωση και τον
τρόπο ερμηνείας τους
- β) τις διαδικασίες συμμόρφωσης και αξιολόγησης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών και
των κατευθυντήριων οδηγιών για τη συμμόρφωση που αφορούν τις νόμιμες υποχρεώσεις των ελεγχόμενων,
- γ) τα μέσα και τις διαδικασίες επικοινωνίας με τις αρχές,
- δ) την παροχή πληροφοριών και κατευθυντήριων οδηγιών από τις αρχές για συμμόρφωση,
- ε) τη διεξαγωγή των ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων
των προγραμμάτων τους, των ειδών του ελέγχου, των λιστών ελέγχου και της διαδικασίας,
- στ) τις ενέργειες σε περίπτωση διαπίστωσης παραβάσεων,
- ζ) τη διαδικασία καταγγελιών,
- η) τα ένδικα μέσα που μπορεί να ασκήσει ο ελεγχόμενος.
Η πληροφόρηση και η παροχή οριζόντιων κατευθυντήριων οδηγιών για τη συμμόρφωση μπορούν να πραγματοποιούνται με έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω τρόπους:
- α) την πρόβλεψη κοινής πληροφόρησης για συγκεκριμένα ζητήματα
- β) την επεξεργασία και δημοσιοποίηση οδηγών ορθής
πρακτικής και άλλων εγγράφων παροχής κατευθυντήριων οδηγιών για τη συμμόρφωση που επεξηγούν στους φορείς με ποιους τρόπους μπορούν να συμμορφώνονται με τις κείμενες διατάξεις σε κάθε κλάδο,
- γ) την οργάνωση εκπαιδευτικών σεμιναρίων,
- δ) την πρόβλεψη συστάσεων και παροχής κατευθυντήριων οδηγιών για τη συμμόρφωση για το πώς επιτυγχάνεται η συμμόρφωση και για την μείωση και αποφυγή
παραβάσεων κατά τη διάρκεια του ελέγχου.
Άρθρο 143
Πληροφοριακό Σύστημα Διαχείρισης Ελέγχου
Η ηλεκτρονική υποστήριξη των διαδικασιών εποπτείας του παρόντος πραγματοποιείται μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης Ελέγχων (ΠΣ-ΔΕ), το οποίο συνιστά το Υποσύστημα Διαχείρισης Ελέγχων της περίπτωσης γ΄ της παρ. 3 του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14 του ν. 4442/2016.
Το ΠΣ-ΔΕ συνιστά ολοκληρωμένη πλατφόρμα και σε αυτό καταχωρούνται όλοι οι έλεγχοι, από το στάδιο προγραμματισμού, επί τη βάσει του κινδύνου, μέχρι την καταγραφή των αποτελεσμάτων με τη χρήση των φύλλων ελέγχου.
Η χρήση του ΠΣ-ΔΕ είναι υποχρεωτική για όλες τις εποπτεύουσες αρχές. Στο ΠΣ-ΔΕ καταγράφονται όλα τα δεδομένα σχετικά με τον προγραμματισμό των ελέγχων καθώς και τα αποτελέσματα αυτών. Σε περίπτωση που εποπτεύουσα αρχή χρησιμοποιεί δικό της πληροφοριακό σύστημα, το σύστημα αυτό διασυνδέεται ή ενσωματώνεται υποχρεωτικά με το ΠΣ-ΔΕ.
Άρθρο 144
Αξιολόγηση της απόδοσης
Η εποπτεύουσα αρχή συντάσσει αναφορές αυτο-αξιολόγησης σχετικά με τις δράσεις και λειτουργίες της, οι οποίες υποβάλλονται στον καθ΄ ύλην αρμόδιο υπουργό.
Για την αξιολόγηση χρησιμοποιούνται δείκτες απόδοσης που αντικατοπτρίζουν την επίτευξη των στόχων των εποπτευουσών αρχών όπως αυτές περιγράφονται στο άρθρο και κατά συνέπεια το επίπεδο συμμόρφωσης, αποτροπής κινδύνου και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος. Τα δεδομένα που συλλέγονται για το σκοπό αυτό πρέπει να είναι αξιόπιστα, αντικειμενικά και ακριβή.
Τα κριτήρια περιλαμβάνουν κατ΄ ελάχιστον:
- α) Πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των ενεργειών εποπτείας της εποπτεύουσας αρχής όπως αυτές
ορίζονται στο άρθρο 130.
- β) Τα αποτελέσματα σχετικά με τη συμμόρφωση των
οικονομικών φορέων και εγκαταστάσεων
- γ) Τα αποτελέσματα σχετικά με την επίτευξη των στόχων ως προς τη σταδιακή μείωση του επιπέδου κινδύνου
και τη βελτίωση δεικτών ασφάλειας στο συγκεκριμένο πεδίο εποπτείας.
Η συχνότητα των ελέγχων, ο αριθμός και το ύψος των κυρώσεων καθώς και άλλοι δείκτες που σχετίζονται με την επιβολή κυρώσεων σε οικονομικούς φορείς δεν αποτελούν κριτήρια για την αξιολόγηση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας των εποπτευουσών αρχών και των ελεγκτών τους.
Στο τέλος του έτους, κάθε εποπτεύουσα αρχή προετοιμάζει και υποβάλλει στον καθ΄ ύλην αρμόδιο υπουργό ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων, η οποία δημοσιεύεται στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) και περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
- α) Πληροφορίες και λεπτομέρειες σχετικά με τις ασκηθείσες δραστηριότητες εποπτείας, συμπεριλαμβανομένου
του κόστους των δραστηριοτήτων αυτών, καθώς και προτάσεις για αναγκαίες αλλαγές εντός του επόμενου έτους,
- β) αριθμό, είδος και διάρκεια των ελέγχων που διενεργήθηκαν εντός του έτους,
- γ) αξιολόγηση του κινδύνου και του επιπέδου της
ασφάλειας και άλλων δημοσίων αγαθών εντός του πεδίου εποπτείας για το οποίο είναι αρμόδια η εποπτεύουσα αρχή,
- δ) τις πιο σημαντικές παραβάσεις που διαπιστώθηκαν
και τις βλάβες που προκλήθηκαν ή που θα μπορούσαν να προκληθούν καθώς και την έκτασή τους, εξάλειψη επικαλύψεων, τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τους οικονομικούς φορείς και για τη βελτίωση της οργάνωσης, του συντονισμού, της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας της εποπτείας,
- στ) πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας που επηρέασαν σημαντικά τους δείκτες των αποτελεσμάτων.
Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, ορίζονται οι μακροπρόθεσμοι και ετήσιοι στόχοι και εξειδικεύονται οι δείκτες απόδοσης και τα κριτήρια με τα οποία αξιολογείται η απόδοση των εποπτευουσών αρχών και η επίτευξη των στόχων και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα.
Άρθρο 145
Μηχανισμός Ανατροφοδότησης
Οι εποπτεύουσες αρχές, για την άσκηση εποπτείας και προγραμματισμού λαμβάνουν υπόψη πληροφορίες και σχόλια από τους εκπροσώπους των οικονομικών και των δημόσιων φορέων.
Οι πληροφορίες μπορεί να προκύπτουν και από την αξιολόγηση των καταγγελιών του άρθρου 140.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΕΛΕΓΧΟΙ
Άρθρο 146
Προετοιμασία του ελέγχου
Οι έλεγχοι διενεργούνται ύστερα από απόφαση της εποπτεύουσας αρχής, η οποία αναφέρει κατ΄ ελάχιστον τον εποπτευόμενο οικονομικό φορέα, το προϊόν, την εγκατάσταση, το αντικείμενο του ελέγχου, την ημερομηνία του ελέγχου, τα ονόματα των ελεγκτών, τα φύλλα ελέγχου που θα χρησιμοποιηθούν και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εποπτευόμενου φορέα.
Αντίγραφο της απόφασης κοινοποιείται στον εποπτευόμενο φορέα πριν από τη διενέργεια του ελέγχου, εφόσον κατά την κρίση της εποπτεύουσας αρχής η κοινοποίηση δεν ματαιώνει τον σκοπό του ελέγχου.
Πριν από τη διενέργεια του ελέγχου σχηματίζεται φάκελος που περιλαμβάνει πληροφορίες για τον οικονομικό φορέα, την εγκατάσταση και το προϊόν με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται από το Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ) του άρθρου 14 του ν. 4442/2016. Μέχρι την ολοκλήρωση του ΟΠΣ-ΑΔΕ τα δεδομένα συλλέγονται από το ηλεκτρονικό πληροφοριακό σύστημα της εκάστοτε αρχής ή άλλα διαθέσιμα αρχεία.
Άρθρο 147
Φύλλα ελέγχου
Ο έλεγχος διενεργείται υποχρεωτικά με τη χρήση του φύλλου ελέγχου.
Τα φύλλα ελέγχου εκδίδονται από τις αρμόδιες Αρχές Οργάνωσης, Εποπτείας και Συντονισμού για το πεδίο ή τα πεδία της εποπτείας τους και είναι διαθέσιμα στην επίσημη ιστοσελίδα της αρχής και προσβάσιμα σε κάθε ενδιαφερόμενο. Οι εποπτεύουσες αρχές μπορούν να εκδίδουν φύλλα ελέγχου ανά αντικείμενο (π.χ. τομέας, κλάδος, δραστηριότητα, κατηγορία προϊόντων) εάν κάποιο αντικείμενο ελέγχου απαιτεί διαφορετικό φύλλο ελέγχου για να καταστεί αποτελεσματικότερη η εποπτεία ή εάν διαφορετικά αντικείμενα ελέγχου ανήκουν στην εποπτεία που ασκείται από άλλη αρχή.
Τα φύλλα ελέγχου περιλαμβάνουν τα στοιχεία που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις και αποσκοπούν στην αποτροπή ή μείωση του κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια, το περιβάλλον και κάθε άλλη πτυχή του δημοσίου συμφέροντος σε σχέση με την ελεγχόμενη δραστηριότητα και το συγκεκριμένο είδος ελέγχου. Τα φύλλα ελέγχου καταρτίζονται προκειμένου να ελεγχθούν τα στοιχεία, υλικά, πρακτικές και συστήματα διαχείρισης που είναι άμεσα συνδεδεμένα με τους ως άνω κινδύνους.
Κατά τη διαδικασία του ελέγχου εξετάζεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις ή τις κατηγορίες απαιτήσεων του νόμου που περιλαμβάνονται στο φύλλο ελέγχου. Εάν διαπιστώνεται μη συμμόρφωση με απαιτήσεις που δεν περιλαμβάνονται στο φύλλο ελέγχου, και μόνον εφόσον εμπίπτουν στο πεδίο εποπτείας του ελεγκτή ο ελεγκτής σημειώνει τη μη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές στην έκθεση ελέγχου και ακολούθως παρέχονται συστάσεις για συμμόρφωση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.
Με απόφαση του αρμόδιου υπουργού ή με πράξη του ανώτατου ιεραρχικά προϊστάμενου ή διοικητικού οργάνου της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής καθορίζονται τα ειδικότερα στοιχεία που πρέπει να αναγράφονται στα φύλλα ελέγχου.
Άρθρο 148
Διαδικασία διενέργειας ελέγχου
Κατά την έναρξη του ελέγχου, ο ελεγκτής επιδεικνύει τα έγγραφα ταυτοποίησής του ως εντεταλμένος της αρμόδιας εποπτεύουσας αρχής, την εντολή ελέγχου ή άλλα διοικητικά έγγραφα που αποδεικνύουν την σχετική εντολή διεξαγωγής ελέγχου. Εξαιρούνται οι περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία η διεξαγωγή ελέγχου χωρίς την αποκάλυψη των στοιχείων των ελεγκτών.
Κατά την έναρξη του ελέγχου ο ελεγκτής ενημερώνει τον οικονομικό φορέα για τα κύρια σημεία του επικείμενου ελέγχου. Μετά το πέρας του ελέγχου ενημερώνει για τα αποτελέσματα του ελέγχου και παρέχει κατευθυντήριες γραμμές, οδηγίες και πληροφόρηση για την συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του νόμου.
Ο έλεγχος διενεργείται με τη χρήση του σχετικού φύλλου ελέγχου. Το φύλλο ελέγχου υπογράφεται από όλα τα μέρη στο τέλος του ελέγχου. Σε περίπτωση άρνησης του εποπτευόμενου να υπογράψει το φύλλο ελέγχου ο ελεγκτής καταχωρίζει σχετική επισήμανση στο φύλλο ή στην έκθεση ελέγχου. Το φύλλο ελέγχου έχει ηλεκτρονική μορφή εφόσον αυτό είναι εφικτό.
Ο εποπτευόμενος οικονομικός φορέας θέτει στη διάθεση του ελεγκτή τα στοιχεία που σχετίζονται με το αντικείμενο του ελέγχου και παρέχει γραπτή ή προφορική εξήγηση για τα ζητήματα που ανακύπτουν κατά τον έλεγχο. Σε περίπτωση παράδοσης πρωτότυπων εγγράφων στον ελεγκτή, αυτά επιστρέφονται στον φορέα μετά το πέρας του ελέγχου. αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι που σχετίζονται με το σκοπό του ελέγχου, τα ειδικά χαρακτηριστικά του ελεγχόμενου οικονομικού φορέα ή την επικινδυνότητα των προϊόντων και δικαιολογούν τυχόν παρέκκλιση. Ο διενεργούμενος έλεγχος θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να μην παρακωλύει ή επιβαρύνει την συνήθη λειτουργία του ελεγχόμενου οικονομικού φορέα.
Ο ελεγκτής μπορεί να ελέγχει κάθε χώρο της εγκατάστασης και κάθε όχημα που εξυπηρετεί τις λειτουργίες της, να λαμβάνει πληροφορίες και δείγματα και να φωτογραφίζει τους χώρους και τα προϊόντα.
Οι δαπάνες για τη διενέργεια ελέγχου, τη δειγματοληψία και τη δειγματοληπτική εξέταση βαρύνουν την εποπτεύουσα αρχή εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε ειδικότερες διατάξεις. Οι δαπάνες για τον εργαστηριακό έλεγχο βαρύνουν τον ελεγχόμενο οικονομικό φορέα μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί μη συμμόρφωση, άλλως βαρύνουν την εποπτεύουσα αρχή.
Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου ανά πεδίο εποπτείας Υπουργού μπορεί να ορίζονται οι διαδικασίες λήψης δείγματος, εργαστηριακής ή άλλης εξέτασής του, η διαδικασία και τα δικαιώματα προσφυγής ή ένστασης του ελεγχομένου και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Η άρνηση του οικονομικού φορέα να επιτρέψει την πρόσβαση στους διάφορους χώρους της εγκατάστασης, στα οχήματα που εξυπηρετούν λειτουργίες της εγκατάστασης και στις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την εγκατάσταση και τα ελεγχόμενα προϊόντα ή η άρνηση του οικονομικού φορέα για λήψη εκ μέρους του ελεγκτή δειγμάτων ή άλλων τεχνικών μέσων όπως φωτογραφιών, εφόσον αυτά κρίνονται δικαιολογημένα και απαραίτητα, επισημαίνεται στις παρατηρήσεις ή το αντίστοιχο τμήμα της έκθεσης του ελέγχου.
Εάν κατά τη διάρκεια του ελέγχου υποπέσει στην αντίληψη του ελεγκτή γεγονός που μπορεί να συνιστά παράβαση αρμοδιότητας άλλης εποπτεύουσας αρχής ενημερώνεται χωρίς καθυστέρηση η αρμόδια εποπτεύουσα αρχή.
Άρθρο 149
Διαδικασία ενεργειών συμμόρφωσης - Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης (ΜΕΣ)
Κάθε Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 130, καταρτίζει Μοντέλο Ενεργειών Συμμόρφωσης («ΜΕΣ») που περιλαμβάνει τις διαδικασίες και τις οδηγίες για την καθοδήγηση των ενεργειών και των αποφάσεων των ελεγκτών που λαμβάνονται σε συνέχεια του ελέγχου. Το ΜΕΣ υιοθετείται με απόφαση της εποπτεύουσας αρχής και δημοσιεύεται στον ηλεκτρονικό της ιστότοπο.
Το ΜΕΣ καταρτίζεται με τρόπο που προάγει την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας και το ενιαίο της αντιμετώπισης των ελέγχων και λοιπών δραστηριοτήτων εποπτείας θέτοντας τα βασικά στοιχεία και τις παραμέτρους για την λήψη αποφάσεων. Η κατάρτιση του ΜΕΣ γίνεται με τα εξής κριτήρια:
- α) τη διασφάλιση της νομιμότητας των αποφάσεων
μέσω της έκδοσής τους αποκλειστικά επί τη βάσει των τεθειμένων κριτηρίων κινδύνου.
- β) τον καθορισμό πλαισίου διαφάνειας κατά τη λήψη
των αποφάσεων προκειμένου να είναι εφικτός ο έλεγχος της διαδικασίας που ακολουθήθηκε για τη λήψη τους.
- γ) την παροχή καθοδήγησης προς τους ελεγκτές κατά
την διαδικασία επιβολής μέτρων και κυρώσεων, όπως ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 151 και στην κείμενη νομοθεσία, παρέχοντας κριτήρια και ενδείξεις για την επιλογή του ορθότερου και αναλογικότερου μέτρου.
- δ) την προώθηση καλών πρακτικών.
Η λήψη αποφάσεων μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου γίνεται με τα εξής κριτήρια:
- α) τη μείωση των πιθανών κινδύνων και την αποτροπή ή μείωση των παραβάσεων και των παρατυπιών ή
την άρση τους, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα μέσα, προθεσμίες για την παροχή κατευθυντήριων γραμμών, οδηγιών και πληροφόρησης για τη συμμόρφωση.
- β) τη συμπεριφορά και το βαθμό συνεργασίας του
ελεγχόμενου οικονομικού φορέα
Η απόφαση επί του ελέγχου στηρίζεται στα συμπεράσματα του ελέγχου, τα έγγραφα που εξετάσθηκαν, τα αποτελέσματα του φύλλου ελέγχου, και την ανάλυση που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια ή μετά το πέρας του ελέγχου. Η απόφαση περιλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ελεγχόμενου και καθορίζει τις διοικητικές διαδικασίες προστασίας του ελεγχόμενου.
Τα αποτελέσματα του ελέγχου, οι επιβληθείσες διοικητικές κυρώσεις και τα χρηματικά πρόστιμα καταχωρίζονται στο Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Άσκησης Δραστηριοτήτων και Ελέγχων (ΟΠΣ-ΑΔΕ). Μέχρι την ολοκλήρωση του ΟΠΣ-ΑΔΕ τα αποτελέσματα καταχωρίζονται στα ηλεκτρονικά πληροφοριακά συστήματα της εκάστοτε αρχής ή σε άλλα διαθέσιμα αρχεία.
Όταν από τον έλεγχο διαπιστώνεται σοβαρός κίνδυνος, η εποπτεύουσα αρχή μεριμνά για την άμεση ενημέρωση και προειδοποίηση του κοινού, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της παράβασης, τις ανάγκες ενημέρωσης του κοινού και τα νόμιμα δικαιώματα του ελεγχόμενου.
Άρθρο 150
Διεξαγωγή κοινών ελέγχων
Οι εποπτεύουσες αρχές μπορούν να αποφασίζουν τη διεξαγωγή κοινών ελέγχων.
Ο κοινός έλεγχος διεξάγεται σε μέρος ή στο σύνολο της εγκατάστασης προκειμένου να εκτιμηθεί η συμμόρφωση του ελεγχόμενου φορέα με τις κείμενες διατάξεις και να αντιμετωπιστούν θέματα που αφορούν περισσότερα από ένα πεδία εποπτείας ιδίως για τις οικονομικές δραστηριότητες και τα προϊόντα υψηλού κινδύνου για την ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια και το περιβάλλον.
Άρθρο 151
Κοινά μέτρα και κυρώσεις
Όταν σε συνέχεια ελέγχου διαπιστώνεται απειλή ή βλάβη για το δημόσιο συμφέρον, ο αρμόδιος ελεγκτής επιβάλλει τα αναγκαία μέτρα και κυρώσεις. του δημοσίου συμφέροντος ο ελεγκτής μπορεί να παράσχει κατευθυντήριες γραμμές, οδηγίες και πληροφόρηση για τη συμμόρφωση του οικονομικού φορέα.
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)