Νόμοι — ΦΕΚ A' 5/2018

Type Νόμος
Publication 2018-01-17
State In force
Source ΦΕΚ
articles 420
Reform history JSON API
3.

Τα μέτρα και οι κυρώσεις που επιβάλλονται συνοδεύονται από πράξη (απόφαση) που εκδίδεται από την εποπτεύουσα αρχή, η οποία επικυρώνει την επιβολή τους. Από την υποχρέωση του προηγούμενου εδαφίου εξαιρούνται οι προειδοποιήσεις προς συμμόρφωση.

4.

Τα μέτρα και οι κυρώσεις που επιβάλλονται πρέπει να είναι αναλογικά και εύλογα και να στηρίζονται στην αξιολόγηση του κινδύνου που η παράβαση επιφέρει στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Ο ελεγκτής δίνει προτεραιότητα και βαρύτητα στην παροχή ορθής πληροφόρησης και οδηγιών τάσσοντας προθεσμία για τη συμμόρφωση του οικονομικού φορέα. Αν μετά την παρέλευση της προθεσμίας ο οικονομικός φορέας δεν συμμορφώνεται τότε προχωρά στην επιβολή των κατάλληλων μέτρων και κυρώσεων. Η διαδικασία αυτή δεν εφαρμόζεται όταν η παράβαση ενέχει κίνδυνο για το δημόσιο συμφέρον που δεν μπορεί να αποτραπεί χωρίς άμεση ενέργεια εκ μέρους του ελεγκτή.

5.

Τα μέτρα και οι κυρώσεις είναι τα ακόλουθα:

  • α) Γραπτή σύσταση για συμμόρφωση εντός προθεσμίας, επανέλεγχος εντός προθεσμίας, προειδοποίηση

επιβολής κυρώσεων όπου προβλέπεται.

  • β) Προσωρινή ή οριστική διακοπή λειτουργίας, όπου

προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία.

  • γ) Κατάσχεση, δέσμευση, σφράγιση, απόσυρση, ανάκληση, περιορισμός και απαγόρευση της κυκλοφορίας

και της διαθεσιμότητας στην αγορά ή καταστροφή των προϊόντων που προκαλούν κίνδυνο στην ανθρώπινη υγεία και ασφάλεια και στο περιβάλλον ή διατίθενται χωρίς να πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, όπου προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.

  • δ) Επιβολή προστίμου όπου προβλέπεται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία.
  • ε) Αναφορά στην Εισαγγελική Αρχή, εφόσον από τις

κείμενες διατάξεις προβλέπεται ποινική κύρωση για τη συγκεκριμένη παράβαση.

  • στ) Διοικητικά μέτρα και κυρώσεις που προβλέπονται

από ειδικότερες διατάξεις.

6.

Τα μέτρα των περιπτώσεων β΄ και γ΄ της παραγράφου 5 επιβάλλονται εφόσον κρίνονται αναγκαία για την άρση σοβαρού κινδύνου για το δημόσιο συμφέρον και κανένα άλλο μέτρο δεν επαρκεί για την αποτροπή του. Η επιβολή των μέτρων του προηγούμενου εδαφίου μπορεί να αφορά μόνο το τμήμα της επιχείρησης ή το μέρος των προϊόντων που παρουσιάζουν έλλειψη συμμόρφωση. Όπου η κείμενη νομοθεσία προβλέπει την άμεση επιβολή των μέτρων των περιπτώσεων β΄ και γ΄, εκδίδεται πράξη του οργάνου ή του ανώτερου ιεραρχικώς οργάνου που επικυρώνει την επιβολή τους αμελλητί. Μέσα σε εύλογο χρόνο από την επιβολή του μέτρου η εποπτεύουσα αρχή εξετάζει εάν εξακολουθεί να υφίσταται η έλλειψη συμμόρφωσης, προκειμένου να αποφασιστεί η άρση ή όχι του μέτρου που επιβλήθηκε.

7.

Αν η έλλειψη συμμόρφωσης δεν μπορεί να αρθεί άμεσα, τίθεται προθεσμία για επανέλεγχο λαμβάνοντας υπόψη τις πραγματικές συνθήκες και τη φύση της παράβασης.

8.

Με απόφαση του καθ΄ ύλην αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης εξειδικεύονται και προσαρμόζονται τα μέτρα και οι κυρώσεις που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία σύμφωνα με τις επιταγές του παρόντος άρθρου, ορίζονται οι διαδικασίες επιβολής μέτρων ή κυρώσεων, ορίζονται τα πρόσθετα μέτρα που δεν προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία και οι όροι επιβολής τους καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄

ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΠΟΠΤΕΥΟΜΕΝΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

Άρθρο 152

Ελεγκτές

1.

Οι ελεγκτές ορίζονται από την αρμόδια εποπτεύουσα αρχή.

2.

Καθήκοντα εποπτείας ανατίθενται σε ελεγκτές που διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις και δεξιότητες και επαρκή εμπειρία στη διεξαγωγή του ελέγχου ή επαρκή εμπειρία στο αντικείμενο εποπτείας της συγκεκριμένης οικονομικής δραστηριότητας ή ομάδων οικονομικών δραστηριοτήτων ή προϊόντων.

3.

Οι ελεγκτές ασκούν τις ενέργειες εποπτείας που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της εποπτεύουσας αρχής την οποία αντιπροσωπεύουν. Σε περίπτωση που, κατά τη διενέργεια του ελέγχου, αντιληφθούν στοιχεία χρήσιμα για άλλη αρμόδια εποπτεύουσα αρχή, ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση την αρχή αυτή. Στην περίπτωση αυτή διεξάγονται κοινοί έλεγχοι, σύμφωνα με το άρθρο 140, εφόσον αυτό είναι εφικτό.

4.

Όλοι οι ελεγκτές με καθήκοντα εποπτείας παρακολουθούν επιμορφωτικά σεμινάρια σχετικά με συγκεκριμένες διαδικασίες ελέγχου και ζητήματα επαγγελματικής δεοντολογίας. Η Διεύθυνση Συντονισμού Κανονιστικού Πλαισίου και Εποπτείας Οικονομικών Δραστηριοτήτων και Προϊόντων σε συνεργασία με τις εποπτεύουσες αρχές διοργανώνει τακτικά επιμορφωτικά σεμινάρια για την βελτίωση των δεξιοτήτων και γνώσεων των ελεγκτών τους. Οι εποπτεύουσες αρχές μεριμνούν για τη διοργάνωση εξειδικευμένων σεμιναρίων για ελεγκτές, σε περιπτώσεις αλλαγών της κείμενης νομοθεσίας και των προβλεπόμενων διαδικασιών του αντικειμένου αρμοδιότητάς τους.

5.

Νέοι ελεγκτές, για περίοδο έξι (6) μηνών από την ανάθεση των καθηκόντων τους διεξάγουν ελέγχους υπό την επίβλεψη ελεγκτών με μεγαλύτερη εμπειρία.

6.

Οι εποπτεύουσες αρχές είναι υπεύθυνες για την ποιότητα της εργασίας των ελεγκτών τους, παρακολουθούν το έργο τους και παρέχουν συστάσεις για βελτίωση με βάση την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της εργασίας.

7.

H αξιολόγηση της απόδοσης των ελεγκτών οδηγεί στη διατύπωση συστάσεων σχετικά με την επιμόρφωση ή καθοδήγησή τους. Κατά την άσκηση εποπτείας οι ελεγκτές: α. έχουν ελεύθερη πρόσβαση, κατά περίπτωση και εφόσον σχετίζεται με το αντικείμενο εποπτείας, στα κτίρια, εγκαταστάσεις, γραφεία, εξοπλισμό, προϊόντα, βιβλία, έγγραφα, και άλλα στοιχεία, β. έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την διεξαγωγή του ελέγχου, σε έλεγχο των βιβλίων και των εγγράφων του οικονομικού φορέα και σε χορήγηση αντιγράφων γ. λαμβάνουν γραπτές εξηγήσεις από τον ελεγχόμενο οικονομικό φορέα ή το νόμιμο εκπρόσωπό του. δ. λαμβάνουν δείγματα των ελεγχόμενων προϊόντων και άλλων υλικών της συγκεκριμένης παραγωγής, της υπηρεσίας ή του εμπορίου για ανάλυση, πραγματοποίηση δοκιμών και διεξαγωγή μετρήσεων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία. ε. λαμβάνουν φωτογραφίες για την τεκμηρίωση παραβάσεων που διαπιστώνουν, με την προϋπόθεση ότι είναι σε γνώση του ελεγχόμενου και καταγράφεται στην έκθεση ελέγχου.

Άρθρο 154

Καθήκοντα ελεγκτών Κατά την άσκηση του έργου τους οι ελεγκτές έχουν τα εξής καθήκοντα και περιορίζονται από τις εξής απαγορεύσεις: α. ασκούν εποπτεία, μόνο μετά από υπηρεσιακή, έγγραφη ή προφορική, εντολή και ανάθεση διεξαγωγής ελέγχου, β. ασκούν τα καθήκοντά τους, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους, χωρίς να επηρεάζονται από τρίτους, και τηρούν τους κανόνες δεοντολογίας, γ. προτείνουν την εξαίρεσή τους από τη συμμετοχή σε άσκηση εποπτείας οικονομικού φορέα, αν υπάρχουν γεγονότα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία για την αμεροληψία τους λόγω της σχέσης τους με τον οικονομικό φορέα, ή άλλων περιστάσεων που μπορεί να οδηγήσουν σε σύγκρουση ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος, δ. σέβονται το έννομο συμφέρον και τη φήμη του οικονομικού φορέα και τηρούν εχεμύθεια για τα εμπιστευτικά στοιχεία που περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση της εποπτείας, εκτός αν άλλως προβλέπεται ρητά, ε. μεριμνούν για την ελάχιστη δυνατή παρεμπόδιση της οικονομικής δραστηριότητας, σε περιπτώσεις που ο κίνδυνος για την ασφάλεια, τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον είναι μικρός, στ. πληροφορούν τον εποπτευόμενο οικονομικό φορέα για τα δικαιώματά του σχετικά με τη διαδικασία εποπτείας και τις έννομες συνέπειες των πράξεων ή παραλείψεών του σε σχέση με τη διαδικασία, ζ. διεξάγουν τον έλεγχο με βάση το φύλλο ελέγχου, όπου αυτό απαιτείται, και να καταγράφουν τα αποτελέσματα του ελέγχου τηρώντας σχετικές διατάξεις και οδηγίες, η. παρέχουν στον οικονομικό φορέα ή στους υπαλλήλους του κατευθυντήριες οδηγίες για την απαιτούμενη συμμόρφωση, θ. έχουν την αποκλειστική ευθύνη του ελέγχου και της καταγραφής των αποτελεσμάτων του, το περιεχόμενο των εγγράφων που συντάσσουν, και την ορθότητα των αποδεικτικών στοιχείων, και γνωστοποιούν τα αποτελέσματα του ελέγχου στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή. Η εποπτεύουσα αρχή μεριμνά για την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων του ελέγχου και κάθε σχετικής απόφασης στον οικονομικό φορέα ή το νόμιμο εκπρόσωπό του, εντός της εκάστοτε προβλεπόμενης νόμιμης προθεσμίας. ι. τηρούν την αρχή της αναλογικότητας στις κυρώσεις και τα μέτρα που επιβάλλουν, λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία του ελέγχου, και τα στοιχεία που τηρεί και υποβάλει ο οικονομικός φορέας, ια. συντάσσουν έκθεση ελέγχου ή αναφοράς.

Άρθρο 155

Δικαιώματα των εποπτευόμενων οικονομικών φορέων Κατά τη διενέργεια εποπτείας ο οικονομικός φορέας, ο νόμιμος εκπρόσωπός του και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον μπορεί : α. να λαμβάνει γνώση των προτύπων των φύλλων ελέγχου, τα οποία δημοσιεύονται και είναι προσβάσιμα στους οικονομικούς φορείς, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 147. β. να αρνείται την υποβολή του σε έλεγχο ή σε τμήμα του ελέγχου, αν ο ελεγκτής υπερβαίνει το πεδίο εποπτείας ή το πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του. Στην περίπτωση αυτή, ο ελεγκτής καταγράφει στην έκθεση ελέγχου την άρνηση αυτή, την οποία υπογράφει ο ελεγχόμενος, γ. να συμμετέχει ο ίδιος ή ο εκπρόσωπός του σε όλες τις διαδικασίες εποπτείας και να παρέχει εξηγήσεις σχετικά με τις δραστηριότητες που καλύπτονται από τον έλεγχο, δ. να υποβάλει συμπληρωματικές πληροφορίες, να παρέχει εξηγήσεις και να εκφράζει τη γνώμη του σε ζητήματα που προκύπτουν κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ε. να αρνείται να συμμορφωθεί σε αίτημα ελεγκτή σχετικά με την επίδειξη εγγράφων και υλικών, αν αυτά δεν σχετίζονται με τον έλεγχο ή αν ο ελεγκτής δεν έχει δικαίωμα να ελέγξει τα έγγραφα αυτά, στ. να απαιτεί την τήρηση εχεμύθειας για πληροφορίες εμπιστευτικού χαρακτήρα, στις οποίες ο ελεγκτής έχει πρόσβαση κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ζ. να προβαίνει σε καταγγελία, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 157, αν ο ελεγκτής υποδεικνύει ανάρμοστη ή παράνομη συμπεριφορά, ή αν προκύπτει σύγκρουση ιδιωτικού και δημοσίου συμφέροντος, η. να αιτείται την εξαίρεση του ελεγκτή, αν υπάρχει εύλογη και αιτιολογημένη αμφιβολία για την αμεροληψία του, θ. να λαμβάνει γνώση και αντίγραφα όλων των εγγράφων και αποτελεσμάτων του ελέγχου, να διατυπώνει απόψεις, να υποβάλει εξηγήσεις ή ενστάσεις, ακόμα και κατά τη διενέργεια του ελέγχου.

Άρθρο 156

Υποχρεώσεις εποπτευόμενων οικονομικών φορέων Κατά την άσκηση της εποπτείας, ο εποπτευόμενος οικονομικός φορέας ή ο εκπρόσωπός του, υποχρεούται : την εκπαίδευση της διοίκησης και των εργαζομένων και για την πρόληψη και αποκατάσταση των παραβάσεων, β. να διευκολύνει και να μην παρακωλύει με οποιοδήποτε τρόπο τους ελεγκτές κατά την άσκηση της εποπτείας, γ. να χορηγεί, εάν απαιτείται από τον έλεγχο, τα απαιτούμενα έγγραφα και υλικά, και να παρέχει την αναγκαία πρόσβαση σε οχήματα, εμπορικές περιοχές, αποθήκες, χώρους παραγωγής, επεξεργασίας και άλλους χώρους και εγκαταστάσεις, δ. να διευκολύνει τη διεξαγωγή του ελέγχου, τη λήψη δειγμάτων, φωτογραφιών από τους ελεγκτές και κάθε άλλη ενέργεια στο πλαίσιο της εποπτείας, ε. να παρέχει γραπτές ή προφορικές εξηγήσεις επί θεμάτων σχετικών με τον έλεγχο μετά από αίτημα των ελεγκτών, στ. να υποδεικνύει το επίπεδο εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που συλλέγονται κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ζ. να συμμορφώνεται με τις συστάσεις των ελεγκτών σχετικά με την παύση παράνομων ενεργειών, να λαμβάνει τα σχετικά μέτρα και να αναφέρει τα αποτελέσματα της λήψης μέτρων εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας.

Άρθρο 157

Καταγγελία που αφορά τη συμπεριφορά ελεγκτή

1.

Οικονομικός φορέας ή εκπρόσωπός του ή άλλο πρόσωπο, που εμπλέκεται στο πλαίσιο της εποπτείας, μπορεί να υποβάλει καταγγελία για τη συμπεριφορά του ελεγκτή. Η καταγγελία υποβάλλεται στην αρμόδια εποπτεύουσα αρχή με κάθε πρόσφορο μέσο επικοινωνίας, ηλεκτρονικά, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με επιστολή ή και τηλεφωνικώς.

2.

Η εποπτεύουσα αρχή διαβιβάζει αρμοδίως την καταγγελία στην εισαγγελική αρχή εφόσον πιθανολογείται τέλεση αξιόποινων πράξεων και στα πειθαρχικά όργανα του ν. 3528/2007 (Α΄26).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄

ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

Άρθρο 158

Μετά το άρθρο 48 του ν. 4442/2016 προστίθεται Κεφάλαιο Θ΄ ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑΠΟΙΗΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΑΦΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ

Άρθρο 48Α
1.

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν οι δραστηριότητες που διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 17 έως 40 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) με την επιφύλαξη του άρθρου 20 του ν. 3982/ 2011.

2.

Δεν απαιτείται έγκριση εγκατάστασης για τις δραστηριότητες της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011, οι οποίες υπάγονται στο καθεστώς γνωστοποίησης του άρθρου 6.

Άρθρο 48Β

Έγκριση εγκατάστασης

1.

Ως έγκριση εγκατάστασης νοείται η έγκριση για την εγκατάσταση της δραστηριότητας σε συγκεκριμένη θέση βάσει του προσδιορισμού του είδους της δραστηριότητας και της κατάταξής της σε βαθμό όχλησης, σύμφωνα με τις ισχύουσες κάθε φορά χρήσεις γης και τους λοιπούς χωρικούς περιορισμούς. Λοιποί περιορισμοί που αφορούν στις προϋποθέσεις λειτουργίας της δραστηριότητας δεν εξετάζονται κατά το στάδιο της έγκρισης εγκατάστασης.

2.

Όπου στην κείμενη νομοθεσία, που αφορά στην αδειοδότηση μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων, γίνεται λόγος για άδεια εγκατάστασης νοείται εφεξής η έγκριση εγκατάστασης.

Άρθρο 48Γ

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3982/2011 (Α΄ 143)

1.

α) Η παράγραφος 11 του άρθρου 17 του ν. 3982/ 2011 αντικαθίσταται ως εξής: «11. Δραστηριότητες υψηλής, μέσης ή χαμηλής όχλησης είναι αυτές που αναφέρονται στην οικ. 3137/191/Φ.15/2012 (Β΄ 1048) κ.υ.α.».

  • β) Μετά την παράγραφο 11 του άρθρου 17 του

ν. 3982/2011 προστίθεται παράγραφος 11Α ως εξής: «11Α. Έγκριση εγκατάστασης είναι η έγκριση κατά την έννοια των διατάξεων του Κεφαλαίου Θ΄ του ν. 4442/ 2016 (Α΄ 230), που χορηγεί η αδειοδοτούσα αρχή σε οικονομικό φορέα για την εγκατάσταση συγκεκριμένης δραστηριότητας και αφορά ολόκληρο τον βαθμό όχλησης στον οποίο εμπίπτει η δραστηριότητα. Η έγκριση χορηγείται για συγκεκριμένη τιμή του κριτηρίου όχλησης που χρησιμοποιείται για την κατάταξη της δραστηριότητας, σύμφωνα με το αίτημα του φορέα, με δυνατότητα μεταβολών αυτής της τιμής εντός των ορίων του βαθμού όχλησης, χωρίς να απαιτείται νέα έγκριση. Έγκριση εγκατάστασης απαιτείται:

  • α) στην ίδρυση συγκεκριμένης δραστηριότητας,
  • β) στην επέκταση/εκσυγχρονισμό δραστηριότητας

που συνίσταται σε αλλαγή ή προσθήκη δραστηριότητας,

  • γ) στις λοιπές περιπτώσεις επέκτασης/εκσυγχρονισμού

δραστηριότητας που οδηγούν σε μετάπτωση της δραστηριότητας σε διαφορετικό βαθμό όχλησης,

  • δ) σε κάθε περίπτωση επέκτασης/εκσυγχρονισμού

δραστηριότητας μετά τη λήξη χορηγηθείσας έγκρισης εγκατάστασης.».

2.

α) Η παράγραφος 1 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011 «1. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση έγκρισης εγκατάστασης και άδειας λειτουργίας τα επαγγελματικά εργαστήρια, οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις παροχής που καθορίζονται στην περ. α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 17. Για την εγκατάσταση των δραστηριοτήτων υποβάλλεται γνωστοποίηση εγκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4442/2016 (Α΄ 230) και για την έναρξη λειτουργίας υποβάλλεται στην αδειοδοτούσα αρχή υπεύθυνη δήλωση, η οποία συνοδεύεται από τις απαραίτητες εγκρίσεις και δικαιολογητικά. Η κατάθεση της δήλωσης βεβαιώνεται σε αντίγραφό της από την αδειοδοτούσα αρχή, το οποίο υποχρεούται να τηρεί ο φορέας. Η αδειοδοτούσα αρχή δύναται να διενεργεί εκ των υστέρων κατά περίπτωση επιτόπιο έλεγχο σχετικά με τη γνωστοποίηση εγκατάστασης προ ή μετά την έναρξη λειτουργίας και σχετικά με την ορθότητα του περιεχομένου της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης μετά την έναρξη λειτουργίας. Ο έλεγχος αφορά τη θέση, τη δραστηριότητα, την ισχύ της εγκατάστασης και την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων.».

  • β) Η παράγραφος 8 του άρθρου 19 του ν. 3982/2011

«8. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο των υπεύθυνων δηλώσεων των παραγράφων 1 και 3, ο τύπος και το περιεχόμενο της έγκρισης εγκατάστασης, καθώς και της γνωστοποίησης εγκατάστασης για τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, της άδειας λειτουργίας, της απόφασης χορήγησης προθεσμίας για μεταφορά ή για τεχνική ανασυγκρότηση, ο τύπος και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων και ανανεώσεων των αποφάσεων αυτών, τα δικαιολογητικά που τις συνοδεύουν και η διαδικασία που πρέπει να τηρείται. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται το ύψος της εγγυητικής επιστολής, που προβλέπεται στην παράγραφο 4 και οι περιπτώσεις κατάπτωσής της, τα κριτήρια, η διαδικασία και η συχνότητα διενέργειας επιθεωρήσεων των όρων εγκατάστασης και λειτουργίας των μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων από την αδειοδοτούσα αρχή.».

3.

α) Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «Η άδεια εγκατάστασης ισχύει για πέντε (5) χρόνια και μπορεί να παραταθεί μέχρι τη συμπλήρωση μίας δεκαετίας.».

  • β) Μετά την παράγραφο 6 του άρθρου 20 του ν. 3982/

2011 προστίθενται παράγραφοι 6Α έως 6Ε ως εξής: «6Α. Μετά την έναρξη λειτουργίας, που τεκμαίρεται με τη χορήγηση της άδειας ή έγκρισης λειτουργίας ή τη γνωστοποίηση λειτουργίας ή την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ή την ενημέρωση της αδειοδοτούσας αρχής, αναλόγως του καθεστώτος που διέπει τη δραστηριότητα, η οποία πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί εντός των προθεσμιών της παραγράφου 6, η διάρκεια της έγκρισης εγκατάστασης καθορίζεται, χωρίς να απαιτείται νέα διοικητική πράξη, ως εξής:

  • α) έως τη συμπλήρωση είκοσι (20) ετών από την

ημερομηνία χορήγησης της έγκρισης εγκατάστασης, εφόσον πρόκειται για εγκατάσταση εντός περιοχής με καθορισμένες χρήσεις γης,

  • β) έως τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών από την ημερομηνία χορήγησης της έγκρισης εγκατάστασης, εφόσον

πρόκειται για εγκατάσταση εκτός περιοχής με καθορισμένες χρήσεις γης. 6Β. Η έγκριση χορηγείται για το ανώτατο όριο της κατηγορίας όχλησης, στην οποία εμπίπτει η δραστηριότητα. Για τυχόν μεταβολές της δραστηριότητας κατά τη διάρκεια ισχύος της έγκρισης, δεν απαιτείται ενέργεια του φορέα, εφόσον οι μεταβολές αυτές δεν επιφέρουν μετάπτωση της δραστηριότητας σε διαφορετικό βαθμό όχλησης από αυτόν που αναγράφεται στην έγκριση εγκατάστασης. Εφόσον η αδειοδοτούσα αρχή, μετά την παρέλευση των χρονικών ορίων της παραγράφου 6, διαπιστώσει ότι η δραστηριότητα κατατάσσεται σε χαμηλότερο βαθμό όχλησης σε σχέση με τον αναφερόμενο στη χορηγηθείσα έγκριση εγκατάστασης, η τελευταία τροποποιείται αναλόγως. 6Γ. Εντός των προθεσμιών της παρ. 6Α η δραστηριότητα προστατεύεται από τυχόν αλλαγές των χρήσεων γης. 6Δ. Μετά τη λήξη της προθεσμίας της παρ. 6Α δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 6Β και 6Γ. Για την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό της δραστηριότητας μετά τη λήξη των προθεσμιών αυτών, απαιτείται νέα έγκριση εγκατάστασης. 6Ε. Διακοπή λειτουργίας της δραστηριότητας που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη και που πραγματοποιείται εντός των προθεσμιών της παραγράφου 6Α, ανεξαρτήτως αν η διακοπή αφορά την παραγωγική λειτουργία ή τη διακοπή των εργασιών ενώπιον της φορολογικής αρχής, δεν θίγει τα οριζόμενα στις προηγούμενες παραγράφους.» 4.α) Μετά την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του ν. 3982/2011 προστίθεται παράγραφος 1Α ως εξής: «1Α. Ειδικά αν η αίτηση αφορά σε χορήγηση έγκρισης εγκατάστασης δραστηριότητας χαμηλής ή μέσης όχλησης σε περιοχή με καθορισμένες χρήσεις γης και εντός σχεδίου πόλεως, η έγκριση χορηγείται εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση πλήρους φακέλου. Αν η προθεσμία παρέλθει άπρακτη, τεκμαίρεται η χορήγηση της έγκρισης και ο αιτών μπορεί να προβεί στην εγκατάσταση της δραστηριότητας, εφόσον επιτρέπεται βάσει των χρήσεων γης. Αν ο φάκελος είναι ελλιπής η αδειοδοτούσα αρχή ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα για την προσκόμιση των απαιτούμενων δικαιολογητικών.» Στην περίπτωση αυτή η προθεσμία διακόπτεται έως την προσκόμιση των δικαιολογητικών.».

  • β) Η παράγραφος 3 του άρθρου 25 του ν. 3982/2011

«3. Οι συναρμόδιες υπηρεσίες εκδίδουν τις απαιτούμενες εγκρίσεις για την εγκατάσταση και λειτουργία των δραστηριοτήτων των παραγράφων 1, 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 17 μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών και για τις περιπτώσεις της παραγράφου 1Α μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών, εφόσον είναι διαθέσιμα τα απαιτούμενα για τις εγκρίσεις δικαιολογητικά. Οι υπηρεσίες και φορείς, των οποίων ζητείται η γνώμη για τη χορήγηση των εγκρίσεων, γνωμοδοτούν προς την αρμόδια υπηρεσία, το αργότερο εντός τριάντα (30) ημερών και εντός δεκαπέντε (15) ημερών για τις περιπτώσεις της τεκμαίρεται θετική γνωμοδότηση και η αρμόδια υπηρεσία εξετάζει το αίτημα για τη χορήγηση της έγκρισης.».

5.

Η παράγραφος 2 του άρθρου 26 του ν. 3982/2011 «2. Η αδειοδοτούσα αρχή διενεργεί δειγματοληπτικές επιθεωρήσεις βάσει ετήσιου προγράμματος ή ύστερα από καταγγελία με βάση κριτήρια κινδύνου και συντάσσει εκθέσεις σχετικά με την τήρηση των όρων λειτουργίας των μεταποιητικών και συναφών δραστηριοτήτων. Όταν η Αρχή κρίνει ότι η καταγγελία είναι ανυπόστατη, αόριστη ή προδήλως αβάσιμη, την αρχειοθετεί χωρίς να διενεργήσει επιθεώρηση.».

6.

Το β.δ. της 15/21.10.1922 (Α΄ 208) καταργείται.

Άρθρο 48Δ

Εξουσιοδοτική διάταξη Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της αίτησης για τη χορήγηση έγκρισης εγκατάστασης, ο τύπος και το περιεχόμενο της γνωστοποίησης εγκατάστασης, τα δικαιολογητικά που τις συνοδεύουν, τα τυχόν έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση επικείμενης μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση προκειμένου να ασκήσουν τις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες και η διαδικασία που πρέπει να τηρείται, ο τρόπος επιβολής των κυρώσεων εντός των ορίων του άρθρου 15, η διαδικασία επιβολής τους και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση ή έγκριση θέμα.

Άρθρο 48Ε
1.

Αιτήσεις για χορήγηση άδειας εγκατάστασης που κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου είναι σε εκκρεμότητα, διεκπεραιώνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

2.

Οι άδειες εγκατάστασης που είναι σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου διατηρούν το περιεχόμενό τους και η διάρκειά τους παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών από την έκδοσή τους. Στην περίπτωση που έχει χορηγηθεί παράταση σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις, αυτή ισχύει μέχρι τη συμπλήρωση πέντε (5) ετών. Εκκρεμείς αιτήσεις για παράταση των αδειών εγκατάστασης που έχουν υποβληθεί σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 20 του ν. 3982/2011, δεν εξετάζονται και η άδεια εγκατάστασης παρατείνεται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο. Αιτήματα για παράταση των αδειών εγκατάστασης που υποβάλλονται μετά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου εξετάζονται αφού υποβληθεί το αίτημα της επόμενης παραγράφου με σκοπό την υπαγωγή στο καθεστώς έγκρισης εγκατάστασης.

3.

Δραστηριότητες που διαθέτουν άδεια εγκατάστασης μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς έγκρισης εγκατάστασης, μετά από σχετικό αίτημα του φορέα τους στην αδειοδοτούσα αρχή. Το αίτημα εξετάζεται με βάση τα στοιχεία που έχουν υποβληθεί από το φορέα για την έκδοση της αρχικής άδειας εγκατάστασης και η έγκριση εγκατάστασης που εκδίδεται ισχύει:

  • α) μέχρι τη συμπλήρωση των προθεσμιών της παρ. 6

του άρθρου 20 από την αρχική έκδοση της άδειας εγκατάστασης ή από τη χορήγηση παράτασης αντίστοιχα και

  • β) μέχρι τη συμπλήρωση των προθεσμιών των παραγράφων 6Α έως 6Ε του άρθρου 20 από την αρχική

έκδοση της άδειας εγκατάστασης.». ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΟΔΙΑΣΤΙΚΗ

Άρθρο 159

Μετά το άρθρο 50 του ν. 4442/2016, προστίθενται άρθρα 50Α και 50Β ως εξής: «Άρθρο 50Α Κυκλοφοριακή σύνδεση / Είσοδος - έξοδος οχημάτων

1.

Για τη λειτουργία των οικονομικών δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα απαιτείται υπεύθυνη δήλωση αρμόδιου μηχανικού ότι η κυκλοφοριακή σύνδεση ή η είσοδος - έξοδος της εγκατάστασης υλοποιήθηκε σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια αυτής.

2.

Οι φορείς των ανωτέρω δραστηριοτήτων υποχρεούνται να τηρούν τους όρους και προϋποθέσεις που περιγράφονται στην κείμενη νομοθεσία για την οδική ασφάλεια.

3.

Οι αρμόδιες αρχές για τη συντήρηση της οδού, μόλις λάβουν γνώση των στοιχείων της οικονομικής δραστηριότητας, μπορούν να προβούν σε σχετικό έλεγχο.

4.

Όπου στην κείμενη νομοθεσία απαιτείται βεβαίωση της υπηρεσίας που έχει την ευθύνη για τη συντήρηση της οδού ότι η κυκλοφοριακή σύνδεση ή η είσοδος-έξοδος εκτελέσθηκε καλώς, προσκομίζεται εφεξής υπεύθυνη δήλωση αρμόδιου μηχανικού.

Άρθρο 50Β

Τροποποίηση διατάξεων του β.δ. 465/1970 (Α΄ 150)

1.

α) Η παράγραφος 2 του άρθρου 30 του β.δ. 465/1970 «2. Η Τεχνική Υπηρεσία που έχει την ευθύνη κατασκευής ή συντήρησης της οδού μπορεί να πραγματοποιεί επιτόπια εξέταση προτού διαβιβάσει τα θεωρημένα σχέδια με τις παρατηρήσεις της για έγκριση στην αρμόδια υπηρεσία, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 6.».

  • β) Η παράγραφος 5 του άρθρου 30 του β.δ. 465/1970

«5. Η έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης ή η έγκριση εισόδου-εξόδου οχημάτων των εγκαταστάσεων του άρθρου 24 ισχύει για τέσσερα (4) έτη και για το είδος της εγκατάστασης που αναφέρεται σε αυτήν. Κατ’ εξαίρεση η έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης ή η έγκριση εισόδου - εξόδου οχημάτων ισχύει για έξι (6) έτη για εγκαταστάσεις του άρθρου 24 που αφορούν κτίρια συνολικής επιφάνειας μεγαλύτερης των πέντε χιλιάδων (5.000) τετραγωνικών μέτρων. Αν μετά την παρέλευση των τεσσάρων (4) ετών από την έγκριση δεν έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες κατασκευής εφόσον δεν έχουν αλλάξει οι κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού. Αν οι κυκλοφοριακές συνθήκες της οδού έχουν μεταβληθεί απαιτείται νέα έγκριση. Για μετατροπή του είδους της εγκατάστασης ή επέκταση αυτής ή προσθήκης νέων εγκαταστάσεων, ο ενδιαφερόμενος ενημερώνει την αρμόδια για τη συντήρηση της οδού υπηρεσία.»

2.

Το άρθρο 32 του β.δ. 465/1970 αντικαθίσταται ως εξής: « Άρθρο 32 Άδεια λειτουργίας εγκαταστάσεων

1.

Για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων εκτός των προβλεπομένων από άλλες διατάξεις εγκρίσεων αρμόδιων υπηρεσιών, απαιτείται υπεύθυνη δήλωση αρμόδιου μηχανικού ότι η κυκλοφοριακή σύνδεση υλοποιήθηκε σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια αυτής.

2.

Η υπεύθυνη δήλωση της προηγούμενης παραγράφου υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία και αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης. Οι αδειοδοτούσες υπηρεσίες κοινοποιούν την άδεια λειτουργίας της εγκατάστασης στην αρμόδια για τη συντήρηση της οδού υπηρεσία, προκειμένου αυτή να λάβει γνώση για την έναρξη λειτουργίας της εγκατάστασης.».

3.

Το άρθρο 34 του β.δ. 465/1970 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 34 Έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης κατά παρέκκλιση

1.

Σε εγκαταστάσεις που λειτουργούν με εγκεκριμένη κυκλοφοριακή σύνδεση κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων, επιτρέπονται νέες προσθήκες και αλλαγή της χρήσης μόνον εφόσον, κατόπιν μελέτης κυκλοφοριακών επιπτώσεων, αποδειχθεί ότι η νέα χρήση δεν επιφέρει αύξηση του κυκλοφοριακού φόρτου σε σχέση με την προηγούμενη χρήση.

2.

Επιτρέπεται η έγκριση κυκλοφοριακής σύνδεσης κατά παρέκκλιση των κείμενων διατάξεων μόνον εφόσον, εξαιτίας των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του οικοπέδου της εγκατάστασης, δεν είναι εφικτή η τήρηση των προϋποθέσεων του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή πρέπει να υποβληθεί μελέτη από μηχανικό που τεκμηριώνει ότι η διαφοροποίηση στην κατασκευή της κυκλοφοριακής σύνδεσης εξασφαλίζει την οδική ασφάλεια, προκειμένου να εγκριθεί από την αρμόδια για τη συντήρηση της οδού υπηρεσία.»

Άρθρο 160

Μετά το άρθρο 48Ε του ν. 4442/2016 προστίθεται Κεφάλαιο Ι΄ ως εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄ ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΣΗ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΕΝΤΟΣ ΚΕΝΤΡΩΝ ΑΠΟΘΗΚΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗΣ Άρθρο 48ΣΤ Πεδίο εφαρμογής Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν:

  • α) Δραστηριότητες χονδρικού εμπορίου με Κωδικούς

Αριθμούς Δραστηριότητας (ΚΑΔ) 45 και 46 (6η ομάδα του Παραρτήματος) και δραστηριότητες αποθήκευσης με ΚΑΔ 52.10 (7η ομάδα του Παραρτήματος), που ασκούνται εντός Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής του ν. 4302/2014 (Α΄ 225). Εξαιρούνται δραστηριότητες με ΚΑΔ 46.71 και 46.77 (της 6ης ομάδας του Παραρτήματος).

  • β) Δραστηριότητες πλυντηρίων-λιπαντηρίων και

συνεργείων οχημάτων με ΚΑΔ 45.20, εφόσον αυτές ασκούνται προς εξυπηρέτηση των οχημάτων εντός των Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής του ν. 4302/2014.

  • γ) Κέντρα Διανομής Τσιμέντου του άρθρου 1, υποπαράγραφος ΣΤ.10 του ν. 4254/2014 (Α΄ 85).
  • δ) Αστικά Κέντρα Ενοποίησης Εμπορευμάτων του άρθρου 4 του ν. 4302/2014.
Άρθρο 48Ζ

Εγκατάσταση και λειτουργία Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής

1.

Για την εγκατάσταση Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής, που, ανεξάρτητα από την ύπαρξη μηχανολογικού εξοπλισμού, κατατάσσονται στις υποκατηγορίες Α1 και Α2 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 (Α΄ 209) και των κατ` εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων, απαιτείται έγκριση εγκατάστασης κατά τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Θ΄ του παρόντος. Για τη λειτουργία των Κέντρων αυτών, απαιτείται γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 6.

2.

Τα Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής που, ανεξάρτητα από την ύπαρξη μηχανολογικού εξοπλισμού, δεν κατατάσσονται στις κατηγορίες Α1 και Α2 του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 και των κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων, απαλλάσσονται από την υποχρέωση άδειας ή έγκρισης, εφόσον η εγκατάσταση βρίσκεται εντός περιοχών που καθορίζονται από εγκεκριμένα χωρικά σχέδια (ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΤΧΣ, ΖΟΕ) με τη γενική κατηγορία χρήσης των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 23.2/6.3.1987 (Δ΄ 166). Για τη λειτουργία των Κέντρων αυτών απαιτείται γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 6.

3.

Τα Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής που, ανεξάρτητα από την ύπαρξη μηχανολογικού εξοπλισμού, δεν κατατάσσονται στις κατηγορίες Α και Β του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 και των κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων, απαλλάσσονται από την υποχρέωση άδειας ή έγκρισης εγκατάστασης. Για τη λειτουργία των Κέντρων αυτών απαιτείται γνωστοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 6.

4.

Για την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής που δεν κατατάσσεται στην κατηγορία Α του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 και των κατ` εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων, απαιτείται έγκριση εγκατάστασης, εφόσον η επικείμενη επέκταση ή ο εκσυγχρονισμός επιφέρει κατάταξη του Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής στην κατηγορία Α.

5.

Αν, εκτός της κύριας δραστηριότητας, στο Κέντρο Αποθήκευσης και Διανομής ασκείται και δευτερεύουσα συμπληρωματική δραστηριότητα κατά την έννοια των διατάξεων της περίπτωσης β΄ του άρθρου 1 του ν. 4302/2014 (Α΄ 225), η οποία δεν κατατάσσεται στην κατηγορία Α του άρθρου 1 του ν. 4014/2011 και των κατ`

6.

Απαλλάσσονται από την υποχρέωση άδειας ή έγκρισης εγκατάστασης τα Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής που εγκαθίστανται σε ΒΙ.ΠΕ., οι όποιες έχουν οργανωθεί σύμφωνα με το ν. 4458/1965 (Α΄ 33), σε Βιομηχανικές και Επιχειρηματικές Περιοχές που έχουν οργανωθεί σύμφωνα με το ν. 2545/1997 (Α΄ 254) και σε Επιχειρηματικά Πάρκα που οργανώνονται σύμφωνα με το ν. 3982/2011 (Α΄ 143).

7.

Η γνωστοποίηση υποβάλλεται ηλεκτρονικά και αποτελεί προϋπόθεση για τη νόμιμη άσκηση της δραστηριότητας. Μετά τη γνωστοποίηση ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ξεκινήσει τη λειτουργία της δραστηριότητας. Τα απαιτούμενα από την κείμενη νομοθεσία δικαιολογητικά τηρούνται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης. Οι έλεγχοι από τις αρμόδιες αρχές διενεργούνται μετά τη γνωστοποίηση ή από το χρόνο που υπήρχε υποχρέωση για την υποβολή της.

8.

Η αλλαγή του φορέα Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής πραγματοποιείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9.

9.

Για την έγκριση εγκατάστασης απαιτείται η καταβολή παραβόλου της περίπτωης Α΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 της οικ. 14684/914/Φ15/2012 κ.υ.α. (Β΄ 3533). Για τη γνωστοποίηση απαιτείται η καταβολή παραβόλου, σύμφωνα με την την υποπερ. i της περ. Β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1 της κοινής υπουργικής απόφασης του προηγούμενου εδαφίου.

Άρθρο 48Η

Εγκαταστάσεις πλυντηρίων, λιπαντηρίων και συνεργείων οχημάτων εντός των Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής

1.

Για τη λειτουργία των εγκαταστάσεων πλυντηρίων, λιπαντηρίων και συνεργείων οχημάτων εντός των Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής δεν απαιτείται η βεβαίωση νόμιμης λειτουργίας που προβλέπεται στην οικ. 81590/1446/Φ/42/2015 (Β΄ 3002) κ.υ.α.

2.

Οι εγκαταστάσεις πλυντηρίων, λιπαντηρίων και συνεργείων επισκευής οχημάτων εντός των Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής λειτουργούν νόμιμα μετά τη γνωστοποίηση του άρθρου 6 για τα Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής.

Άρθρο 48Θ

Πιστοποιητικό ενεργητικής πυροπροστασίας Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής

1.

Εφόσον για τις επιμέρους δραστηριότητες από τις κείμενες διατάξεις απαιτείται η σύνταξη μελέτης ενεργητικής πυροπροστασίας, οι φορείς των Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής συντάσσουν ενιαία μελέτη για το σύνολο της εγκατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των κύριων, δευτερευουσών και λοιπών δραστηριοτήτων που ασκούνται στο Κέντρο Αποθήκευσης και Διανομής, πλην των πρατηρίων καυσίμων. Η ενιαία μελέτη αφορά κάθε επιμέρους δραστηριότητα και χρήση, καθώς και τα αντίστοιχα μέτρα και μέσα πυροπροστασίας.

2.

Το πιστοποιητικό ενεργητικής πυροπροστασίας εκδίδεται για το σύνολο της εγκατάστασης, πλην των πρατηρίων καυσίμων, και ισχύει για πέντε (5) έτη.

Άρθρο 48Ι

Αναλογική εφαρμογή του ν. 3982/2011 (Α΄ 143)

1.

Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για τη χορήγηση έγκρισης εγκατάστασης Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής, καθώς και η διενέργεια ελέγχων και επιθεωρήσεων διέπεται από τα άρθρα 19, 20, 22 και 24 έως 28 του ν. 3982/2011, που εφαρμόζονται αναλόγως.

2.

Αν το Κέντρο Αποθήκευσης και Διανομής λειτουργεί κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, επιβάλλονται οι κυρώσεις του άρθρου 29 του ν. 3982/2011, που εφαρμόζεται αναλόγως. Άρθρο 48ΙΑ Εξουσιοδότηση Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο της έγκρισης εγκατάστασης Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής, ο τύπος και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων και ανανεώσεών της και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση για τη χορήγησή της. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το περιεχόμενο και η διαδικασία της γνωστοποίησης για τα Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής και τις λοιπές εγκαταστάσεις που πρόκειται να λειτουργήσουν εντός αυτών, τα έγγραφα που τηρούνται στην έδρα της δραστηριότητας, η διαδικασία και τα δικαιολογητικά για την έγκριση της μελέτης και τη χορήγηση πιστοποιητικού ενεργητικής πυροπροστασίας και ο τρόπος γνωστοποίησης των στοιχείων σε περίπτωση μεταβολής τους, οι αρχές στις οποίες κοινοποιείται η γνωστοποίηση, η διαδικασία επιβολής των κυρώσεων εντός των ορίων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και κάθε άλλο σχετικό με τη γνωστοποίηση θέμα, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6. Άρθρο 48ΙΒ Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4302/2014 (Α΄ 225)

1.

Η περ. ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 2 του ν. 4302/2014 καταργείται.

2.

Ο τίτλος του άρθρου 4 του ν. 4302/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «Αστικά Κέντρα Ενοποίησης Εμπορευμάτων».

3.

Το άρθρο 5 του ν. 4302/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 5 Πράσινη Εφοδιαστική

1.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Υποδομών και Μεταφορών καθορίζονται οι όροι λειτουργίας του συστήματος καταγραφής των περιβαλλοντικών επιδόσεων των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Εφοδιαστική, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται το αποτύπωμα άνθρακα και οι τρόποι γνωστοποίησης στην αγορά και στο ευρύ κοινό των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Εφοδιαστική, οι οποίες διατηρούν ή επαυξάνουν τις περιβαλλοντικές τους επιδόσεις ή εφαρμόζουν σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης πιστοποιημένο από αρμόδιο φορέα.

2.

Στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών δημιουργείται κεντρική βάση δεδομένων όπου καταγράφονται οι διαδικασία δημιουργίας και τήρησης της βάσης, οι όροι επεξεργασίας και δημοσιότητας των δεδομένων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.».

3.

Το άρθρο 8 του ν. 4302/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 8 Εγκατάσταση και Λειτουργία Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής Η εγκατάσταση και λειτουργία Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής πραγματοποιείται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Θ΄ του ν. 4442/2016 (Α΄ 230).».

4.

Στο άρθρο 9 του ν. 4302/2014 προστίθεται παράγραφος 5 ως εξής: «5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Υποδομών και Μεταφορών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, οι δραστηριότητες που ασκούνται στα Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής κατατάσσονται σε κατηγορίες ανάλογα με το βαθμό όχλησης, με βάση τα κριτήρια και τις κατευθύνσεις της απόφασης 11508/2009 (ΑΑΠ 151) του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων.».

5.

Το άρθρο 11 του ν. 4302/2014 αντικαθίσταται ως Λοιπές εγκαταστάσεις Κέντρου Αποθήκευσης και Διανομής Σε κάθε Κέντρο Αποθήκευσης και Διανομής μπορεί να λειτουργούν και εγκαταστάσεις αμιγών ή μικτών πρατηρίων πεπιεσμένου ή υγροποιημένου φυσικού αερίου (CNG ή LNG), υγρών καυσίμων και υγραερίου (LPG) υπό οποιονδήποτε συνδυασμό αυτών, πλυντηρίων, λιπαντηρί ων και κεκλιμένων επίπεδων επιθεώρησης, συνεργείων επισκευής οχημάτων, καθώς και μικρής κλίμακας κτιριακές εγκαταστάσεις διανυκτέρευσης οδηγών φορτηγών αυτοκινήτων, εφόσον εξασφαλίζεται για καθεμία από αυτές τις εγκαταστάσεις ο σχετικός χώρος, πέραν της οριζόμενης ελάχιστης συνολικής ωφέλιμης επιφάνειας των κτιριακών εγκαταστάσεων και των χώρων στάθμευσης και ελιγμών, και εφόσον τηρούνται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας για την εγκατάσταση και λειτουργία των λοιπών αυτών εγκαταστάσεων.».

6.

Τα άρθρα 12 και 13 του ν. 4302/2014 και οι παράγραφοι 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 του άρθρου 50 του ν. 4442/2016 καταργούνται.».

Άρθρο 161

Τροποποίηση διατάξεων του ν.δ. 3077/1954 (Α΄ 243)

1.

Το άρθρο 3 του ν.δ. 3077/1954 αντικαθίσταται ως «Άρθρο 3

1.

Η άδεια ίδρυσης γενικής αποθήκης χορηγείται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η υπό ίδρυση αποθήκη.

2.

Με την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου ορίζονται:

  • α) το ακριβές σημείο στο οποία ιδρύεται η γενική αποθήκη,
  • β) η χρονική διάρκεια της άδειας,
  • γ) οι κατηγορίες εμπορευμάτων που θα αποθηκεύονται στην γενική αποθήκη,
  • δ) το ποσό και το είδος της εγγύησης, καθώς και ο

τρόπος καταβολής της μετά από γνώμη της Τράπεζας της Ελλάδος,

  • ε) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.».
2.

Το άρθρο 4 του ν.δ. 3077/1954 αντικαθίσταται ως «Άρθρο 4 Για την ίδρυση και λειτουργία γενικής αποθήκης υποβάλλεται αίτηση στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, στην οποία αναφέρονται οι κατηγορίες εμπορευμάτων που μπορούν να εναποτίθενται στη γενική αποθήκη, η ημερομηνία για την οποία ζητείται η έναρξη λειτουργίας και η χρονική διάρκεια λειτουργίας της γενικής αποθήκης, καθώς και οι εγγυήσεις που θα δοθούν στο Δημόσιο, τους αποθέτες και σε όσους έλκουν δικαιώματα από αυτούς και το είδος αυτών. Η αίτηση συνοδεύεται από τα εξής:

  • α) Αρχιτεκτονικά σχεδιαγράμματα των κτιρίων με περιγραφή των αποθηκευτικών χώρων, τις στεγασμένες και

μη στεγασμένες επιφάνειες και των δικαιωμάτων επί των κτιρίων αυτών. Εάν ο αιτών είναι μισθωτής των κτιρίων συνυποβάλλει αντίγραφο του συμφωνητικού μίσθωσης.

  • β) Υπόμνημα που αναφέρει τον τόπο, τον εξοπλισμό

και τα μέσα πρόσβασης στις εγκαταστάσεις της γενικής αποθήκης.

  • γ) Κανονισμό που καθορίζει τις σχέσεις μεταξύ της

γενικής αποθήκης και των πελατών της.

  • δ) Προκειμένου περί νομικού προσώπου, αντίγραφο

του καταστατικού και πίνακα των μετόχων ή των εταίρων που κατέχουν άνω του 10% του εταιρικού κεφαλαίου.

  • ε) Αιτιολογημένη έκθεση επιτροπής που απαρτίζεται

από τρεις (3) μηχανικούς, η οποία εξετάζει με δαπάνη του αιτούντος τα κτίρια και αποφαίνεται περί της στατικής επάρκειας και της ανέγερσης των κτιρίων σύμφωνα με τα υποβληθέντα σχεδιαγράμματα. Η επιτροπή συστήνεται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών. Ένα από τα μέλη της επιτροπής μπορεί να υποδεικνύεται από τον αιτούντα στην αίτησή του.

  • στ) Αντίγραφο δελτίου αστυνομικής ταυτότητας ή διαβατηρίου του αιτούντος φυσικού προσώπου.».
3.

Τα άρθρα 6, 8 και το πρώτο και δεύτερο εδάφιο του άρθρου 12 του ν.δ. 3077/1954 καταργούνται.

4.

Το άρθρο 14 του ν.δ. 3077/1954 αντικαθίσταται ως «Άρθρο 14 Για την επέκταση των εγκαταστάσεων υφιστάμενης Γενικής Αποθήκης ή για την επέκταση της άδειας και σε άλλα εμπορεύματα απαιτείται απόφαση του Υπουργού οποίους θα επεκταθεί η εγκατάσταση.»

5.

Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 18 του ν.δ. 3077/ 1954 αντικαθίστανται ως εξής: «2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης, κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου μπορεί να παρατείνεται η διάρκεια λειτουργίας της γενικής αποθήκης και να καθορίζεται διαφορετικό ποσό εγγύησης από το αρχικώς ορισθέν.».

Άρθρο 162

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) - Κέντρα Διανομής Τσιμέντου

1.

Η υποπερ. γ΄ της περ. 2 της υποπαραγράφου ΣΤ. 10 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/ 2014 (Α΄ 85) αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Η συμμόρφωση των Κέντρων Διανομής Τσιμέντων με τις απαιτήσεις της παρ. 9 του προτύπου ΕΛΟΤ ΕΝ 197-2 και τις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου βεβαιώνεται με τη χορήγηση πιστοποιητικού από Φορέα Πιστοποίησης, ο οποίος έχει εγκριθεί για το πεδίο δραστηριότητας του Κανονισμού 305/2011 και του π.δ 334/1994 και για το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 1971, σύμφωνα με τη διαδικασία της υπουργικής απόφασης οικ. 3354/91/8.2.2001 (Β΄ 149). Ο παραπάνω Φορέας Πιστοποίησης διενεργεί τους απαιτούμενους ελέγχους και δοκιμές σύμφωνα με το σύστημα αξιολόγησης της συμμόρφωσης των τσιμέντων με το πρότυπο ΕΛΟΤ ΕΝ 1972, όπως εκάστοτε ισχύει.».

2.

Η υποπερίπτωση δ΄ της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου ΣΤ. 10 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 αντικαθίσταται ως εξής: «δ. Το Πιστοποιητικό της παραπάνω υποπερίπτωσης γ΄ μπορεί να ανακληθεί εφόσον διαπιστωθεί από το Φορέα Πιστοποίησης ότι δεν εφαρμόζονται από το ελεγχόμενο Κέντρο Διανομής Τσιμέντων τα απαιτούμενα μέτρα, οι σχετικές διαδικασίες ελέγχου και γενικότερα δεν τηρούνται οι απαιτήσεις της σχετικής νομοθεσίας. Ο Φορέας Πιστοποίησης κοινοποιεί την απόφαση ανάκλησης στη Γενική Γραμματεία Βιομηχανίας του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών από την έκδοσή της.».

3.

Η υποπερίπτωση γ΄ της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΣΤ. 10 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 καταργείται και οι υποπεριπτώσεις δ΄ και ε΄ αναριθμούνται σε γ΄ και δ΄ αντίστοιχα.

4.

Η υποπερίπτωση δ΄ της περίπτωσης 3 της υποπαραγράφου ΣΤ. 10 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, που μετά την αναρίθμηση της προηγούμενης παραγράφου έγινε υποπερίπτωση γ΄, αντικαθίσταται ως εξής: «γ. Το Πιστοποιητικό της υποπερίπτωσης γ΄ της περίπτωσης 2 της παρούσας υποπαραγράφου ΣΤ.10 αποτελεί δικαιολογητικό για τη λειτουργία, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, Κέντρου Διανομής Τσιμέντων.».

5.

Το τρίτο εδάφιο της υποπερίπτωσης β΄ και η υποπερίπτωση γ΄ της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου ΣΤ. 10 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 καταργούνται.

6.

Η περίπτωση 6 της υποπαραγράφου ΣΤ.10 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 «6. Υφιστάμενα Κέντρα Διανομής Τσιμέντων που κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου λειτουργούν νόμιμα οφείλουν, έως την 31η Ιανουαρίου 2019, να προσαρμόσουν τη λειτουργία τους σύμφωνα με τις απαιτήσεις των διατάξεων του παρόντος και να εφοδιαστούν με το Πιστοποιητικό Κέντρου Διανομής Τσιμέντων της παρούσας υποπαραγράφου.».

Άρθρο 163

Ρυθμίσεις για υφιστάμενα Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής

1.

Οι υφισταμένες εγκαταστάσεις που αποτελούν Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής κατά την έννοια του παρόντος Κεφαλαίου και έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 επ. του π.δ. 79/2004 (Α΄ 62) ή τις διατάξεις του ν. 3982/2011 (Α΄ 143) θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τον παρόντα νόμο. Για την επέκταση ή τον εκσυγχρονισμό τους εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος νόμου.

2.

Σε υφισταμένες εγκαταστάσεις που αποτελούν Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής κατά την έννοια του παρόντος Κεφαλαίου και δεν είναι εφοδιασμένες με άδεια εγκατάστασης ή λειτουργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 9 επ. του π.δ. 79/2004 (Α’ 62) ή τις διατάξεις του ν. 3982/2011, χορηγείται έγκριση εγκατάστασης, όπου απαιτείται. Εφόσον ο φορέας της εγκατάστασης υποβάλει στην αδειοδοτούσα αρχή όλα τα νόμιμα δικαιολογητικά σε προθεσμία δύο (2) ετών από την έναρξη ισχύος της απόφασης του άρθρου 48ΙΑ, η έγκριση εγκατάστασης χορηγείται χωρίς την επιβολή προστίμου. Μετά την έγκριση εγκατάστασης, ο φορέας υποχρεούται στην υποβολή της γνωστοποίησης.

3.

Η παρ. 1 του άρθρου 75 του ν. 3982/2011 εφαρμόζεται και για τις δραστηριότητες που αποτελούν Κέντρα Αποθήκευσης και Διανομής κατά την έννοια του παρόντος νόμου.

Άρθρο 164
1.

Αιτήσεις για τη χορήγηση άδειας εγκατάστασης Κέντρων Αποθήκευσης και Διανομής κατά τις διατάξεις του ν. 4302/2014, άδειας εγκατάστασης ή λειτουργίας κατά τις διατάξεις του ν. 3982/2011 ή τις διατάξεις του π.δ. 79/2004 που αφορούν τους Σταθμούς Φορτηγών Αυτοκινήτων ή Εμπορευματικούς Σταθμούς Τύπου Β, οι οποίες είναι εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος, εξετάζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 48Ε του ν. 4442/2016.

2.

Μέχρι την έκδοση της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 48ΙΑ του ν. 4442/2016 εφαρμόζεται η οικ. 53346/645/Φ.61/2017 ΚΥΑ (Β΄ 1668). ΠΥΡΑΣΦΑΛΕΙΑΣ

Άρθρο 165

Ρυθμίσεις πυροπροστασίας και πυρασφάλειας

1.

Η κοινή υπουργική απόφαση της παραγράφου 3 του άρθρου 24 του ν. 4442/2016 εκδίδεται μέσα σε δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

2.

Στο άρθρο 49 του ν. 4442/2016 προστίθενται παράγραφοι 5, 6 και 7 ως εξής: «5. Απαλλάσσονται από την υποχρέωση εφοδιασμού με μελέτη ενεργητικής πυροπροστασίας και πιστοποιητικό ενεργητικής πυροπροστασίας οι εγκαταστάσεις συνεργείων οχημάτων με επιφάνεια μικρότερη των 2.500 τ.μ. και οι εγκαταστάσεις πλυντηρίων, λιπαντηρίων οχημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής α) της οικ. 81590/1446/Φ.4.2. (Β΄ 3002) ΚΥΑ και β) της οικ. 16085/Φ.700.1. (Β΄ 770) ΚΥΑ. 6.α. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 14 του β.δ. 465/1970 (Α΄ 150) αντικαθίσταται ως εξής: «Η διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού πυροπροστασίας είναι πέντε (5) χρόνια.» β. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 14 του π.δ. 1224/1981 (Α΄ 303) αντικαθίσταται ως εξής: «Η διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού πυροπροστασίας είναι πέντε (5) χρόνια.». γ. Η περίπτωση 4.5 της παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 2801/2000 (Α΄ 46) αντικαθίσταται ως εξής: «Το πιστοποιητικό πυρασφάλειας για τους σταθμούς και τα πρατήρια ανανεώνεται κάθε πέντε (5) έτη και κατατίθεται στην αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών. Σε περίπτωση μη έγκαιρης προσκόμισης του πιστοποιητικού, η αρμόδια υπηρεσία προχωρεί αυτεπάγγελτα στην προσωρινή ανάκληση της άδειας λειτουργίας της εγκατάστασης. Τα ως άνω μέτρα των περιπτώσεων 4.1 έως και 4.5 οφείλουν να λάβουν και οι σταθμοί αυτοκινήτων με αντλίες καυσίμων, αμιγείς ως προς τη χρήση, δηλαδή σταθμοί που στεγάζονται σε κτίρια των οποίων όλοι οι όροφοι χρησιμοποιούνται είτε ως χώροι στάθμευσης είτε για εξυπηρέτηση του σταθμού (π.χ. αποθήκες, πλυντήρια, λιπαντήρια).» δ. Το έκτο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 4 του ν. 2801/2000 αντικαθίσταται ως εξής: «Η διάρκεια ισχύος του Πιστοποιητικού Πυροπροστασίας είναι πενταετής.» ε. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 9 της οικ. 13935/930/2014 (Β΄ 674) απόφασης του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων αντικαθίσταται ως εξής: «Η διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού πυροπροστασίας είναι πέντε (5) χρόνια.»

7.

Το πιστοποιητικό ενεργητικής πυροπροστασίας που χορηγείται σε πρατήρια καυσίμων ανεξαρτήτως του είδους ή του τύπου του πρατηρίου, έχει διάρκεια ισχύος πέντε (5) ετών.» ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΠΑΡΚΑ

Άρθρο 166

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3982/2011 (Α΄143)

1.

Στην παρ. 1 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 προστίθεται περίπτωση ζ΄ ως εξής: «ζ. Επιχειρηματικό Πάρκο Μεμονωμένης Μεγάλης Μονάδας (ΕΠΜΜΜ): ως Επιχειρηματικό Πάρκο Μεμονωμένης Μεγάλης Μονάδας νοείται το Επιχειρηματικό Πάρκο που καθορίζεται, οριοθετείται και οργανώνεται σε περιοχή όπου υπάρχει ή πρόκειται να ιδρυθεί μεμονωμένη μεγάλη μονάδα, για την οποία δεν απαιτείται πολεοδόμηση. Για τη δημιουργία του προβλέπονται ειδικοί όροι προσαρμοσμένοι στα χαρακτηριστικά του, οι οποίοι στοχεύουν κυρίως στη βελτιστοποίηση της σχέσης του με τον περιβάλλοντα ευρύτερο χώρο, ήτοι τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεων, περιβαλλοντικού ή άλλου χαρακτήρα όχλησης από τη λειτουργία της μονάδας.»

2.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 44 του ν. 3982/2011 «1. Τα Επιχειρηματικά Πάρκα των περιπτώσεων α΄ έως δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 41 αναπτύσσονται σε χώρους υποδοχής επιχειρήσεων, όπως ορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 41. Κατά τη διαδικασία εκπόνησης, τροποποίησης και αναθεώρησης των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΓΠΣ) και Σχεδίων Οικιστικής Οργάνωσης Ανοιχτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) δεν μπορούν να τροποποιηθούν τα όρια, οι χρήσεις γης και οι όροι δόμησης των εγκεκριμένων Οργανωμένων Υποδοχείων Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων (ΟΥΜΕΔ), χωρίς την σύμφωνη γνώμη του φορέα ανάπτυξης ή διαχείρισης του ΟΥΜΕΔ και των αρμόδιων υπηρεσιών που ενέκριναν την ανάπτυξη του ΟΥΜΕΔ.»

3.

Η παρ. 3 του άρθρου 47 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Σε κάθε περίπτωση η κοινή υπουργική απόφαση της παρ. 1 εκδίδεται, ύστερα από κοινή σύσκεψη των αρμόδιων υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και σύνταξη σχετικού πρακτικού μέσα σε προθεσμία εβδομήντα πέντε (75) ημερών από την υποβολή της αίτησης στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης, αν ο φάκελος είναι πλήρης, άλλως από την ημέρα που θα καταστεί ο φάκελος πλήρης με την προσκόμιση των ελλειπόντων δικαιολογητικών. Αν η θέση ανάπτυξης του Επιχειρηματικού Πάρκου προβλέπεται ρητά σε ΓΠΣ, ΣΧΟΟΑΠ, ΖΟΕ, ΤΧΣ, ΕΧΣ ως χώρος υποδοχής των σχετικών δραστηριοτήτων, η αρμόδια Διεύθυνση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας συμμετέχει στην κοινή σύσκεψη χωρίς να απαιτείται η έκδοση γνωμοδότησης. 4.α. Στην παρ. 2 του άρθρου 52 του ν. 3982/2011 προστίθενται περιπτώσεις δ΄ και ε΄ ως εξής: «δ. Σε περίπτωση αδυναμίας υλοποίησης όλων των απαιτούμενων θέσεων στάθμευσης, είναι δυνατή η μείωση αυτών έως και 50%, μετά από σύμφωνη γνώμη του φορέα διαχείρισης του επιχειρηματικού πάρκου, ο οποίος γνωμοδοτεί λαμβάνοντας υπόψη τη δραστηριότητα που πρόκειται να εγκατασταθεί, τον αριθμό των εργαζομένων καθώς και την πιθανή προσέλευση πρό Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της σύμφωνης γνώμης του φορέα διαχείρισης του πάρκου. ε. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η καθ’ ύψος υπέρβαση για την ανέγερση αποθηκών κατακόρυφου τύπου (SILOS) συναρμολογούμενων (βιδωτών), δεξαμενών υγρών καυσίμων, καθώς και καμινάδων βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Το ύψος αυτό δεν δύναται να υπερβαίνει τα τριάντα δύο (32) μέτρα.» β. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 3 του άρθρου 52 του ν. 3982/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «γ) Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9, η εγκεκριμένη πράξη εφαρμογής κοινοποιείται από την ΕΑΝΕΠ στην αρμόδια Διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Βιομηχανίας μέσα σε δύο (2) έτη από τη δημοσίευση της απόφασης της παραγράφου 1 του άρθρου 47. Παράταση της προθεσμίας αυτής χορηγείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας και για χρονικό διάστημα που δεν ξεπερνά τα δύο (2) έτη. Με όμοια απόφαση χορηγείται παράταση για χρονικό διάστημα που δεν ξεπερνά τα δύο (2) έτη και στις περιπτώσεις που δεν έχει εκδοθεί η διαπιστωτική πράξη της παραγράφου 1 του άρθρου 61.»

5.

Η παρ. 3 του άρθρου 53 του ν. 3892/2011 αντικαθίσταται ως εξής: «3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Ανάπτυξης ύστερα από επιτόπιο έλεγχο οργάνου και σύνταξη της έκθεσης ελέγχου της προηγούμενης παραγράφου, διαπιστώνεται η ολοκλήρωση των έργων υποδομής. Η απόφαση αυτή αποτελεί την άδεια λειτουργίας του Επιχειρηματικού Πάρκου. Επιτρέπεται η τμηματική διαπίστωση ολοκλήρωσης των έργων υποδομής, εφόσον αυτό είναι δυνατό από τεχνική άποψη. Αν η συνολική έκταση του Επιχειρηματικού Πάρκου υπερβαίνει τα χίλια (1.000) στρέμματα, η υλοποίηση της ανάπτυξης και λειτουργίας αυτού μπορεί να γίνεται σε δύο φάσεις, σε δύο διακριτά τμήματα αυτού, σύμφωνα με το Επιχειρηματικό Σχέδιο, η υλοποίηση όμως της πρώτης φάσης του Επιχειρηματικού Σχεδίου λαμβάνει χώρα στις προθεσμίες της παραγράφου 4. Η τμηματική διαπίστωση ολοκλήρωσης των έργων υποδομής, εφόσον αυτό είναι δυνατό από τεχνική άποψη, εφαρμόζεται και στους Οργανωμένους Υποδοχείς Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων, των οποίων οι κοινές υπουργικές αποφάσεις έχουν εκδοθεί κατ΄ εξουσιοδότηση των διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν.2545/1997 (Α΄ 254) και για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί διαπιστωτική απόφαση ανάκλησης της παρ. 4 του άρθρου 5 του ίδιου νόμου.»

6.

Στο άρθρο 56 του ν. 3982/2011 προστίθεται παρ. 13 ως εξής: «13. Στις περιοχές όπου υπάρχουν ή πρόκειται να ιδρυθούν μεμονωμένες μεγάλες μονάδες, μπορεί να ιδρυθεί Επιχειρηματικό Πάρκο Μεμονωμένης Μεγάλης Μονάδας (ΕΠΜΜΜ). Ως μεμονωμένες μεγάλες μονάδες που υπάγονται στην παρούσα περίπτωση θεωρούνται αυτές που ασκούν δραστηριότητες υπαγόμενες στο Δεύτερο Μέρος του παρόντος νόμου και έχουν έκταση τουλάχιστον εκατόν πενήντα (150) στρέμματα για δραστηριότητες υψηλής όχλησης και εκατό (100) στρέμματα για δραστηριότητες μέσης όχλησης. Η διαδικασία καθορισμού, οριοθέτησης και οργάνωσης, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, ο τρόπος λειτουργίας και διαχείρισης αυτής της κατηγορίας των Επιχειρηματικών Πάρκων, καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας.»

7.

Η απόφαση της παραγράφου 13 του άρθρου 56 του ν. 3982/2011, όπως η παρ. αυτή προστίθεται με την παρ. 6 του παρόντος άρθρου, εκδίδεται εντός έξι (6) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΡΤΟΠΟΙΕΙΑ

Άρθρο 167

Τροποποίηση διατάξεων του ν. 3526/2007 (Α΄ 24)

1.

Η παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 3526/2007 (Α΄ 24) αντικαθίσταται ως εξής: «5. α) Το κτίριο ή το τμήμα αυτού στα οποία εγκαθίστανται και λειτουργούν δραστηριότητες των περιπτώσεων β΄, στ΄, ι΄ και ια΄ του άρθρου 1, υπάγονται στην κατηγορία «Βιομηχανία - Βιοτεχνία.», σύμφωνα με το άρθρο 3 του Κτιριοδομικού Κανονισμού (ΥΑ 304/1989, Δ΄ 59). Απαγορεύεται η εγκατάσταση των ως άνω δραστηριοτήτων σε χώρους κτιρίων, οι οποίοι χαρακτηρίζονται στην οικοδομική άδεια ως βοηθητικοί ή κοινόχρηστοι.

  • β) Εντός του ενιαίου χώρου του κτιρίου, όπως προσδιορίζεται στις περιπτώσεις β΄ και στ΄ του άρθρου 1,

περιλαμβάνονται τα εξής διαμερίσματα και χώροι: ζυμωτήριο, πρατήριο άρτου ή αποθήκη άρτου, αποθήκη αλεύρων, κλίβανος παραγωγής προϊόντων αρτοποιίας και θερμοθάλαμος με χώρο εκκλιβάνισης, αποθήκη στερεών καυσίμων, όπου απαιτείται, αποδυτήριο, αποχωρητήριο, και λουτρό εργαζομένων. Τα διαμερίσματα και οι χώροι του ζυμωτηρίου, του πρατηρίου άρτου ή της αποθήκης άρτου και του κλιβάνου παραγωγής προϊόντων αρτοποιίας και θερμοθαλάμου με χώρο εκκλιβάνισης, δεν επιτρέπεται να αποτελούν διαμερίσματα ή χώρους υπογείου. Η αποθήκη αλεύρων μπορεί να βρίσκεται και σε υπόγειο χώρο, εφόσον υφίστανται μηχανικά μέσα ανυψώσεως αλεύρων. Αν τα διαμερίσματα του ζυμωτηρίου και της αποθήκης αλεύρων βρίσκονται σε διαφορετικούς ορόφους, απαιτείται η εγκατάσταση αναβατορίου, ανελκυστήρα φορτίων ή άλλων μηχανικών μέσων για τη μεταφορά των αλεύρων. Ο κλίβανος παραγωγής προϊόντων αρτοποιίας - θερμοθάλαμος με το χώρο εκκλιβάνισης μπορεί να αποτελούν συνέχεια του διαμερίσματος του ζυμωτηρίου. Στην περίπτωση αυτή, ο χώρος που καταλαμβάνει ο θερμοθάλαμος αποτελεί χώρο του ζυμωτηρίου.

  • γ) Η ελάχιστη συνολική επιφάνεια των διαμερισμάτων και των χώρων της προηγούμενης περίπτωσης, για

δυναμικότητα κλιβάνου παραγωγής προϊόντων αρτοποιίας μέχρι και τρεις χιλιάδες (3.000) χιλιόγραμμα ανά εικοσιτετράωρο, ορίζεται σε εβδομήντα (70) τετραγωνικά μέτρα. Η ελάχιστη επιφάνεια και οι προδιαγραφές για το αποχωρητήριο, με τον προθάλαμο και το λουτρό ύψος των διαμερισμάτων του ζυμωτηρίου, του πρατηρίου άρτου και του χώρου εκκλιβάνισης ορίζεται σε δύο μέτρα και ογδόντα εκατοστά (2,80). Το ελάχιστο ύψος των λοιπών διαμερισμάτων και χώρων καθορίζεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κτιριοδομικού Κανονισμού και τις υγειονομικές διατάξεις.

  • δ) Για δυναμικότητα κλιβάνου παραγωγής προϊόντων

αρτοποιίας από τρεις χιλιάδες (3.000) μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) χιλιόγραμμα ανά εικοσιτετράωρο, η ελάχιστη επιφάνεια των διαμερισμάτων και χώρων της περίπτωσης γ` αυξάνεται κατά είκοσι επί τοις εκατό (20%) και το ελάχιστο ύψος των διαμερισμάτων και χώρων ορίζεται σε τρία μέτρα (3,00).

  • ε) Για δυναμικότητα κλιβάνου παραγωγής προϊόντων

αρτοποιίας από πέντε χιλιάδες (5.000) μέχρι οκτώ χιλιάδες (8.000) χιλιόγραμμα ανά εικοσιτετράωρο, η ελάχιστη επιφάνεια των διαμερισμάτων και χώρων της περίπτωσης γ` αυξάνεται κατά τριάντα επί τοις εκατό (30%) και το ελάχιστο ύψος των διαμερισμάτων και χώρων του ζυμωτηρίου, του πρατηρίου του άρτου και του χώρου εκκλιβάνισης ορίζεται σε τέσσερα (4) μέτρα. Το ελάχιστο ύψος των λοιπών διαμερισμάτων και χώρων ορίζεται, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κτιριοδομικού Κανονισμού και τις κείμενες υγειονομικές διατάξεις.

  • στ) Για δυναμικότητα κλιβάνου παραγωγής προϊόντων

αρτοποιίας πάνω από οκτώ χιλιάδες (8.000) χιλιόγραμμα ανά εικοσιτετράωρο, οι ελάχιστες επιφάνειες που ορίζονται στην περίπτωση ε΄, αυξάνονται κατά επτά επί τοις εκατό (7%) ανά χίλια χιλιόγραμμα πρόσθετης δυναμικότητας παραγωγής προϊόντων αρτοποιίας. Σε περίπτωση επέκτασης και εκσυγχρονισμού των αρτοποιείων και των βιομηχανικών - βιοτεχνικών εγκαταστάσεων παραγωγής προϊόντων αρτοποιίας που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄, που συνεπάγονται αύξηση της δυναμικότητας του κλιβάνου παραγωγής προϊόντων αρτοποιίας, ισχύουν για την περίπτωση γ΄ τα ελάχιστα όρια επιφάνειας που ορίζονται για την περίπτωση δ΄ και για την περίπτωση δ΄ τα ελάχιστα όρια επιφάνειας που ορίζονται για την περίπτωση ε΄.

  • ζ) Σε περίπτωση που τα αρτοποιεία χρησιμοποιούν

υγρά καύσιμα ή υγραέριο ή φυσικό αέριο, εφαρμόζονται ο Κτιριοδομικός Κανονισμός, καθώς και οι διατάξεις των κοινών υπουργικών αποφάσεων με αριθμούς: α) Φ15/ οίκ. 1589/104/2006 (Β΄90) και η από 29.7.1991 (Β΄578),

  • β) Δ3/14858/1993 (Β΄477) και γ) Δ3/Α/11346/2003 (Β΄ 963)

ή Δ3/5286/1997 (Β΄ 236).

  • η) Κατά τους υπολογισμούς των ανωτέρω διαστάσεων

(επιφανειών και ύψους) για καθεμία από τις ως άνω κατηγορίες αρτοποιείου, εφόσον προκύπτει απόκλιση, γίνεται αποδεκτή, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ξεπερνά το 10% της απαιτούμενης διάστασης και σε κάθε περίπτωση δεν είναι μικρότερο του κατώτερου ύψους που προβλέπεται στον Κτιριοδομικό Κανονισμό.

  • θ) Η δυναμικότητα όλων των κλιβάνων υπολογίζεται

σύμφωνα με την υ.α. 4730/209/Φ17.1.2008 (Β΄ 1519).

  • ι) Τα πρατήρια άρτου, οι βιομηχανικές-βιοτεχνικές

εγκαταστάσεις αρτοποιίας, τα επαγγελματικά εργαστήρια παραγωγής ζύμης, καθώς και τα αρτοποιεία που λειτουργούν νόμιμα κατά τη δημοσίευση του παρόντος, οφείλουν να συμμορφωθούν με τις διατάξεις του παρόντος νόμου εντός ενός (1) έτους από τη δημοσίευσή του. Μέχρι την πάροδο τού διαστήματος αυτού εξακολουθούν να λειτουργούν νόμιμα και διέπονται από τους όρους της άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας τους κατά περίπτωση.»

2.

Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 18 του ν. 3526/2007 προστίθεται τέταρτο εδάφιο ως εξής: «Ειδικά για την περίπτωση πώλησης διατηρημένων προϊόντων αρτοποιίας και άρτου από ενδιάμεσα προϊόντα αρτοποιίας κατά παράβαση των διατάξεων περί της διάθεσής τους, επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο 5.000 ευρώ.» ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΕΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ

Άρθρο 168

Το άρθρο 1 του ν. 2882/2001 (Α΄17) αντικαθίσταται Τρόπος κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης

1.

Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου, καθώς και η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε βάρος αυτού για δημόσια ωφέλεια, εφόσον επιτρέπεται από το νόμο, κηρύσσεται : α. Με απόφαση του αρμοδίου Υπουργού, ανάλογα με το σκοπό της απαλλοτρίωσης, β. με απόφαση του Περιφερειακού Συμβουλίου για έργα αρμοδιότητας της οικείας Περιφέρειας, πλην της περίπτωσης κατά την οποία η απαλλοτριούμενη έκταση βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως και είναι μικρότερη των 15.000 τετραγωνικών μέτρων για το σύνολο των απαιτήσεων του έργου σε χώρο, οπότε κηρύσσεται με απόφαση του Περιφερειάρχη, γ. με κοινή απόφαση του εποπτεύοντα Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, όταν κηρύσσεται υπέρ νομικού προσωπικού είτε του Δημοσίου είτε ιδιωτικού ή η δαπάνη της απαλλοτρίωσης βαρύνει τις πιστώσεις του Τακτικού Προϋπολογισμού.

2.

Τα παραπάνω όργανα, μπορούν, λόγω ιδιαιτεροτήτων του έργου, να εισηγούνται αιτιολογημένα τη συναρμοδιότητα του Υπουργού Οικονομικών εφόσον η απαλλοτρίωση αφορά σε έργα της Κεντρικής Διοίκησης ή του Υπουργού Εσωτερικών και του Υπουργού Οικονομικών εφόσον αφορά έργα της Περιφέρειας.

3.

Τα κατά περίπτωση αρμόδια, για τη κήρυξη της απαλλοτρίωσης, όργανα της παραγράφου 1 αποστέλλουν στο Υπουργείο Οικονομικών, εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση της απόφασης κήρυξης, δύο (2) αντίτυπα του οικείου κτηματολογικού πίνακα και του διαγράμματος σε αναλογική μορφή και ένα (1) σε ηλεκτρονική μορφή. Επίσης, από ένα (1) αντίτυπο αναλογικού και ηλεκτρονικού αρχείου των κτηματολογικών στοιχείων, αποστέλλεται εντός της ίδιας προθεσμίας από το αρμόδιο όργανο της παραγράφου 1 στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών προς γνώση 1473/1984 (Α΄ 127) και στην οικεία Δασική Υπηρεσία για σύνταξη έκθεσης εάν υπάρχουν δικαιώματα του Δημοσίου επί ακινήτων που φέρονται ως ιδιωτικά ή διεκδικούνται από ιδιώτες, ενώ εμπίπτουν στο καθεστώς προστασίας του ν. 3208/2003 (Α΄303), με βάση τα στοιχεία που τηρεί. Αμφότερες οι υπηρεσίες του προηγούμενου εδαφίου διαβιβάζουν τις εκθέσεις τους στην Αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και στον βαρυνόμενο με τη δαπάνη αυτής, εντός τριμήνου από την υποβολή του σχετικού αιτήματος. Οι εκθέσεις αυτές δύναται να συντάσσονται και πριν τη κήρυξη της απαλλοτρίωσης ύστερα από την υποβολή σχετικού αιτήματος του αρμόδιου για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης οργάνου της παραγράφου 1 κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα και διαγράμματος, εφόσον έχει οριστικοποιηθεί το εύρος της απαλλοτριούμενης ζώνης.

4.

Η απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και θεωρείται ότι κηρύχθηκε από τη δημοσίευσή της.»

Άρθρο 169

Η παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 2882/2001 αντικαθίσταται ως εξής: «1. Για την έκδοση απόφασης κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης απαιτούνται: α) κτηματολογικό διάγραμμα, στο οποίο απεικονίζονται η απαλλοτριούμενη έκταση και οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτήν,

  • β) κτηματολογικός πίνακας ο οποίος να εμφανίζει τους

εικαζόμενους ιδιοκτήτες των απαλλοτριούμενων ακινήτων, το εμβαδόν κάθε ιδιοκτησίας, καθώς και όλα τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία των κατασκευών και λοιπών συστατικών που τυχόν υπάρχουν σε κάθε ιδιοκτησία και γ) τήρηση των διαδικασιών για την περιβαλλοντική αδειοδότηση του έργου ή της δραστηριότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4014/2011 (Α΄209) και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενων κανονιστικών πράξεων, όπως ισχύουν κάθε φορά, εφόσον το έργο για το οποίο θα κηρυχθεί απαλλοτρίωση περιλαμβάνεται μεταξύ των αναφερομένων στις διατάξεις αυτές. Η τήρηση των διαδικασιών αυτών μπορεί να παραλείπεται όταν η συγκεκριμένη θέση του έργου έχει ήδη ειδικά προβλεφθεί σε κείμενο ευρύτερου χωροταξικού ή πολεοδομικού σχεδιασμού. Σε επείγουσες περιπτώσεις, οι οποίες αιτιολογούνται επαρκώς από τον φορέα εκτέλεσης του έργου, η απαλλοτρίωση μπορεί να κηρύσσεται με απλό διάγραμμα οριζοντιογραφίας, κλίμακας ανάλογης προς την πυκνότητα των ακινήτων, επί του οποίου δέον να εμφαίνεται, ευκρινώς και με σχετική ακρίβεια, το όριο της απαλλοτρίωσης και να έχει υπολογισθεί το συνολικό εμβαδό της απαλλοτριούμενης έκτασης. Στην περίπτωση αυτή, το κτηματολογικό διάγραμμα και ο πίνακας ιδιοκτησιών πρέπει να συντάσσονται και εγκρίνονται από την αρμόδια Υπηρεσία που πρότεινε την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, εντός εννέα (9) μηνών από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, άλλως η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδίκαια.».

Άρθρο 170

Στο τέλος του άρθρου 15 του ν. 2882/2001 προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής: «8. Όλα τα εκτιμητικά όργανα του παρόντος, καθώς και εκείνα που προβλέπονται από τις ειδικές διατάξεις του τέταρτου άρθρου του ν. 3555/07 (Α΄81) και του άρθρου 12 του ν. 3894/10 (Α΄ 204) των οποίων οι εκθέσεις αποτελούν στοιχείο προδικασίας, αποφαίνονται επί της μείωσης αξίας των απομενόντων ακινήτων μετά την απαλλοτρίωση, κατ’ άρθρο 13 παράγραφος 4 του παρόντος ή της άρσης της ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών κατ’ άρθρο 33 του ν. 2971/01 (Α΄285), μόνο ύστερα από αίτημα κάθε ενδιαφερόμενου θιγομένου.»

Άρθρο 171

Η παρ. 4 του άρθρου 19 του ν. 2882/2001 αντικαθίσταται ως εξής: «4. Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται κατά τα οριζόμενα στα επόμενα εδάφια της παρούσας. Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου και το γραμματέα του δήμου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, σε τρεις (3) ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία (1) που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής βρίσκεται στα όρια αρμοδιότητας της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Μακεδονίας Θράκης, καθώς και σε μία (1) εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο κατά την παράγραφο 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της ανωτέρω διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής συνίσταται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων.».

Άρθρο 172

Το άρθρο 24 του ν. 2882/01 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 24

1.

Η προσωρινά καθορισμένη αποζημίωση αποδίδεται ελεύθερα σε ποσοστό 70%. Το υπόλοιπο μπορεί να αποδοθεί ύστερα από προσκόμιση ισόποσης εγγυητικής επιστολής πιστωτικού ιδρύματος της ημεδαπής ή της μπορεί να ζητήσει από το δικαστήριο προσωρινού καθορισμού ή αναγνώρισης των δικαιούχων, τη μείωση ή την αντικατάσταση της εγγυητικής επιστολής με άλλο είδος εγγύησης και στην περίπτωση αυτή ορίζεται το μέγεθος και ο τρόπος εγγυοδοσίας. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται αναλογικά και για τις καταβαλλόμενες δικηγορικές αμοιβές των πληρεξούσιων Δικηγόρων.

2.

Κατά το μέρος που επήλθε η περίπτωση για την οποία δόθηκε η εγγύηση, αυτή καταπίπτει υπέρ εκείνου προς χάρη του οποίου δόθηκε, αλλιώς αποδίδεται, μετά τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης σε εκείνον που την έδωσε ή παύει να ισχύει εφεξής. Κάθε διαφορά σχετική με την κατάπτωση ή την απόδοση εγγύησης λύεται οριστικά από το δικαστήριο της παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 2882/2001 κατά τη διαδικασία των άρθρων 683 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄

ΕΦΑΡΜΟΣΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 173

Προθεσμίες έκδοσης δευτερογενούς νομοθεσίας

1.

Το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 4 του άρθρου 130 εκδίδεται εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

2.

Η απόφαση της παραγράφου 5 του άρθρου 137 εκδίδεται εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

3.

Η απόφαση της παραγράφου 8 του άρθρου 139 εκδίδεται εντός δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

4.

Η απόφαση της παραγράφου 8 του άρθρου 140 εκδίδεται εντός δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

5.

Η απόφαση της παραγράφου 6 του άρθρου 144 εκδίδεται εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

6.

Η απόφαση της παραγράφου 5 του άρθρου 147 εκδίδεται εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

7.

Η απόφαση της παραγράφου 8 του άρθρου 148 εκδίδεται εντός δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

8.

Η απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 149 εκδίδεται εντός δώδεκα (12) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

9.

Η απόφαση της παραγράφου 8 του άρθρου 150 εκδίδεται εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 174

Μεταβατικές και τελικές διατάξεις

1.

Οι διατάξεις των Κεφαλαίων Α΄ έως και Ε΄ δεν εφαρμόζονται εφόσον η εντολή ελέγχου έχει εκδοθεί πριν από την έναρξη ισχύος τους.

2.

Mε την έκδοση της δευτερογενούς νομοθεσίας και των υπουργικών αποφάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 173, καταργούνται οι διατάξεις που αντιτίθενται στις διατάξεις των Κεφαλαίων Α΄ έως και Ε ΄του παρόντος.

3.

Με απόφαση του αρμόδιου ανά πεδίο εποπτείας υπουργού, καταργούνται οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που αντίκεινται στα Κεφάλαια Α΄ έως και Ε΄, αν παρέλθουν άπρακτες οι προθεσμίες του άρθρου 173.

4.

Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 4 του άρθρου 130 ως εποπτεύουσες αρχές νοούνται όλες οι αρχές που κατά τις κείμενες διατάξεις ασκούν εποπτεία.

5.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας ορίζεται η έναρξη λειτουργίας του ΠΣ-ΑΔ και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων των Κεφαλαίων Α΄ έως και Ε΄ του παρόντος.

6.

Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι περιπτώσεις α΄, β΄ της παρ. 1, η περίπτωση δ΄ της παραγράφου 2 και περίπτωση δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 50 του π.δ. 147/2017 (Α΄ 192).

Άρθρο 175

Η ισχύ ς του παρό ντος Τμήματος αρχίζει από τη δημοσί ευσή του στην Εφημερί δα της Κυβερνή σεως, εκτός αν άλλως ορίζεται σε επιμέρους διατάξεις.

ΤΜΗΜΑ Γ΄

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
Άρθρο 176

Τροποποιήσεις Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για την κατάταξη των πιστωτών

1.

Μετά το άρθρο 977 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας προστίθεται νέο άρθρο 977A με τίτλο «Σειρά κατάταξης υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και μη», ως εξής: «Άρθρο 977Α Σειρά κατάταξης υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και μη

1.

Αν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου γεννηθούν εξ ολοκλήρου απαιτήσεις και συσταθεί για την εξασφάλισή τους ενέχυρο επί μη βεβαρημένου κατά την ανωτέρω ημερομηνία πράγματος, αυτές κατατάσσονται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 και αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτέλεσης, με την εξής σειρά:

  • α) απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθμ. 1 και 2
  • β) απαιτήσεις του άρθρου 975 και απαιτήσεις του άρθρου 976 αριθμ. 3
  • γ) μη προνομιούχες απαιτήσεις.
2.

Απαιτήσεις οι οποίες προέκυψαν πριν από την ημερομηνία ορισμού του πρώτου πλειστηριασμού και αφορούν μη καταβληθέντες μισθούς έως έξι (6) μηνών από παροχή εξαρτημένης εργασίας και έως του ποσού το οποίο ισούται ανά μήνα οφειλόμενου μισθού και ανά εργαζόμενο με το νόμιμο κατώτατο μισθό υπαλλήλου άνω των είκοσι πέντε (25) ετών επί 275% ικανοποιούνται προνομιακά πριν από κάθε άλλη απαίτηση (υπερ-προνόμιο) και μετά την αφαίρεση των εξόδων της εκτέλεσης. από το ποσό των πλειστηριασμάτων που πρέπει να διανεμηθούν στους πιστωτές ως εξής: α) συμμέτρως, εφόσον οι πλειστηριασμοί διενεργήθηκαν ταυτοχρόνως ή β) κατά τη σειρά διενέργειας των πλειστηριασμών και έως την ολοσχερή εξόφλησή τους, εφόσον οι πλειστηριασμοί διενεργήθηκαν διαδοχικώς. Στην περίπτωση β΄ του προηγούμενου εδαφίου, οι ειδικοί προνομιούχοι πιστωτές σε βάρος των οποίων ικανοποιήθηκαν εν όλω ή εν μέρει οι απαιτήσεις αυτές, υποκαθίστανται για το επιπλέον της αναλογίας τους στο πλειστηρίασμα από τον πλειστηριασμό των υπόλοιπων πραγμάτων.

4.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος, αν υπάρχουν περισσότερες απαιτήσεις από αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 975 ή 976, η απαίτηση της προηγούμενης τάξης προτιμάται από την απαίτηση της επόμενης τάξης και αν είναι της ίδιας τάξης ικανοποιούνται συμμέτρως. Αν συντρέχουν περισσότερες απαιτήσεις από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 976 αριθμ. 2, ακολουθείται η κατά το ουσιαστικό δίκαιο σειρά.

5.

Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων που έχουν προνόμιο, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, οι μη προνομιούχοι πιστωτές ικανοποιούνται συμμέτρως από το υπόλοιπο του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές.»

2.

Η παράγραφος 1 του άρθρου 1007 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τροποποιείται ως εξής: «1. Για την κατάταξη των δανειστών εφαρμόζονται τα άρθρα 975 έως 978, εκτός από την διάταξη του άρθρου 976 αρ. 3. Τη θέση των απαιτήσεων του άρθρου 976 αρ. 2 και της παραγράφου 1 του άρθρου 977Α, παίρνουν οι ενυπόθηκες απαιτήσεις. Η απαίτηση υπέρ της οποίας έχει εγγραφεί προσημείωση κατατάσσεται τυχαίως.»

3.

Το άρθρο 1018 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τροποποιείται ως εξής: «Σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργηθεί νέος, η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διανεμήθηκε κατατάσσεται μετά τα έξοδα της εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού και πριν από τις απαιτήσεις των άρθρων 975, 976, 977Α, 1007, 1012 παράγραφος 3 και 1015 παράγραφος 3. Για να ικανοποιηθεί αυτή η απαίτηση, ο υπερθεματιστής μπορεί να επισπεύσει πλειστηριασμό με βάση την απόφαση που ακύρωσε την εκτέλεση και πιστοποίηση του υπαλλήλου του πλειστηριασμού ότι το πλειστηρίασμα έχει καταβληθεί και διανεμηθεί.»

4.

Η παράγραφος 3 του άρθρου 1030 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τροποποιείται ως εξής: «3. Αν υπάρχουν και άλλοι δανειστές, αναγγέλλονται με έγγραφη δήλωση που επιδίδεται στο διαχειριστή και σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση. Ο διαχειριστής κάθε τρίμηνο συντάσσει πίνακα διανομής. Η κατάταξη των δανειστών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975, 977 παράγραφοι 2 και 3, 977Α και 1024 παράγραφος 2. Για την κατάταξη των απαιτήσεων του άρθρου 975, αντί της ημέρας του πλειστηριασμού λαμβάνεται υπόψη η ημέρα που άρχισε η διαχείριση.»

Άρθρο 177

Τροποποίηση του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α΄153) για τη συρροή υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και μη

1.

Μετά το άρθρο 156 του του Πτωχευτικού Κώδικα (ν. 3588/2007, Α΄153) προστίθεται νέο άρθρο 156A με τίτλο «Συρροή υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και μη», ως εξής: «Άρθρο 156Α Συρροή υπερπρονομιούχων, προνομιούχων και μη

1.

Αν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου γεννηθούν εξ ολοκλήρου απαιτήσεις και συσταθεί για την εξασφάλισή τους ενέχυρο ή υποθήκη επί μη βεβαρημένου κατά την ανωτέρω ημερομηνία πράγματος, αυτές κατατάσσονται, με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 και μετά την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η προσωρινή και οριστική αντιμισθία του διαχειριστή αφερεγγυότητας και των τυχόν ομαδικών πιστωμάτων, με την εξής σειρά:

  • α) απαιτήσεις της περίπτωσης α΄ του άρθρου 154,
  • β) απαιτήσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 155,
  • γ) λοιπές απαιτήσεις του άρθρου 154 και της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 155,
  • δ) μη προνομιούχες απαιτήσεις.
2.

Απαιτήσεις οι οποίες προέκυψαν πριν από την ημερομηνία κήρυξης της πτώχευσης και αφορούν μη καταβληθέντες μισθούς έως έξι (6) μηνών από παροχή εξαρτημένης εργασίας και έως του ποσού το οποίο ισούται ανά μήνα οφειλόμενου μισθού και ανά εργαζόμενο με το νόμιμο κατώτατο μισθό υπαλλήλου άνω των είκοσι πέντε (25) ετών επί 275% ικανοποιούνται προνομιακά πριν από κάθε άλλη απαίτηση (υπερ-προνόμιο) και μετά την αφαίρεση των δικαστικών εξόδων, των εξόδων της διοίκησης της πτωχευτικής περιουσίας, στα οποία περιλαμβάνεται και η προσωρινή και οριστική αντιμισθία του διαχειριστή αφερεγγυότητας και των τυχόν ομαδικών πιστωμάτων.

3.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, αν υπάρχουν περισσότερες απαιτήσεις από αυτές που αναφέρονται στα άρθρα 154 ή 155, η απαίτηση της προηγούμενης τάξης προτιμάται από την απαίτηση της επόμενης τάξης και αν είναι της ίδιας τάξης ικανοποιούνται συμμέτρως. Αν συντρέχουν περισσότερες απαιτήσεις από εκείνες που αναφέρονται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 155, ακολουθείται η κατά το ουσιαστικό δίκαιο σειρά.

4.

Μετά την ικανοποίηση των απαιτήσεων που έχουν προνόμιο, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, ικανοποιούνται οι μη προνομιούχοι πιστωτές συμμέτρως από το υπόλοιπο του προϊόντος της πτωχευτικής εκποίησης που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές.

5.

Με σκοπό την κατά το δυνατό ταχύτερη ικανοποίηση των απαιτήσεων της παραγράφου 2 του παρόντος, ο διαχειριστής αφερεγγυότητας οφείλει, πριν από την εκποίηση των βεβαρημένων πραγμάτων, να προβαίνει αμελλητί σε κάθε πρόσφορη ενέργεια, όπως ιδίως στην καταβολή χρημάτων και τη διανομή χρημάτων από την εκποίηση μη βεβαρημένων κινητών ή ακινήτων πραγμάτων. οι εκποιήσεις διενεργήθηκαν ταυτοχρόνως ή β) κατά τη σειρά πραγματοποίησης των εκποιήσεων και έως την ολοσχερή εξόφλησή τους, εφόσον οι εκποιήσεις πραγματοποιήθηκαν διαδοχικώς. Στην περίπτωση β΄ του προηγούμενου εδαφίου, οι ειδικοί προνομιούχοι πιστωτές σε βάρος των οποίων ικανοποιήθηκαν εν όλω ή εν μέρει οι απαιτήσεις αυτές, υποκαθίστανται για το επιπλέον της αναλογίας τους στο προϊόν εκποίησης των υπόλοιπων πραγμάτων.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄

ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΟ ΘΕΣΜΟ ΤΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ ΥΠΟΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄

Άρθρο 178

Σκοπός Το Κεφάλαιο αυτό έχει σκοπό τη ρύθμιση του θεσμού της διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, καθώς και την περαιτέρω εναρμόνιση της Ελληνικής Νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2008/52/ ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008 για θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ως και σε υποθέσεις διασυνοριακών διαφορών. Οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου δεν εφαρμόζονται στη δικαστική μεσολάβηση, όπως αυτή ρυθμίζεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 179

Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1.

Ως ιδιωτική διαφορά καλείται η αμφισβήτηση για την ύπαρξη, την έκταση, το περιεχόμενο ή τα υποκείμενα ιδιωτικού δικαιώματος και ως ιδιωτικά δικαιώματα θεωρούνται όσα αναγνωρίζονται από το ιδιωτικό δίκαιο.

2.

Ως διαμεσολάβηση νοείται μια διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας και με βασικά χαρακτηριστικά την εμπιστευτικότητα, την ιδιωτική αυτονομία, την ουδετερότητα και αμεροληψία του διαμεσολαβητή, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως με καλόπιστη συμπεριφορά και συναλλακτική ευθύτητα να επιλύσουν με συμφωνία μία διαφορά τους με τη βοήθεια διαμεσολαβητή.

3.

Ως διαμεσολαβητής νοείται τρίτο πρόσωπο σε σχέση με τους διαδίκους και τη διαφορά, που αναλαμβάνει να διαμεσολαβήσει με κατάλληλο, αποτελεσματικό και αμερόληπτο τρόπο, διευκολύνοντας τα συμμετέχοντα μέρη να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση της διαφοράς τους. Ο διαμεσολαβητής πρέπει να είναι νόμιμα διαπιστευμένος στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.

Ως διασυνοριακή διαφορά νοείται εκείνη στην οποία τουλάχιστον ένα από τα μέρη κατοικεί μονίμως ή διαμένει συνήθως σε κράτος-μέλος διαφορετικό από εκείνο οποιουδήποτε άλλου μέρους κατά την ημερομηνία στην οποία:

  • α) τα μέρη συμφωνούν να προσφύγουν σε διαδικασία

διαμεσολάβησης, αφότου ανέκυψε η διαφορά,

  • β) έχει διαταχθεί η διαμεσολάβηση από δικαστήριο

κράτους-μέλους,

  • γ) κατατίθεται ένδικο βοήθημα, για το παραδεκτό της

συζήτησης του οποίου υφίσταται υποχρέωση διαμεσολάβησης δυνάμει του εθνικού δικαίου ή

  • δ) κληθούν τα μέρη από αρμόδιο δικαστήριο.

Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου, ως διασυνοριακή διαφορά νοείται και εκείνη για την οποία αρχίζουν δικαστικές διαδικασίες ή διαιτησία ύστερα από διαμεσολάβηση μεταξύ των μερών σε κράτος-μέλος άλλο από εκείνο της μόνιμης κατοικίας ή συνήθους διαμονής των μερών, κατά την ημερομηνία που προβλέπεται στις περιπτώσεις α΄, β΄ ή γ΄ της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 180

Υπαγόμενες διαφορές Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, εκτός από τις διαφορές που αναφέρονται στο άρθρο 182 του παρόντος, μπορούν να υπαχθούν και οι αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου, υφιστάμενες ή μέλλουσες, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, αν αυτά έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. Η συμφωνία υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση πρέπει να περιληφθεί στα πρακτικά του δικαστηρίου στην περίπτωση της παραγράφου 2 του άρθρου 181 του παρόντος. Η συμφωνία των μερών για υπαγωγή της διαφοράς τους στη διαδικασία της διαμεσολάβησης πρέπει να περιγράφει το αντικείμενο αυτής και διέπεται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου για τις συμβάσεις.

Άρθρο 181

Προσφυγή στη διαμεσολάβηση

1.

Προσφυγή στη διαμεσολάβηση χωρεί:

  • α) αν τα μέρη συμφωνήσουν να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 179 και 180,
  • β) αν τα μέρη κληθούν να προσφύγουν στη διαμεσολάβηση και συναινούν σε αυτή, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου,
  • γ) αν η υπαγωγή συγκεκριμένης διαφοράς στη διαμεσολάβηση διαταχθεί από δικαστική αρχή άλλου κράτους- μέλους και η σχετική υπαγωγή δεν προσβάλλει τα

χρηστά ήθη και την ελληνική δημόσια τάξη,

  • δ) αν η υπαγωγή της διαφοράς στη διαδικασία της

διαμεσολάβησης επιβάλλεται από το νόμο.

2.

Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ιδιωτική διαφορά που είναι δυνατόν να υπαχθεί στη διαδικασία της διαμεσολάβησης σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 180, μπορεί, σε κάθε στάση της δίκης, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη, κατά την ελεύθερη κρίση του, όλες τις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, να καλεί τα μέρη να προσφύγουν στη διαδικασία της διαμεσολάβησης για να επιλύσουν του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή το Δικαστήριο αναβάλλει υποχρεωτικά τη συζήτηση της υπόθεσης σε δικάσιμο μετά την πάροδο τριμήνου και όχι πέραν του εξαμήνου, μη συνυπολογιζόμενου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών. Εφόσον τα διάδικα μέρη ή ένα εξ αυτών παρίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου διά πληρεξουσίου δικηγόρου, η πληρεξουσιότητα αυτή καλύπτει και τη συμφωνία περί υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση.

3.

Η υπαγωγή μιας διαφοράς ιδιωτικού δικαίου στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν αποκλείει τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων για αυτήν, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

4.

Ο Εισαγγελέας Πρωτοδικών, στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων του σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παρ. 4 του άρθρου 25 του ν. 1756/1988 (Α΄ 35), δικαιούται να συστήνει σε όσους φιλονικούν, να προσπαθήσουν να επιλύσουν τη διαφορά τους διά του θεσμού της διαμεσολάβησης, όπου αυτό είναι δυνατόν.

Άρθρο 182

Υποχρεωτικότητα Η υποχρεωτική υπαγωγή ιδιωτικών διαφορών στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και η υποχρέωση ενημέρωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο για αυτές, ρυθμίζεται ως εξής:

1.

Διαφορές που υπάγονται υποχρεωτικά στη διαδικασία διαμεσολάβησης. Επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος, οι παρακάτω ιδιωτικές διαφορές υπάγονται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης:

  • α) Οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων

ή διαμερισμάτων από τη σχέση οροφοκτησίας, οι διαφορές από τη λειτουργία απλής και σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, οι διαφορές αφενός ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και κάθετης ιδιοκτησίας και αφετέρου στους ιδιοκτήτες ορόφων, διαμερισμάτων και κάθετων ιδιοκτησιών, καθώς επίσης και διαφορές που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1003 έως 1031 του ΑΚ.

  • β) Οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες από αυτοκίνητο,

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)