Νόμοι — ΦΕΚ A' 56/2025

Type Νόμος
Publication 2025-04-14
Τελευταία ενημέρωση 2025-04-11
State In force
Source ΦΕΚ
articles 476
Reform history JSON API
4.

Η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απορρίψει την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι γι’ αυτό, με βάση τα κριτήρια της παρ. 3 ή εφόσον οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον προτείνοντα την απόκτηση συμμετοχής δεν είναι πλήρεις ή αληθείς.

5.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις υποχρεώσεις του παρόντος, παύει αυτοδικαίως η άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την απόκτηση της ειδικής συμμετοχής και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος διοικητικό πρόστιμο, το οποίο δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.

6.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθορίζονται το περιεχόμενο της γνωστοποίησης για την απόκτηση ή την αύξηση της προτεινόμενης συμμετοχής, οι απαραίτητες πληροφορίες που οφείλουν να τη συνοδεύουν, προκειμένου να καταστεί εφικτή η διενέργεια της αξιολόγησης, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος.

7.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποφασίζει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ίδρυμα μικροχρηματοδοτήσεων, το κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος γραπτώς πριν από τη διάθεση της συμμετοχής, αναφέροντας το ύψος της σχετικής συμμετοχής που προτίθεται να διατηρήσει. Επίσης, κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του κατά τρόπον ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί κάτω από τα όρια του είκοσι τοις εκατό (20%), του ενός τρίτου (1/3) ή του πενήντα τοις εκατό (50%) με αναφορά του ποσοστού που προτίθεται να διατηρήσει».

Άρθρο 85

Αίτηση ασφάλισης - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 28 ν. 4583/2018

1.

Στην παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 4583/2018 (Α’ 212), περί γενικών πληροφοριών που παρέχει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής ή η ασφαλιστική επιχείρηση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) τα δύο πρώτα εδάφια αντικαθίστανται, β) προστίθεται νέο τρίτο εδάφιο, «3. Η ασφαλιστική επιχείρηση διαθέτει δωρεάν αίτηση ασφάλισης, είτε σε έγχαρτη, είτε σε ηλεκτρονική μορφή κατ’ επιλογή του πελάτη. Πριν από τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, και ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο διανέμεται το ασφαλιστικό προϊόν, η ασφαλιστική επιχείρηση ελέγχει σωρευτικώς ότι ο πελάτης: α. έχει ταυτοποιηθεί βάσει σχετικής διαδικασίας που έχει θεσπίσει η ασφαλιστική επιχείρηση, β. συμφωνεί με το περιεχόμενο της αίτησης, ιδίως ως προς τις αιτηθείσες καλύψεις, και βεβαιώνει την ορθότητα των στοιχείων που του ζητήθηκαν από την ασφαλιστική επιχείρηση, και γ. έχει παραλάβει αντίγραφο της αίτησης. Σε περίπτωση αμφισβήτησης της αίτησης ασφάλισης, ενδεικτικά ως προς την ταυτοποίηση του αντισυμβαλλόμενου, το βάρος απόδειξης φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση. Η αίτηση ασφάλισης, όπως και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που εκδίδεται στη συνέχεια, πέραν των όσων ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 2496/1997 (Α’ 87), περιέχουν κατά περίπτωση τα εξής:

  • α) την επωνυμία, τον Α.Φ.Μ. και τον αριθμό ειδικού

μητρώου του μεσίτη, του πράκτορα ή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή δευτερεύουσας δραστηριότητας που έρχεται σε άμεση επαφή με τον πελάτη για τη διανομή του ασφαλιστικού προϊόντος,

  • β) τα στοιχεία της περίπτωσης α’ που αφορούν το μεσίτη, τον πράκτορα ή τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή

δευτερεύουσας δραστηριότητας που διατηρεί σύμβαση με την ασφαλιστική επιχείρηση, αν αυτός είναι διαφορετικός από αυτόν που αναφέρεται στην περίπτωση α’,

  • γ) τα στοιχεία της περίπτωσης α’ που αφορούν το συντονιστή του ασφαλιστικού πράκτορα».
Άρθρο 86

Υιοθέτηση του ακατάσχετου του λογαριασμού που τηρούν τα ιδρύματα πληρωμών σε πιστωτικά ιδρύματα για σκοπούς διασφάλισης των χρηματικών ποσών που λαμβάνουν από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής Τροποποίηση περ. α) παρ. 1 και προσθήκη παρ. 3 στο άρθρο 10 του ν. 4537/2018 Στο άρθρο 10 του ν. 4537/2018 (Α’ 84), περί απαιτήσεων διασφάλισης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α) της παρ. 1 οι λέξεις «και προστατεύονται διά του εθνικού δικαίου, προς το συμφέρον αυτών των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών, έναντι αξιώσεων άλλων πιστωτών του ιδρύματος πληρωμών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή» διαγράφονται, β) προστίθεται παρ. 3, και το άρθρο 10 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 10 Απαιτήσεις διασφάλισης (άρθρο 10 της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ)

1.

Η Τράπεζα της Ελλάδος απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών τα οποία παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών των περιπτώσεων α’ έως στ’ του στοιχείου 3 του άρθρου 4 να διασφαλίζουν τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής, με οποιονδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους:

  • α) τα εν λόγω χρηματικά ποσά δεν πρέπει να αναμειγνύονται ποτέ με τα χρηματικά ποσά φυσικών ή νομικών

προσώπων διαφορετικών από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών στο όνομα των οποίων λαμβάνονται αυτά τα χρηματικά ποσά και, αν κατέχονται ακόμη από το ίδρυμα πληρωμών και δεν έχουν ακόμη καταβληθεί στο δικαιούχο ούτε έχουν μεταφερθεί σε άλλον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μέχρι το τέλος της εργάσιμης ημέρας σε ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου, τα οποία για τα ιδρύματα πληρωμών με έδρα την Ελλάδα καθορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και για τα άλλα από την εκάστοτε αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης,

  • β) τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από ασφαλιστήριο

ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση από ασφαλιστική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με το ίδρυμα πληρωμών για ποσό ισοδύναμο προς εκείνο που θα είχε διαχωριστεί ελλείψει ασφαλιστηρίου ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης, πληρωτέο αν το ίδρυμα πληρωμών αδυνατεί να ανταποκριθεί στις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις του.

2.

Όταν ένα ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να διασφαλίζει χρηματικά ποσά σύμφωνα με την παρ. 1 και τμήμα αυτών των χρηματικών ποσών πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές πράξεις πληρωμών και το υπόλοιπο ποσό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για υπηρεσίες άλλες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, το τμήμα των χρηματικών ποσών που προορίζεται για μελλοντικές πράξεις πληρωμής, υπόκειται επίσης στις απαιτήσεις της παρ. 1. Όταν το εν λόγω τμήμα κυμαίνεται ή δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιτρέπει στα ιδρύματα πληρωμών να εφαρμόζουν τη διάταξη του προηγούμενου εδαφίου βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος το οποίο θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για υπηρεσίες πληρωμών, εφόσον το αντιπροσωπευτικό αυτό τμήμα μπορεί να εκτιμηθεί ευλόγως βάσει ιστορικών δεδομένων κατά τρόπο ικανοποιητικό για την Τράπεζα της Ελλάδος.

3.

Ο χωριστός λογαριασμός σε πιστωτικό ίδρυμα της περ. α) της παρ. 1 είναι ανεκχώρητος και ακατάσχετος έναντι οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου και του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), πλην του ιδρύματος πληρωμών. Σε περίπτωση θέσης του ιδρύματος πληρωμών σε ειδική εκκαθάριση, το σύνολο του ποσού που είναι κατατεθειμένο σε χωριστό λογαριασμό αποχωρίζεται από τη λοιπή περιουσία του ιδρύματος και αποδίδεται από τον ειδικό εκκαθαριστή στους δικαιούχους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 145 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων. Η παρούσα παράγραφος ισχύει και για τα ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου της παρ. 1».

Άρθρο 87

Υιοθέτηση του ακατάσχετου του λογαριασμού που τηρούν τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος σε πιστωτικά ιδρύματα για σκοπούς διασφάλισης των χρηματικών ποσών που λαμβάνουν έναντι ηλεκτρονικού χρήματος που έχει εκδοθεί - Τροποποίηση παραγράφων 1, 2, 3 και αντικατάσταση παρ. 4 άρθρου 17 ν. 4021/2011 Στο άρθρο 17 του ν. 4021/2011 (Α’ 218), περί απαιτήσεων διασφάλισης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α) της παρ. 2: αα) οι λέξεις «της παρ. 2 του Τμήματος Γ’ του Παραρτήματος Ι της ΠΔ/ΤΕ 2591/2007 (Β’ 1759), όπως ισχύει» αντικαθίστανται από τις λέξεις «της παρ. 1 του άρθρου 336 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176)», αβ) οι λέξεις «παραγράφου 5 του Τμήματος Γ’ του Παραρτήματος Ι της ανωτέρω Πράξης» αντικαθίστανται από τις λέξεις «παρ. 4 του άρθρου 336 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013», β) η παρ. 4 αντικαθίσταται, και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 17 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 17 (Άρθρο 7 της Οδηγίας) Απαιτήσεις διασφάλισης

1.

Τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος πρέπει να διασφαλίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 του ν. 4537/2018, τα χρηματικά ποσά που λαμβάνουν έναντι ηλεκτρονικού χρήματος που έχει εκδοθεί. Χρηματικά ποσά που λαμβάνονται υπό μορφή πληρωμής από μέσα πληρωμών διασφαλίζονται σε κάθε περίπτωση όταν πιστωθούν σε λογαριασμούς πληρωμών ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος ή καταστούν με άλλον τρόπο διαθέσιμα σε ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, σύμφωνα με τις κατά περίπτωση απαιτήσεις περί προθεσμίας εκτέλεσης, που ορίζονται στον ν. 4537/2018. Σε κάθε περίπτωση, τα εν λόγω χρηματικά ποσά διασφαλίζονται έως το αργότερο πέντε (5) εργάσιμες ημέρες μετά την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, όπως αυτές ορίζονται στην περ. 37) του άρθρου 4 του ν. 4537/2018.

2.

Για τους σκοπούς της διασφάλισης, όπως ορίζεται στην παρ. 1, ως ασφαλή, χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού νοούνται:

  • α) τα στοιχεία που εμπίπτουν σε μία από τις κατηγορίες

του Πίνακα 1 της παρ. 1 του άρθρου 336 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176), για τα οποία η κεφαλαιακή απαίτηση ειδικού κινδύνου δεν υπερβαίνει το ένα κόμμα έξι τοις εκατό (1,6%), αλλά που αποκλείουν άλλα αποδεκτά στοιχεία κατά την έννοια της παρ. 4 του άρθρου 336 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, καθώς και

  • β) τα μερίδια σε οργανισμό συλλογικών επενδύσεων

σε κινητές αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.) που επενδύει αποκλειστικά σε στοιχεία ενεργητικού όπως ορίζονται στην περ. α) ανωτέρω. Σε εξαιρετικές περιστάσεις και με επαρκή αιτιολόγηση, η Τράπεζα της Ελλάδος καθορίζει, βάσει αξιολόγησης της ασφαλείας, της ληκτότητας, της αξίας ή άλλης παραμέτρου κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού όπως προσδιορίζονται ανωτέρω, ποια από τα στοιχεία ενεργητικού δεν συνιστούν ασφαλή, χαμηλού κινδύνου στοιχεία για τους σκοπούς της παρ. 1. του άρθρου 10 του ν. 4537/2018.

4.

Ο χωριστός λογαριασμός ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος σε πιστωτικό ίδρυμα της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4537/2018 είναι ανεκχώρητος και ακατάσχετος έναντι οποιουδήποτε τρίτου, συμπεριλαμβανομένου του Δημοσίου και του Ηλεκτρονικού Εθνικού Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (e-ΕΦΚΑ), πλην του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος. Σε περίπτωση θέσης του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος σε ειδική εκκαθάριση, το σύνολο του ποσού που είναι κατατεθειμένο σε αυτόν αποχωρίζεται από τη λοιπή περιουσία του ιδρύματος και αποδίδεται από τον ειδικό εκκαθαριστή στους δικαιούχους κατόχους ηλεκτρονικού χρήματος του ιδρύματος κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 145 του ν. 4261/2014, περί ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυμάτων. Η παρούσα ισχύει και για τα ασφαλή και ρευστά στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου της παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4537/2018. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 3, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να καθορίζει ειδικότερα με απόφασή της, τη μέθοδο που χρησιμοποιείται από τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος για τη διασφάλιση των χρηματικών ποσών».

Άρθρο 88

Διαδικασία διορισμού ασφαλιστικού εκκαθαριστή - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 237 ν. 4364/2016 Στην παρ. 1 του άρθρου 237 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), περί διαδικασίας διορισμού ασφαλιστικού εκκαθαριστή, προστίθεται τελευταίο εδάφιο, και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Η Εποπτική Αρχή διορίζει με απόφασή της, από κατάλογο προσώπων που έχει διαμορφώσει και βρίσκεται αναρτημένος στην ιστοσελίδα της και τον οποίο επικαιροποιεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ως ασφαλιστικό εκκαθαριστή φυσικό ή νομικό πρόσωπο με ειδική γνώση και πείρα σε θέματα ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή πιστωτικών ιδρυμάτων. Ο διορισμός ανακαλείται σε κάθε χρονική στιγμή για οποιονδήποτε λόγο. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται και η αμοιβή του ασφαλιστικού εκκαθαριστή. Με όμοια απόφαση μπορεί να εξειδικεύονται τα προσόντα των ασφαλιστικών εκκαθαριστών».

Άρθρο 89

Προνομιακή κατάταξη απαιτήσεων Τροποποίηση παρ. 2 άρθρου 240 ν. 4364/2016 Στην παρ. 2 του άρθρου 240 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), περί προνομιακής κατάταξης απαιτήσεων, προστίθενται εδάφια τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος, οι δαπάνες που αφορούν στα έξοδα της διαδικασίας ασφαλιστικής εκκαθάρισης συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών και των εξόδων του ασφαλιστικού εκκαθαριστή, έχουν προνόμιο επί του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού της επιχείρησης, που προηγείται των απαιτήσεων από ασφάλιση. Η Εποπτική Αρχή με απόφασή της μπορεί να περιορίζει τις δαπάνες ή να καθορίζει το μέγιστο ποσό των δαπανών του προηγούμενου εδαφίου που διαθέτουν προνόμιο που προηγείται των απαιτήσεων από ασφάλιση. Το προνόμιο της παρούσας δύναται να έχουν και δαπάνες που υπερβαίνουν το όριο του προηγούμενου εδαφίου, κατόπιν αποδοχής από την Εποπτική Αρχή ειδικού και εμπεριστατωμένου αιτήματος που υποβάλλει ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής μαζί με πρόσφορα για τη θεμελίωσή του στοιχεία. Επί του αιτήματος του ασφαλιστικού εκκαθαριστή υποβάλλουν εισήγηση είτε το Επικουρικό Κεφάλαιο του ν. 489/1976 (Α’ 331) είτε το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ιδιωτικής Ασφάλισης Ζωής του ν. 3867/2010 (Α’ 128) είτε και τα δύο, κατά περίπτωση. Νέο αίτημα δεν μπορεί να υποβληθεί πριν παρέλθει τριετία από τη χορηγηθείσα έγκριση».

Άρθρο 90

Εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής εκκαθάρισης - Αντικατάσταση παραγράφων 1 και 2, προσθήκη παραγράφων 2α και 5 στο άρθρο 243 του ν. 4364/2016 Στο άρθρο 243 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), περί εκποιήσεων περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής εκκαθάρισης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται, β) προστίθεται παρ. 2α, γ) προστίθεται παρ. 5, και το άρθρο 243 διαμορφώνεται «Άρθρο 243 Εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικής εκκαθάρισης

1.

Εκποιήσεις περιουσιακών στοιχείων γίνονται σε αξίες που προσδιορίζονται σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΣΤ’ του Πρώτου Μέρους του παρόντος. Για τις εκποιήσεις απαιτήσεων ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ζητεί τη σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ειδικών Εκκαθαρίσεων του άρθρου 146 του ν. 4261/2014 (Α’ 107). Με την επιφύλαξη των παραγράφων 2 έως 5, με απόφαση της Εποπτικής Αρχής καθορίζονται όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν στις εκτιμήσεις των αξιών των περιουσιακών στοιχείων του πρώτου εδαφίου, καθώς και όροι και στοιχεία της διαδικασίας εκποίησης, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Ειδικών Εκκαθαρίσεων.

2.

Ειδικά οι εκποιήσεις ακινήτων διενεργούνται με πλειοδοτικό διαγωνισμό που διεξάγεται, μετά από απόφαση του ασφαλιστικού εκκαθαριστή, με υποβολή κλειστών και σφραγισμένων έγγραφων προσφορών, ή με ηλεκτρονικά μέσα, εφαρμοζομένων ανάλογα σε αυτή την περίπτωση των παραγράφων 9, 10, 11 και του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παρ. 12 του άρθρου 959 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής ορίζονται η δημοσιότητα και τα στοιχεία που περιλαμβάνει η διακήρυξη του πλειοδοτικού διαγωνισμού, καθώς και η διαδικασία που ακολουθείται σε αυτόν και ιδίως: τους, μεταβίβασης και καταβολής του τιμήματος,

  • β) αν γίνεται με ηλεκτρονικά μέσα, τα ηλεκτρονικά συστήματα διά των οποίων αυτός μπορεί να διεξαχθεί, το

περιεχόμενο των προσφορών, καθώς και η διαδικασία υποβολής και αξιολόγησής τους, μεταβίβασης και καταβολής του τιμήματος. 2α. Αν στον πλειοδοτικό διαγωνισμό της παρ. 2 δεν παρουσιαστούν πλειοδότες ή δεν υποβληθούν προσφορές, ο διαγωνισμός επαναλαμβάνεται με την ίδια τιμή εκκίνησης σε ημερομηνία που ορίζεται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή και πάντως εντός έξι (6) μηνών από τη διεξαγωγή του πρώτου διαγωνισμού. Αν και ο δεύτερος διαγωνισμός αποβεί άγονος, διεξάγεται νέος με τους ίδιους όρους, αλλά με τιμή εκκίνησης ίση προς το ογδόντα τοις εκατό (80%) της αρχικώς ορισθείσας τιμής εντός τριάντα (30) ημερών από τη διεξαγωγή του δεύτερου διαγωνισμού. Αν και ο τρίτος διαγωνισμός αποβεί άγονος, διεξάγεται νέος με τους ίδιους όρους, αλλά με τιμή εκκίνησης ίση προς το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) της αρχικώς ορισθείσας τιμής, εντός τριάντα (30) ημερών από τη διεξαγωγή του τρίτου διαγωνισμού. Αν και ο διαγωνισμός του προηγούμενου εδαφίου αποβεί άγονος, το ακίνητο μπορεί να εκποιηθεί ελεύθερα από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή, εάν αυτός κρίνει σκόπιμη την ελεύθερη εκποίηση. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής μπορούν να καθορίζονται επιμέρους όροι, στοιχεία της διαδικασίας και κριτήρια της ελεύθερης εκποίησης. Εάν το ακίνητο δεν εκποιείται, είτε επειδή δεν επιχειρείται ελεύθερη εκποίηση είτε επειδή και αυτή αποβαίνει άγονη, η διαδικασία της παρ. 2 και της παρούσας μπορεί να επαναληφθεί ύστερα από νέο καθορισμό της τιμής εκκίνησης, αφού παρέλθουν τουλάχιστον έξι (6) μήνες από τον τελευταίο διαγωνισμό.

3.

Εάν το προϊόν ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της υπό εκκαθάρισης επιχείρησης υστερεί της υπολογιζόμενης σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 241 του παρόντος, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής αιτιολογεί το γεγονός αυτό στην Εποπτική Αρχή.

4.

Κατά παρέκκλιση των κείμενων φορολογικών, ασφαλιστικών και λοιπών διατάξεων, στις περιπτώσεις μεταβίβασης ή εκποίησης περιουσιακών στοιχείων ασφαλιστικών εταιρειών που τελούν υπό καθεστώς ασφαλιστικής εκκαθάρισης, δεν είναι αναγκαία η προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ή ασφαλιστικής ενημερότητας και κάθε άλλου εγγράφου γενικά που απαιτείται να προσαχθεί από δημόσια αρχή ή Ν.Π.Δ.Δ. για το χρόνο που έχει προηγηθεί της ανάκλησης και θέσης της εταιρείας σε ασφαλιστική εκκαθάριση για τη σύνταξη του σχετικού συμβολαίου ή της μεταβιβαστικής εν γένει σύμβασης. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει το συμβόλαιο χωρίς την προσκομιδή πιστοποιητικού φορολογικής ενημερότητας ή κάθε άλλου, από τα προαναφερθέντα, εγγράφου και οι αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες υποχρεούνται να προβαίνουν σε θεώρηση βιβλίων και στοιχείων των υπό εκκαθάριση ασφαλιστικών εταιρειών, χωρίς επίσης προσκομιδή των απαιτούμενων πιστοποιητικών και εγγράφων.

5.

Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, οποιαδήποτε ωφέλεια της ασφαλιστικής επιχείρησης ενόσω βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση, που προκύπτει από τη ρευστοποίηση του ενεργητικού και τη διαχείριση του παθητικού της, ενδεικτικά από μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, είσπραξη πάσης φύσεως κύριων και παρεπόμενων απαιτήσεων, απόσβεση οφειλών έναντι τρίτων και έκτακτα έσοδα κατά τη διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στα αυτοτελώς φορολογούμενα εισοδήματα».

Άρθρο 91

Περάτωση και λήξη ασφαλιστικής εκκαθάρισης - Τροποποίηση παραγράφων 1 και 3 άρθρου 245 ν. 4364/2016 Στο άρθρο 245 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), περί περάτωσης και λήξης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1: αα) η λέξη «εταίρων» αντικαθίσταται από τη λέξη «συνεταίρων», αβ) το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από δύο νέα εδάφια, αγ) το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται, β) στην παρ. 3 προστίθεται δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 245 διαμορφώνεται «Άρθρο 245 Περάτωση και λήξη ασφαλιστικής εκκαθάρισης

1.

Ύστερα από αίτηση είτε των μετόχων ή συνεταίρων που αντιπροσωπεύουν περισσότερο από πενήντα εκατοστά (50%) του κεφαλαίου ασφαλιστικής επιχείρησης είτε του ασφαλιστικού εκκαθαριστή είτε με πρωτοβουλία της Εποπτικής Αρχής, η Εποπτική Αρχή μπορεί, εφόσον έχει, σύμφωνα με βεβαίωση του ασφαλιστικού εκκαθαριστή, περατωθεί η εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου ή έχει εξαντληθεί η περιουσία της επιχείρησης, ή η εναπομένουσα περιουσία είναι δυσχερώς ρευστοποιήσιμη, να κηρύξει τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής υποχρεούται να χορηγεί την προαναφερόμενη βεβαίωση, εφόσον έχει περατώσει τις εκ του νόμου προβλεπόμενες εργασίες για την εκκαθάριση του ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου, ανεξαρτήτως του εάν έχει λάβει χώρα ή όχι έλεγχος της φορολογικής αρχής στην ασφαλιστική επιχείρηση. Από τη δημοσίευση της απόφασης του πρώτου εδαφίου παύει αυτοδικαίως κάθε εξουσία του ασφαλιστικού εκκαθαριστή και λήγουν τα καθήκοντα αυτού. Η εκκαθάριση δοσοληψιών εκτός ασφαλιστικού χαρτοφυλακίου συνεχίζεται κατά τις διατάξεις που διέπουν την εκκαθάριση του νομικού προσώπου της επιχείρησης (κοινή εκκαθάριση), χωρίς να αποκλείεται η κήρυξη πτώχευσης κατά τις γενικές διατάξεις. Σε περίπτωση αδυναμίας, για οποιονδήποτε λόγο, διορισμού εκκαθαριστή της κοινής εκκαθάρισης μετά από την περάτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, από τη γενική συνέλευση ή σύμφωνα με το καταστατικό, όποιος έχει έννομο συμφέρον αιτείται στα αρμόδια δικαστήρια τον διορισμό εκκαθαριστή κοινής εκκαθάρισης.

2.

Εάν η διάρκεια της ασφαλιστικής εκκαθάρισης υπερβεί την τριετία, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής υποβάλει προτείνει μέτρα για την ταχεία περάτωσή της. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν παραίτηση της επιχείρησης από δικαιώματα, δικόγραφα και αιτήσεις, αν η επιδίωξη τούτων είναι ασύμφορη σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη ή αβέβαιη ή απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα ανωτέρω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν και συμβιβασμούς, αναδιαπραγματεύσεις ή καταγγελία συμβάσεων, όπως και σύναψη νέων. Εφόσον το σχέδιο εγκριθεί από την Εποπτική Αρχή, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ολοκληρώνει την ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτό.

3.

Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής ορίζονται οι λεπτομέρειες για την περάτωση και τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ιδίως αναφορικά με το περιεχόμενο της βεβαίωσης της παρ. 1 του παρόντος. Με την ίδια απόφαση μπορεί να εξειδικεύεται πότε συντρέχουν οι όροι του πρώτου εδαφίου της παρ. 1».

Άρθρο 92

Υφιστάμενες εκκαθαρίσεις - Τροποποίηση παραγράφων 2 και 7, αντικατάσταση παρ. 12 και προσθήκη παρ. 16 στο άρθρο 248 του ν. 4364/2016 Στο άρθρο 248 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), περί υφιστάμενων εκκαθαρίσεων, επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:

  • α) στην παρ. 2 οι λέξεις «παράγραφοι 1, 2 και 4» αντικαθίστανται από τις λέξεις «παράγραφοι 1, 2, 2α, 4 και 5»,
  • β) στην περ. γ) της παρ. 7 προστίθενται εδάφια δεύτερο

και τρίτο, γ) η παρ. 12 αντικαθίσταται, δ) προστίθεται παρ. 16, και μετά από νομοτεχνικές βελτιώσεις το άρθρο 248 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 248 Υφιστάμενες εκκαθαρίσεις

1.

Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31η.12.2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις.

2.

Στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή οι παράγραφοι 1, 2, 3, 5 και 6 του άρθρου 235, τα άρθρα 236 έως 239, οι παράγραφοι 1 και 4 του άρθρου 242, οι παράγραφοι 1, 2, 2α, 4 και 5 του άρθρου 243, το άρθρο 244, οι παράγραφοι 1 και 3 του άρθρου 245, και τα άρθρα 246 και 247 του παρόντος.

3.

Η θητεία των ασφαλιστικών εκκαθαριστών και των εποπτών ασφαλιστικής εκκαθάρισης οι οποίοι είναι ήδη διορισμένοι στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 κατά τις 31.12.2015 παρατείνεται μέχρι τις 30.6.2016, και λήγει αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση την 1η.7.2016. Οι απερχόμενοι εκκαθαριστές και επόπτες υποβάλουν από κοινού εντός δεκαπενθημέρου προς την Εποπτική Αρχή απολογιστική έκθεση για τις μέχρι το χρόνο λήξης της θητείας τους κατά τα ανωτέρω, εργασίες εκκαθάρισης, τις υπολειπόμενες εκκρεμότητες και τους λόγους μη διευθέτησής τους.

4.

Ο υπολογισμός της αξίας των περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων της παρ. 1 γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κεφαλαίου ΣΤ’ του Πρώτου Μέρους του παρόντος. Με απόφαση της Εποπτικής Αρχής καθορίζονται όλες οι λεπτομέρειες που αφορούν τις μεθόδους υπολογισμού της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο.

5.

Από τον χρόνο ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης, οι εγγραφές στα μητρώα της επιχείρησης δεν μεταβάλλονται χωρίς προηγούμενη άδεια της Εποπτικής Αρχής, εκτός των διορθώσεων προφανών ή τεχνικών λαθών. Οποιαδήποτε ελεύθερη περιουσία της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης, η οποία δεσμεύθηκε με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, κατανέμεται αναλογικά από τον εκκαθαριστή, με κριτήριο τις τεχνικές προβλέψεις ανά κλάδο ασφάλισης.

6.

Εάν το προϊόν ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης υστερεί της αναγραφόμενης στα μητρώα της, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής αιτιολογεί το αποτέλεσμα αυτό στην Εποπτική Αρχή.

7.

Επί της περιουσίας της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης ακολουθείται η εξής σειρά προνομίων:

  • α) έξοδα εκκαθάρισης και αμοιβές ασφαλιστικού εκκαθαριστή, εφόσον δεν υπερβαίνουν το δέκα τοις εκατό

(10%) της συνολικής περιουσίας της επιχείρησης. Κατά παρέκκλιση του προηγούμενου εδαφίου, με απόφαση της Εποπτικής Αρχής, κατόπιν σχετικής εισήγησης είτε του Εγγυητικού Κεφαλαίου είτε του Επικουρικού Κεφαλαίου είτε και των δύο, κατά περίπτωση, το ποσοστό αυτό δύναται να αναπροσαρμόζεται. Οι ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις για τις οποίες το άθροισμα των εξόδων εκκαθάρισης και των αμοιβών των οργάνων εκκαθάρισης μέχρι την 31η.12.2015, ισούται ή έχει υπερβεί, σωρευτικά, ποσοστό 10% της συνολικής περιουσίας της επιχείρησης όπως προκύπτει από τον ελεγμένο από νόμιμο ελεγκτή ισολογισμό έναρξης αυτής της επιχείρησης, υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Εποπτική Αρχή αίτημα αναπροσαρμογής του ανωτέρω ποσοστού συνοδευόμενο από τα κατάλληλα στοιχεία και δικαιολογητικά. Η Εποπτική Αρχή λαμβάνει απόφαση αναπροσαρμογής του ανωτέρω ποσοστού κατόπιν γνώμης είτε του Επικουρικού Κεφαλαίου είτε του Εγγυητικού Κεφαλαίου, είτε και των δύο, κατά περίπτωση.

  • β) Οι απαιτήσεις από σχέση εξαρτημένης εργασίας και

έμμισθης εντολής, εκτός των απαιτήσεων προσώπων που ασκούν τη διοίκηση και διαχείριση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Στις απαιτήσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ή της έμμισθης εντολής, η οποία αποζημίωση όμως περιορίζεται στη συμπλήρωση του υπολοίπου του ποσού που υποχρεούται να καταβάλει ασφαλιστικό ταμείο ή άλλος οργανισμός για τη κάλυψη ασφαλισμένου του σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη.

  • γ) Οι απαιτήσεις των δικαιούχων απαιτήσεων από

ασφαλίσεις ζωής, των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλίσεις αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφαλί ασφαλιστική τοποθέτηση αντίστοιχα για καθεμιά από τις ασφαλίσεις αυτές. Περιουσιακά στοιχεία που μετά από την ικανοποίηση των απαιτήσεων όλων των δικαιούχων ασφάλισης συγκεκριμένου κλάδου απομένουν στην αντίστοιχη ασφαλιστική τοποθέτηση μπορούν, με απόφαση του ασφαλιστικού εκκαθαριστή, να διατεθούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεων δικαιούχων ασφάλισης άλλου κλάδου εφόσον τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί στην αντίστοιχη ασφαλιστική τοποθέτηση δεν επαρκούν για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δικαιούχων ασφάλισης του κλάδου αυτού. Για την κατανομή σε περισσότερους εναπομείναντες κλάδους εφαρμόζεται ανάλογα το τελευταίο εδάφιο της παρ. 5.

8.

Μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τον διορισμό του, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής καλεί τους δικαιούχους από ασφάλιση, με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μία (1) φορά την εβδομάδα, επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες σε τρεις (3) ημερήσιες, πανελλαδικής κυκλοφορίας, εφημερίδες, καθώς και στην ιστοσελίδα της επιχείρησης, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία. Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση. Οι αναγγελίες απαιτήσεων γίνονται δεκτές εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την πρώτη δημοσίευση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή ολοκληρώνεται εντός δύο (2) μηνών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας με τη σύνταξη κατάστασης δικαιούχων και την υποβολή της στην Εποπτική Αρχή. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις που επαληθεύονται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή (εκτελεστή) απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου, η αγωγή ακύρωσης της οποίας είτε δεν έχει ασκηθεί εντός της προβλεπομένης προθεσμίας του άρθρου 899 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, όπως ισχύει, είτε έχει απορριφθεί τελεσίδικα. Στην κατάσταση δικαιούχων περιλαμβάνονται:

  • α) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τους οποίους επήλθε

λήξη του συμβολαίου και εκείνων που υπέβαλαν αίτημα εξαγοράς πριν την ημερομηνία ανάκλησης της άδειας λειτουργίας,

  • β) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις κατά ζημιών που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής

περίπτωσης και έχει καταχωρισθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης,

  • γ) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις κατά ζημιών οι οποίοι δεν είχαν αναγγείλει την επέλευση της

ασφαλιστικής περίπτωσης πριν την ανάκληση της άδειας λειτουργίας,

  • δ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία

χωρίς να τυγχάνουν των προνομίων της παρ. 7 του παρόντος άρθρου, οι οποίοι θα ικανοποιηθούν κατά τις διαδικασίες της κοινής εκκαθάρισης,

  • ε) οι απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή

εξώδικα με το ποσό που εκτιμά ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής και το ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος από ασφάλιση. Η κατάσταση αναρτάται στην ιστοσελίδα της Εποπτικής Αρχής εντός τριών (3) ημερών από την υποβολή της και διατηρείται εκεί τουλάχιστον για εξήντα (60) μέρες. Αντιρρήσεις κατά της υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρησης αναφορικά με την πιο πάνω κατάσταση ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την ανάρτηση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο.

9.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα της υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, διαχειρίζεται από κοινού με τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή το χαρτοφυλάκιο κλάδου αστικής ευθύνης αυτοκινήτων και υποχρεούται να καταβάλει στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή το ποσό που αντιστοιχεί στην αναλογική συμμετοχή του στα έξοδα εκκαθάρισης και στην ικανοποίηση των προνομιακών απαιτήσεων των εργαζομένων, η οποία υπολογίζεται κατά το λόγο της ασφαλιστικής τοποθέτησης του κλάδου αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων προς το σύνολο της ασφαλιστικής τοποθέτησης της εταιρείας σε όλους τους κλάδους που ασκούσε. Το τυχόν εναπομένον υπόλοιπο μετά την καταβολή του κατά τα άνω ποσού και την ικανοποίηση των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση, επιστρέφεται στον ασφαλιστικό εκκαθαριστή.

10.

Η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιτρέψει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση των λοιπών κλάδων ασφάλισης, πλην του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, μετά από αίτημα του ασφαλιστικού εκκαθαριστή.

11.

Επιτρέπεται η μεταβίβαση από υπό ασφαλιστική εκκαθάριση επιχείρηση, του συνόλου ή μέρους των απαιτήσεων και των περιουσιακών στοιχείων, που έχουν διατεθεί σε ασφαλιστική τοποθέτηση του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα και τα οποία καλύπτουν τα τεχνικά αποθέματα εκκρεμών ζημιών (μεταβίβαση χαρτοφυλακίου εκκρεμών ζημιών) ύστερα από αίτημα που υποβάλλεται από κοινού από το Επικουρικό Κεφάλαιο και τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή και σχετική έγκριση της Εποπτικής Αρχής. Το ως άνω αίτημα συνοδεύεται από έκθεση του ασφαλιστικού εκκαθαριστή και του Επικουρικού Κεφαλαίου, από την οποία προκύπτει η συνδρομή των όρων που ορίζονται στο επόμενο εδάφιο και από έκθεση του υποψήφιου αναδόχου προς την Εποπτική Αρχή, περί της διατήρησης του αναγκαίου περιθωρίου φερεγγυότητας μετά την απόκτηση του ως άνω χαρτοφυλακίου και περί των δεσμεύσεων που αναλαμβάνει, για την εξόφληση των υποχρεώσεων του μεταβιβαζομένου χαρτοφυλακίου. Η μεταβίβαση εγκρίνεται από την Εποπτική Αρχή με απόφαση που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυ λειτουργίας του κλάδου αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία οχημάτων, β) η επιχείρηση διασφαλίζει ότι θα διαθέτει το αναγκαίο περιθώριο φερεγγυότητας τόσο κατά το χρόνο της μεταβίβασης όσο και μετά από αυτήν, γ) δεν θίγονται συμφέροντα των δικαιούχων αποζημίωσης. Η απόφαση της Εποπτικής Αρχής που εγκρίνει τη μεταβίβαση περιλαμβάνει τη μεταφορά του χαρτοφυλακίου εκκρεμών ζημιών στην ανάδοχο επιχείρηση. Μετά τη δημοσίευσή της δεν δύναται να αντιταχθούν κατά αυτής οι ασφαλισμένοι, οι συμβαλλόμενοι στην ασφαλιστική σύμβαση, οι δικαιούχοι του ασφαλίσματος και οι πιστωτές της ασφαλιστικής επιχείρησης. H εκπλήρωση από την ανάδοχο επιχείρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το χαρτοφυλάκιο εκκρεμών ζημιών της υπό ασφαλιστικής εκκαθάρισης επιχείρησης λόγω συνδρομής της περ. γ’ της παρ. 1 του άρθρου 19 του π.δ. 237/1986 υπόκειται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 5 του ιδίου άρθρου του ως άνω διατάγματος. Η μεταβίβαση ολοκληρώνεται με τη σύνταξη πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής των μεταβιβαζόμενων στοιχείων μεταξύ του αναδόχου, του Επικουρικού Κεφαλαίου και του ασφαλιστικού εκκαθαριστή, στο οποίο αναφέρεται το ύψος των τεχνικών αποθεμάτων εκκρεμών ζημιών κατά την ημερομηνία σύνταξης του πρωτοκόλλου, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβιβάζονται στην ανάδοχο ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία με τη μεταβίβαση καθίσταται αποκλειστικά υπεύθυνη για την εξόφληση των υποχρεώσεων εκ του χαρτοφυλακίου, η δε ασφαλιστική εκκαθάριση λήγει καθ’ όσον αφορά το Επικουρικό Κεφάλαιο, εξοφλουμένης και της υποχρέωσής του προς συμμετοχή στα έξοδα εκκαθάρισης σύμφωνα με την παρ. 7 του παρόντος άρθρου. Η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων των προηγουμένων παραγράφων και κάθε άλλη πράξη που συνδέεται με αυτήν απαλλάσσεται από κάθε φόρο εισφορά ή τέλος, συμπεριλαμβανομένης και τυχόν υπεραξίας που προκύπτει από τη μεταβίβαση αυτή με εξαίρεση τη φορολογία μεταβίβασης ακινήτων. Κάθε ειδικότερο θέμα της μεταβίβασης ρυθμίζεται με απόφαση της Εποπτικής Αρχής.

12.

Αναφορικά με τις εκκαθαρίσεις της παρ.  1, το Επικουρικό Κεφάλαιο διοικεί και διαθέτει όλα τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν διατεθεί σε τοποθέτηση ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα. Οι εκποιήσεις των ακινήτων διενεργούνται κατ’ ανάλογη εφαρμογή των παραγράφων 2 και 2α του άρθρου 243. Τίτλοι, ομόλογα και λοιπά παρόμοια και άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία εκποιούνται στην τρέχουσα χρηματιστηριακή τους αξία ή στην τρέχουσα ή συνήθη αξία τους στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Καταθέσεις σε τράπεζες περιέρχονται στην άμεση διάθεση και διαχείριση του Επικουρικού Κεφαλαίου. Η Εποπτική Αρχή μπορεί να επιτρέψει την αποδέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που έχουν διατεθεί βάσει της ασφαλιστικής νομοθεσίας σε ασφαλιστική τοποθέτηση του κλάδου ασφάλισης αστικής ευθύνης από χερσαία αυτοκίνητα οχήματα, μετά από αίτημα του Επικουρικού Κεφαλαίου.

13.

Το Επικουρικό Κεφάλαιο επίσης δικαιούται, με ιδιωτικό συμφωνητικό:

  • α) Να αναδέχεται από την υπό εκκαθάριση επιχείρηση

τυχόν εκκρεμείς οφειλές του κλάδου αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα και να καθίσταται ως προς αυτές καθολικός διάδοχος, και

  • β) να παραιτείται από απαιτήσεις του κατά της υπό

εκκαθάριση επιχείρησης, με σκοπό τη λήξη της εκκαθάρισης του κλάδου αστικής ευθύνης από αυτοκίνητα.

14.

Τακτική γενική συνέλευση συγκαλείται από τον εκκαθαριστή κατά τη λήξη της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Ο εκκαθαριστής διορίζει ανεξάρτητο ελεγκτή για κάθε χρήση και ενημερώνει για το διορισμό και τα αποτελέσματα του ελέγχου την Εποπτική Αρχή.

15.

Εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής υποβάλλει στην Εποπτική Αρχή, σχέδιο επιτάχυνσης και περάτωσης της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει έκθεση για τις μέχρι τότε εργασίες της ασφαλιστικής εκκαθάρισης και τους λόγους της καθυστέρησης και προτείνει μέτρα για την ταχεία περάτωσή της. Τα μέτρα αυτά μπορούν να περιλαμβάνουν παραίτηση της επιχείρησης από δικαιώματα, δικόγραφα και αιτήσεις, αν η επιδίωξη τούτων είναι ασύμφορη σε σχέση με τα προσδοκώμενα οφέλη ή αβέβαιη ή απαιτεί μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα ανωτέρω μέτρα μπορούν να περιλαμβάνουν και συμβιβασμούς, αναδιαπραγματεύσεις ή καταγγελία συμβάσεων, όπως και σύναψη νέων. Εφόσον το σχέδιο εγκριθεί από την Εποπτική Αρχή, ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ολοκληρώνει την ασφαλιστική εκκαθάριση σύμφωνα με τα προβλεπόμενα σε αυτό.

16.

Καταχωρίσεις κατασχέσεων ή δεσμεύσεων περιουσιακών στοιχείων στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου ή του κτηματολογικού γραφείου που έχουν γίνει, κατά τον χρόνο ισχύος του ν.δ. 400/1970 (Α’ 10), κατά παράβαση της παρ. 5 του άρθρου 12α του ν.δ. 400/1970, περί αναστολής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος ασφαλιστικής εταιρείας υπό εκκαθάριση, είναι αυτοδικαίως άκυρες έναντι πάντων και διαγράφονται αυτεπάγγελτα». ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Β’

Άρθρο 93

Εξουσιοδοτική διάταξη Μέρους Β’ Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις, ο τρόπος πραγματοποίησης των ελέγχων και αξιοποίησης των πληροφοριών που συλλέγει, οι υποχρεώσεις τήρησης επαγγελματικού απορρήτου από τους εξωτερικούς συνεργάτες και αξιοποίησης των στοιχείων, εγγράφων και πληροφοριών που συλλέγουν για τους σκοπούς της ανάθεσης και καθορίζεται κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα για την εφαρμογή του άρθρου 67, περί ερευνών και ελέγχων με ανωνυμία (mystery shopping). Η παρ. 7 του εσωτερικού άρθρου 5 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί σχεδίων ανάκαμψης ιδρυμάτων, που δεν αποτελούν μέρη ομίλων που υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία, καταργείται.

ΜΕΡΟΣ Γ’

ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2023/1114 - ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2015/849 ΚΑΙ ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2023/1113

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Γ’

Άρθρο 95

Σκοπός Μέρους Γ’ Σκοπός του Μέρους Γ’ είναι:

  • α) η λήψη μέτρων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ)

2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150),

  • β) η λήψη μέτρων εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ)

2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150).

Άρθρο 96

Αντικείμενο Μέρους Γ’ Αντικείμενο του Μέρους Γ’ είναι:

  • α) ο ορισμός των αρμόδιων αρχών για την εποπτεία

της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) και των εξουσιών τους, καθώς και η θέσπιση διατάξεων για επιβολή διοικητικών μέτρων και κυρώσεων για τις παραβάσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 (L 150) και

  • β) η ένταξη των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στα υπόχρεα πρόσωπα του άρθρου 5 του ν. 4557/

2018 (Α’ 139), η επέκταση του πεδίου εφαρμογής των οντοτήτων που υπόκεινται στις απαιτήσεις καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ο μετριασμός των κινδύνων που απορρέουν από τις δραστηριότητες των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η πρόληψη, ο εντοπισμός και η διερεύνηση της ενδεχόμενης χρήσης μεταφορών κρυπτοστοιχείων για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας. ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2023/1114 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 31ης ΜΑΪΟΥ 2023, ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) 1093/2010 ΚΑΙ (ΕΕ) 1095/2010 ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2013/36/ΕΕ ΚΑΙ (ΕΕ) 2019/1937

Άρθρο 97

Νομική μορφή των επιχειρήσεων που έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα και παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, εκδίδουν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος ή μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και διενεργούν δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος

1.

Κάθε επιχείρηση που έχει την καταστατική της έδρα στην Ελλάδα, οπουδήποτε και αν αυτή δραστηριοποιείται, ασκεί, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) και του παρόντος, οποιαδήποτε από τις παρακάτω δραστηριότητες:

  • α) Την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων,
  • β) την έκδοση μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος,
  • γ) την έκδοση μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά

στοιχεία και

  • δ) τη διενέργεια δημόσιων προσφορών κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος.
2.

Με την επιφύλαξη της παρ. 3, οι επιχειρήσεις που έχουν την καταστατική τους έδρα στην Ελλάδα και ασκούν οποιαδήποτε από τις παρακάτω δραστηριότητες, όταν αυτές υπόκεινται σε αδειοδότηση σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, και συγκεκριμένα όταν:

  • α) Παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με

τον τίτλο V του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 ή

  • β) εκδίδουν μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά

στοιχεία σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, αδειοδοτούνται ως προς τις δραστηριότητες αυτές από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, λειτουργούν με τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας του ν. 4548/2018 (Α’ 104) και διέπονται ως προς την άσκηση των παραπάνω δραστηριοτήτων από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 και τον παρόντα και, συμπληρωματικά, από τον ν. 4548/2018.

3.

Στις περιπτώσεις στις οποίες, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, τις δραστηριότητες της παρ. 2 ασκούν επιχειρήσεις που υπόκεινται στο καθεστώς αδειοδότησης και εποπτείας από την Τράπεζα της Ελλάδος με βάση άλλες διατάξεις της νομοθεσίας, οι επιχειρήσεις αυτές για τις εν λόγω δραστηριότητες αδειοδοτούνται από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στον ως άνω Κανονισμό, και λειτουργούν με τη νομική μορφή που προβλέπεται στο (ν. 4537/2018, Α’ 84). Η άσκηση από τις επιχειρήσεις αυτές των παραπάνω δραστηριοτήτων, εφόσον υπόκεινται στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, διέπεται από αυτόν και το παρόν Κεφάλαιο. Η εκάστοτε αρμόδια αρχή εποπτεύει την τήρηση των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και του παρόντος, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 99 και 101 του παρόντος Κεφαλαίου, σε συνδυασμό με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα, τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και τα ιδρύματα πληρωμών.

4.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που δικαιούνται να εκδίδουν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος σύμφωνα με τον τίτλο ΙV του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 λειτουργούν με τη νομική μορφή που προβλέπεται στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, τα οποία και ασκούν τις ως άνω δραστηριότητες, εφόσον υπόκεινται στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114. Η άσκηση από τις επιχειρήσεις αυτές των παραπάνω, υποκείμενων στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, δραστηριοτήτων διέπεται από τον Κανονισμό και τον παρόν Κεφάλαιο. Την τήρηση των διατάξεων αυτών εποπτεύει η εκάστοτε αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στο άρθρο 100, σε συνδυασμό με το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος.

Άρθρο 98

Αρμόδια αρχή για τα κρυπτοστοιχεία εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος (παρ. 1 άρθρου 93 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114) Αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), ορίζεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την εποπτεία της εφαρμογής των άρθρων 4 έως 14 του τίτλου ΙΙ του Κανονισμού, όσον αφορά πρόσωπα που έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα και:

  • α) διενεργούν δημόσια προσφορά ή επιδιώκουν

την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση σε ηλεκτρονική πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, καθώς και

  • β) προβαίνουν σε διαφημιστικές ανακοινώσεις που

διενεργούνται στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114.

Άρθρο 99

Αρμόδια αρχή για τις μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία (παρ. 1 άρθρου 93 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114)

1.

Αρμόδιες αρχές, για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), για την εποπτεία της εφαρμογής των άρθρων 16 έως 47 του τίτλου ΙΙΙ του Κανονισμού εκτός του άρθρου 26, όσον αφορά στους εκδότες, τους προσφέροντες και τους επιδιώκοντες την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία, όταν οι ανωτέρω επιχειρήσεις έχουν την καταστατική τους έδρα στην Ελλάδα, ορίζονται, κατά περίπτωση:

  • α) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για:
  • αα) νομικά πρόσωπα της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 που δεν είναι

πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και

  • αβ) πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα πληρωμών και

ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, με την επιφύλαξη της περ. β),

  • β) η Τράπεζα της Ελλάδος για πιστωτικά ιδρύματα,

ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, για την εφαρμογή των εξής διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114:

  • βα) του άρθρου 16 με εξαίρεση το τελευταίο εδάφιο

της παρ. 2 και την παρ. 4,

  • ββ) του άρθρου 17 με εξαίρεση την περ. α) της παρ. 1

ως προς την έγκριση του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων,

  • βγ) του άρθρου 18 με εξαίρεση την περ. ια) της παρ. 2,
  • βδ) του άρθρου 20 με εξαίρεση την παρ. 1 ως προς

την αξιολόγηση του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων,

  • βε) των άρθρων 21 έως 24 και 31 έως 36,
  • βστ) του άρθρου 37 με εξαίρεση τις παραγράφους 8

και 10,

  • βζ) του άρθρου 38,
  • βη) των περ. β) και ε) της παρ. 2 του άρθρου 39,
  • βθ) των άρθρων 40 και 41,
  • βι) των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 42,
  • βια) των παραγράφων 4 έως 8 και 10 του άρθρου 43,
  • βιβ) των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 44,
  • βιγ) των άρθρων 46 και 47.
2.

α) Η Τράπεζα της Ελλάδος διαβιβάζει αμελλητί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα έγγραφα που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 17 και στην περ. ια) της παρ. 2 του άρθρου 18 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και αφορούν το λευκό βιβλίο κρυπτοστοιχείων.

  • β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς διαβιβάζει προς την

Τράπεζα της Ελλάδος:

  • βα) την απόφασή της για την έγκριση ή μη του λευκού

βιβλίου κρυπτοστοιχείων εντός των προθεσμιών που προβλέπουν οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου 20 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114,

  • ββ) οποιεσδήποτε πληροφορίες έρχονται σε γνώση

της που αποδεικνύουν ότι ο εκδότης έχει αποκτήσει την άδειά του βάσει ψευδών δηλώσεων σε λευκό βιβλίο κρυπτοστοιχείων, στο πλαίσιο ανάκλησης αδείας του άρθρου 24 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 ή την έγκριση τροποποίησης του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114. μη χαρακτήρα του περιεχομένου του λευκού βιβλίου κρυπτοστοιχείων, με βάση τυχόν σχετική πληροφόρηση που λαμβάνει στο πλαίσιο των εποπτικών της αρμοδιοτήτων ως προς τις διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

4.

Για την αποτελεσματική συνεργασία της Τράπεζας της Ελλάδος και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως προς τα θέματα που εμπίπτουν στην εποπτική τους αρμοδιότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους Γ’ και του Μέρους ΣΤ’, συστήνεται συντονιστική επιτροπή με αντικείμενο, ιδίως, την άρση αμφισβητήσεων ως προς την αρμοδιότητα των δύο αρχών.

Άρθρο 100

Αρμόδια αρχή για τις μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος (παρ. 1 άρθρου 93 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114) Ως προς τους εκδότες, τους προσφέροντες και τους επιδιώκοντες την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος σε πλατφόρμα διαπραγμάτευσης, όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν την καταστατική τους έδρα στην Ελλάδα, αρμόδια αρχή για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), για την εποπτεία της εφαρμογής των άρθρων 48 έως 50 και 54 έως 58 του τίτλου IV του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος. Για την εφαρμογή των άρθρων 51 και 53 του ανωτέρω Κανονισμού, αρμόδια αρχή ορίζεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Άρθρο 101

Αρμόδια αρχή για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (παρ. 1 άρθρου 93 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114) Αρμόδιες αρχές, για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), για την εποπτεία της εφαρμογής των άρθρων 59 έως 85 του τίτλου V του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, όταν αυτοί έχουν την καταστατική τους έδρα στην Ελλάδα, ορίζονται κατά περίπτωση:

  • α) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την επιφύλαξη της

περ. β),

  • β) η Τράπεζα της Ελλάδος για πιστωτικά ιδρύματα,

ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών για την εφαρμογή των εξής διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114:

  • βα) του άρθρου 59 με εξαίρεση την παρ. 3,
  • ββ) των παραγράφων 1, 4 και 7 του άρθρου 60 με εξαίρεση τα σημεία στ), ζ), η) και θ), και των παρ. 8 έως και

12 του άρθρου 60,

  • βγ) του άρθρου 61 για οντότητες τρίτων χωρών που

αν τα κεντρικά τους γραφεία ή η καταστατική έδρα τους βρισκόταν εντός της Ένωσης θα ήταν πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος ή ιδρύματα πληρωμών,

  • βδ) των άρθρων 62 έως 65,
  • βε) των άρθρων 67 έως 69,
  • βστ) της παρ. 1 του άρθρου 70,
  • βζ) των άρθρων 71 έως 74,
  • βη) των παραγράφων 2 έως 7 και 9 του άρθρου 75,
  • βθ) της παρ. 7 του άρθρου 81, και
  • βι) των άρθρων 83 έως 85».
Άρθρο 102

Αρμόδια αρχή για την πρόληψη και απαγόρευση της κατάχρησης της αγοράς σε σχέση με κρυπτοστοιχεία (παρ. 1 άρθρου 93 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114) Αρμόδια αρχή, για τους σκοπούς της παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), για τη διασφάλιση της εφαρμογής και την εποπτεία της εφαρμογής των άρθρων 86 έως 92 του τίτλου VI του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, στην Ελλάδα ορίζεται η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Άρθρο 103

Ενιαίο σημείο επαφής για τη διασυνοριακή διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, καθώς και με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (παρ. 2 άρθρου 93 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ορίζεται ως το σημείο επαφής για τη διασυνοριακή διοικητική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (European Securities and Markets Association), καθώς και τις αρμόδιες για τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) αρχές των άλλων κρατών μελών.

2.

Η Τράπεζα της Ελλάδος ορίζεται ως το σημείο επαφής για τη διασυνοριακή διοικητική συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (European Banking Authority).

Άρθρο 104

Εξουσίες αρμόδιων αρχών (άρθρο 94 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, έχουν όλες τις εξου προβαίνουν στους αναγκαίους ελέγχους και έρευνες και να επιβάλλουν πρόστιμα, κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, σύμφωνα με τα άρθρα 97 έως 113 του παρόντος και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150).

2.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 98 έως 102 του παρόντος, τηρουμένου του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 για την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των εποπτικών αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής, δύνανται να ασκούν οποιαδήποτε από τις εποπτικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες που προβλέπει για τις αρμόδιες αρχές ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 και ιδίως να:

  • α) Απαιτούν από οποιοδήποτε πρόσωπο να διαβιβάζει

πληροφορίες και έγγραφα που θεωρούν ότι θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την εκτέλεση των καθηκόντων τους,

  • β) αναστέλλουν ή απαιτούν από πάροχο υπηρεσιών

κρυπτοστοιχείων να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων για μέγιστο διάστημα τριάντα (30) διαδοχικών εργάσιμων ημερών, αν έχουν βάσιμες υποψίες ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114,

  • γ) απαγορεύουν την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, αν διαπιστώνουν ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός

(ΕΕ) 2023/1114,

  • δ) δημοσιοποιούν το γεγονός ότι συγκεκριμένος πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του,
  • ε) απαιτούν τη μεταβίβαση υφιστάμενων συμβάσεων σε άλλο πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, στις

περιπτώσεις στις οποίες ανακαλείται η άδεια παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 64 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, εφόσον συμφωνούν οι πελάτες και ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στον οποίο πρόκειται να μεταβιβαστούν οι συμβάσεις,

  • στ) διατάσσουν την άμεση διακοπή της δραστηριότητας χωρίς προειδοποίηση ή χορήγηση προθεσμίας, αν

υπάρχουν υπόνοιες ότι ένα πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων χωρίς άδεια,

  • ζ) αναστέλλουν τη δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση για

μέγιστο διάστημα τριάντα (30) διαδοχικών εργάσιμων ημερών, αν έχουν βάσιμες υποψίες ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός 2023/1114,

  • η) απαγορεύουν τη δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση, αν διαπιστώσουν ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός 2023/1114

ή έχουν βάσιμες υποψίες ότι θα παραβιαστεί,

  • θ) δημοσιοποιούν ότι συγκεκριμένος προσφέρων,

επιδιώκων την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείου ή εκδότης μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του δυνάμει του Κανονισμού 2023/1114,

  • ι) διατάσσουν την άμεση διακοπή της δραστηριότητας χωρίς προειδοποίηση ή επιβολή προθεσμίας, αν

υπάρχουν υπόνοιες ότι ένα πρόσωπο εκδίδει μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος χωρίς άδεια ή ότι ένα πρόσωπο διενεργεί προσφορά ή επιδιώκει την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος χωρίς να έχει κοινοποιηθεί λευκό βιβλίο κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κανονισμού 2023/1114,

  • ια) αναστέλλουν ή απαιτούν από πάροχο υπηρεσιών

κρυπτοστοιχείων να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, αν θεωρούν ότι η κατάσταση του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων είναι τέτοια ώστε η παροχή της υπηρεσίας κρυπτοστοιχείων ενδέχεται να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων,

  • ιβ) αναστέλλουν ή απαιτούν από πάροχο υπηρεσιών

κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων να αναστείλει την παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων για μέγιστο διάστημα τριάντα (30) διαδοχικών εργάσιμων ημερών, αν έχουν βάσιμες υποψίες ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114,

  • ιγ) απαγορεύουν τη διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων σε πλατφόρμα διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων,

αν διαπιστώσουν ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 ή έχουν βάσιμες υποψίες ότι επίκειται η παραβίασή του,

  • ιδ) απαιτούν από τους προσφέροντες, τους επιδιώκοντες την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων ή τους εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά

στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος να συμπεριλάβουν συμπληρωματικές πληροφορίες στα οικεία λευκά βιβλία κρυπτοστοιχείων, εάν αυτό κρίνεται αναγκαίο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή για την προστασία των κατόχων κρυπτοστοιχείων, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων,

  • ιε) γνωστοποιούν ή απαιτούν από τον προσφέροντα,

τον επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείου ή τον εκδότη μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή τον εκδότη μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος να γνωστοποιήσει κάθε ουσιώδη πληροφορία που ενδέχεται να επηρεάσει την εκτίμηση του κρυπτοστοιχείου που αποτέλεσε αντικείμενο δημόσιας προσφοράς ή εισαγωγής προς διαπραγμάτευση, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των συμφερόντων των κατόχων κρυπτοστοιχείων, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων, ή η ομαλή λειτουργία της αγοράς,

  • ιστ) αναστέλλουν ή απαιτούν από τον πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που διαχειρίζεται πλατφόρμα

διαπραγμάτευσης κρυπτοστοιχείων να αναστείλει τη διαπραγμάτευση των κρυπτοστοιχείων, αν θεωρεί ότι η κατάσταση του προσφέροντος, του επιδιώκοντος την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείου ή του εκδότη μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία συμφέροντα των κατόχων κρυπτοστοιχείων, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων,

  • ιζ) λαμβάνουν κάθε είδους μέτρο για να διασφαλίσουν

ότι ο προσφέρων ή επιδιώκων την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων, ο εκδότης μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή ο εκδότης μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος ή ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων συμμορφώνεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, μεταξύ άλλων, απαιτώντας τη διακοπή κάθε πρακτικής ή συμπεριφοράς την οποία θεωρούν αντίθετη με τον Κανονισμό αυτόν,

  • ιη) αν δεν διατίθενται άλλα αποτελεσματικά μέσα για

να επιτευχθεί η παύση της παράβασης του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος σοβαρής βλάβης των συμφερόντων πελατών ή κατόχων κρυπτοστοιχείων, λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, μεταξύ άλλων, ζητώντας από τρίτο μέρος ή δημόσια αρχή να εφαρμόσει τα εν λόγω μέτρα για: i) να αφαιρέσει περιεχόμενο ή να περιορίσει την πρόσβαση σε διαδικτυακή διεπαφή ή να δώσει εντολή για ρητή αναγραφή προειδοποίησης προς πελάτες και κατόχους κρυπτοστοιχείων κατά την πρόσβασή τους σε διαδικτυακή διεπαφή, ii) να διατάξει πάροχο υπηρεσιών υποδοχής να αφαιρέσει, να απενεργοποιήσει ή να περιορίσει την πρόσβαση σε διαδικτυακή διεπαφή, ή iii) να διατάξει μητρώα ή καταχωρητές ονομάτων χώρου να διαγράψουν ένα πλήρως εγκεκριμένο όνομα χώρου και να επιτρέψει στην οικεία αρμόδια αρχή να το καταχωρίσει.

  • ιθ) διενεργούν επιτόπιους ελέγχους ή έρευνες σε τοποθεσίες άλλες εκτός των ιδιωτικών κατοικιών φυσικών

προσώπων και, για τον σκοπό αυτόν, εισέρχονται σε εγκαταστάσεις ώστε να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα και λοιπά δεδομένα υπό οποιαδήποτε μορφή,

  • κ) αναθέτουν επαληθεύσεις και ελέγχους σε ορκωτούς ελεγκτές λογιστές, ελεγκτικές εταιρείες και άλλους

εμπειρογνώμονες,

  • κα) απαιτούν την απομάκρυνση φυσικού προσώπου

από το διοικητικό όργανο εκδότη μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων,

  • κβ) ζητούν από οποιοδήποτε πρόσωπο να λάβει μέτρα

για τη μείωση του μεγέθους της θέσης του ή της έκθεσής του σε κρυπτοστοιχεία,

  • κγ) απαιτούν από εκδότη μάρκας με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος,

σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 23, την παρ. 3 του άρθρου 24 ή την παρ. 3 του άρθρου 58 του Κανονισμού 2023/1114, να καθορίζει ελάχιστο ονομαστικό ποσό ή να περιορίζει την ποσότητα που εκδίδει,

  • κδ) απαγορεύουν ή περιορίζουν στην ελληνική επικράτεια ή με προέλευση την ελληνική επικράτεια οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
i)

την εμπορική προώθηση, διανομή ή πώληση ορισμένων κρυπτοστοιχείων ή κρυπτοστοιχείων με ορισμένα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά· ή ii) ένα είδος δραστηριότητας ή πρακτικής που σχετίζεται με κρυπτοστοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

3.

Επιπροσθέτως, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να:

  • α) Δημοσιοποιεί ή απαιτεί από πάροχο υπηρεσιών

κρυπτοστοιχείων να δημοσιοποιήσει κάθε ουσιώδη πληροφορία που ενδέχεται να επηρεάσει την παροχή των οικείων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία των συμφερόντων των πελατών, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων, ή η ομαλή λειτουργία της αγοράς,

  • β) απαιτεί από τους προσφέροντες, τους επιδιώκοντες

την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων ή τους εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία να τροποποιήσουν το οικείο λευκό βιβλίο κρυπτοστοιχείων ή να τροποποιήσουν περαιτέρω το οικείο τροποποιημένο λευκό βιβλίο κρυπτοστοιχείων, σε περίπτωση που διαπιστώσουν ότι το λευκό βιβλίο κρυπτοστοιχείων ή το τροποποιημένο λευκό βιβλίο κρυπτοστοιχείων δεν περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με τα άρθρα 6, 19 ή 51 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114,

  • γ) απαιτεί από τους προσφέροντες, τους επιδιώκοντες

την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων ή τους εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή τους εκδότες μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος να τροποποιήσουν τις διαφημιστικές ανακοινώσεις τους, αν διαπιστώσουν ότι οι διαφημιστικές ανακοινώσεις δεν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 7, 29 ή 53 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114,

  • δ) αναστέλλει ή απαγορεύει διαφημιστικές ανακοινώσεις, αν έχει βάσιμες υποψίες ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114,
  • ε) απαιτεί από τους προσφέροντες, τους επιδιώκοντες

την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση κρυπτοστοιχείων, τους εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή σχετικούς παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων να παύσουν ή να αναστείλουν τις διαφημιστικές ανακοινώσεις για μέγιστο διάστημα τριάντα (30) διαδοχικών εργάσιμων ημερών, αν έχει βάσιμες υποψίες ότι παραβιάζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114.

4.

Οι εποπτικές αρμοδιότητες και εξουσίες ελέγχου που ασκούνται σε σχέση με προσφέροντες, επιδιώκοντες την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, εκδότες και παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με το παρόν, δεν θίγουν τις εξουσίες που ανατίθενται από την κείμενη νομοθεσία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στην Τράπεζα της Ελλάδος, όσον αφορά τις εν λόγω οντότητες, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών που προβλέπονται στους νόμους 4514/2018 (Α’ 14), 4021/2011 (Α’ 218) και 4261/2014 (Α’ 107) και τις διατάξεις προληπτικής εποπτείας που ανατίθενται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 287) στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στην Τράπεζα της Ελλάδος ως μέλος του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού. του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, εκτός από τις εξουσίες των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος, διαθέτει και τις ακόλουθες εξουσίες:

  • α) Έχει πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο και άλλα

δεδομένα οποιασδήποτε μορφής και λαμβάνει ή εκδίδει αντίγραφο αυτών,

  • β) ζητά πληροφορίες από οποιοδήποτε πρόσωπο,

συμπεριλαμβανομένων όσων συμμετέχουν διαδοχικά στη διαβίβαση εντολών ή στην εκτέλεση των σχετικών πράξεων, καθώς και των εντολέων τους, και, αν απαιτείται, καλεί και υποβάλλει ερωτήσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο με στόχο την απόκτηση πληροφοριών,

  • γ) εισέρχεται σε εγκαταστάσεις φυσικών και νομικών

προσώπων για την κατάσχεση, σύμφωνα με τη διαδικασία της περ. ε) της παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 4443/2016 (Α’ 232), εγγράφων και δεδομένων οποιασδήποτε μορφής, εφόσον υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι τα έγγραφα ή δεδομένα που σχετίζονται με το αντικείμενο της επιθεώρησης ή έρευνας ενδέχεται να είναι κρίσιμα για τη στοιχειοθέτηση υπόθεσης κατάχρησης προνομιακής πληροφορίας ή χειραγώγησης της αγοράς,

  • δ) παραπέμπει υποθέσεις στον αρμόδιο εισαγγελέα

προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη,

  • ε) ζητά τα υπάρχοντα αρχεία διακίνησης δεδομένων

που τηρούνται από διαχειριστή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, αν υπάρχουν εύλογες υπόνοιες παράβασης και τα εν λόγω αρχεία ενδέχεται να είναι σημαντικά για την έρευνα παραβάσεων των άρθρων 88 έως 91 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114,

  • στ) ζητά τη δέσμευση ή την κατάσχεση περιουσιακών

στοιχείων, ή και τα δύο, σύμφωνα με τη διαδικασία της περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 4443/2016,

  • ζ) επιβάλλει προσωρινή απαγόρευση άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, προσώπων που αδειοδοτούνται από αυτή, για τα οποία υπάρχουν εύλογες υπόνοιες ότι ευθύνονται για παραβάσεις του τίτλου VI του

Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες,

  • η) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή ενημέρωση του κοινού, συμπεριλαμβανομένης της διόρθωσης ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών που

δημοσιοποιήθηκαν, μεταξύ άλλων απαιτώντας από προσφέροντα, επιδιώκοντα την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, εκδότη ή άλλο πρόσωπο που δημοσίευσε ή διέδωσε ψευδείς ή παραπλανητικές πληροφορίες τη δημοσίευση διορθωτικής δήλωσης.

6.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, ασκούν τις εποπτικές τους αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών ελέγχου και επιβολής διορθωτικών μέτρων που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 5 του παρόντος, καθώς και τις εξουσίες για την επιβολή κυρώσεων και διοικητικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 106 με οποιονδήποτε από τους εξής τρόπους:

  • α) Άμεσα,
  • β) σε συνεργασία με άλλες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης

Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και

  • γ) με αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.
7.

Για κάθε θέμα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και δεν έχει ρητώς υπαχθεί στην εποπτική αρμοδιότητα μίας εκ των δύο αρχών σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, η συντονιστική επιτροπή της παρ. 4 του άρθρου 99 αναθέτει τη διεκπεραίωσή του, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη τη συνάφεια του θέματος σε σχέση με τις αρμοδιότητες της κάθε αρχής.

Άρθρο 105

Διαχείριση καταγγελιών (άρθρο 108 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114) Παραβάσεις ή ενδεχόμενες παραβάσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) από προσφέροντες, επιδιώκοντες την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση, εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος ή παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων μπορεί να καταγγέλλονται από πελάτες και άλλα νομιμοποιούμενα πρόσωπα στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, σύμφωνα με τα άρθρα 97 έως 112 του παρόντος, τηρουμένου του άρθρου 108 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

Άρθρο 106

Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα (άρθρο 111 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114)

1.

Με την επιφύλαξη ποινικών κυρώσεων και των εξουσιών εποπτείας και ελέγχου του άρθρου 104, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, έχουν την εξουσία να επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις ή διοικητικά μέτρα.

2.

Οι κυρώσεις και τα μέτρα της παρ. 1 επιβάλλονται για τις ακόλουθες παραβάσεις:

  • α) των άρθρων 4 έως 14 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114

του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150),

  • β) των άρθρων 16, 17, 19, 22, 23, 25, 27 έως 41, 46 και

47 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114,

  • γ) των άρθρων 48 έως 51 και 53 έως 55 του Κανονισμού

(ΕΕ) 2023/1114,

  • δ) των άρθρων 59, 60, 64 και 65 έως 83 του Κανονισμού

(ΕΕ) 2023/1114,

  • ε) των άρθρων 88 έως 92 του Κανονισμού (ΕΕ)

2023/1114,

  • στ) μη συνεργασία ή μη συμμόρφωση με έρευνα ή

έλεγχο ή αίτημα της παρ. 5 του άρθρου 105.

3.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε σχέση με τις παραβάσεις των περιπτώσεων α) έως δ) της παρ. 2 ή η Τράπεζα της Ελλάδος σε σχέση με τις παραβάσεις των περιπτώσεων β) έως δ) της παρ. 2, κατά λόγο αρμοδι

  • α) Δημόσια ανακοίνωση που αναφέρει τα στοιχεία

του ονόματος ή την πλήρη επωνυμία αντίστοιχα του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου και τη φύση της παράβασης,

  • β) εντολή προς το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της παραβατικής συμπεριφοράς και

αποφυγή της επανάληψής της,

  • γ) χρηματικό πρόστιμο έως το διπλάσιο του ποσού

του οφέλους που αποκομίστηκε ή της ζημίας που αποφεύχθηκε λόγω της παράβασης, εφόσον το όφελος ή η ζημία μπορούν να προσδιοριστούν, ακόμη και αν αυτό υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά της περ. δ), όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, ή της παρ. 4, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα,

  • δ) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, χρηματικό πρόστιμο ύψους έως επτακόσιες χιλιάδες (700.000) ευρώ.
4.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας σύμφωνα με την παρ. 3, επιβάλλουν, σε σχέση με παραβάσεις που διαπράττονται από νομικά πρόσωπα, χρηματικό πρόστιμο που ανέρχεται σε:

  • α) Ποσό έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ, για

τις παραβάσεις των περιπτώσεων α) έως δ) της παρ. 1,

  • β) ποσοστό έως τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού

ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου με βάση τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές του καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, για τις παραβάσεις της περ. α) της παρ. 2,

  • γ) ποσοστό έως πέντε τοις εκατό (5%) του συνολικού

ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές του καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, για τις παραβάσεις της περ. δ) της παρ. 2,

  • δ) ποσοστό έως δώδεκα κόμμα πέντε τοις εκατό

(12,5%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου με βάση τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές του καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, για τις παραβάσεις των περιπτώσεων

  • β) και γ) της παρ. 2.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)