Νόμοι — ΦΕΚ A' 56/2025
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ρυθμίζονται ειδικά και τεχνικά θέματα ως προς τη λειτουργία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος και των ιδρυμάτων πληρωμών που δραστηριοποιούνται κατά την παρ. 4 του άρθρου 97, περί νομικής μορφής των επιχειρήσεων που έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα και παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, εκδίδουν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος ή μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και διενεργούν δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, σε ζητήματα που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.
Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών συγκροτείται η συντονιστική επιτροπή της παρ. 4 του άρθρου 99, η οποία αποτελείται από έναν (1) εκπρόσωπο της Τράπεζας της Ελλάδος, έναν (1) μέλη του πρώτου εδαφίου προτείνονται από τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και τον Διοικητή της Εθνικής Αρχής Κυβερνοασφάλειας, κατά τον λόγο της αρμοδιότητάς τους. Με την ίδια απόφαση ρυθμίζονται ζητήματα λειτουργίας και λήψης αποφάσεων από τη συντονιστική επιτροπή του πρώτου εδαφίου.
Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, δύναται να καθορίζονται στοιχεία που υποβάλλουν οι εποπτευόμενοι φορείς, ο χρόνος και τρόπος υποβολής τους, καθώς και κάθε άλλο σχετικό ζήτημα, για την εφαρμογή του άρθρου 104 του παρόντος, περί εξουσιών αρμόδιων αρχών, και του άρθρου 94 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.
Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, ορίζονται τα απαραίτητα κριτήρια για την αξιολόγηση των γνώσεων και των δεξιοτήτων των φυσικών προσώπων που παρέχουν συμβουλές ή πληροφορίες σχετικά με κρυπτοστοιχεία ή με υπηρεσία κρυπτοστοιχείων για λογαριασμό των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 81 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, περί παροχής συμβουλών σχετικά με κρυπτοστοιχεία και παροχής διαχείρισης χαρτοφυλακίου κρυπτοστοιχείων.
Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, δύναται να:
- α) Ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικό με τη διαχείριση καταγγελιών πελατών και άλλων νομιμοποιούμενων προσώπων, σύμφωνα με το άρθρο 105, περί
διαχείρισης καταγγελιών,
- β) ρυθμίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικό με την
επιβολή διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων του άρθρου 106, καθώς και την άσκηση των εξουσιών εποπτείας και επιβολής κυρώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 108, περί άσκησης των εποπτικών εξουσιών και των εξουσιών επιβολής κυρώσεων,
- γ) καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα σχετικό με τη δημοσιοποίηση των αποφάσεών τους, με τις οποίες επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα
για παραβάσεις του Κεφαλαίου Β’ του παρόντος Μέρους και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, σύμφωνα με το άρθρο 110, περί δημοσιοποίησης αποφάσεων,
- δ) καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την τήρηση των κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων που
εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, σύμφωνα με το άρθρο 115, περί υιοθέτησης αυτών από την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς,
- ε) προβλέπεται κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του Κεφαλαίου Β’ του παρόντος Μέρους και του
Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.
Άρθρο 125
Μεταβατικές διατάξεις Μέρους Γ’
Οι πάροχοι υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων, όπως αυτά ορίζονται στην περ. 24 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί ορισμών, και παραστατικών νομισμάτων, καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών, όπως αυτοί ορίζονται στην περ. 25 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 116 του παρόντος, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου 2024 στο μητρώο της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018, περί αρμοδίων αρχών, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 1 του άρθρου 117 του παρόντος, δικαιούνται να συνεχίσουν να παρέχουν τις υπηρεσίες για τις οποίες είναι εγγεγραμμένοι με βάση τον ν. 4557/2018, περί πρόληψης και καταστολής της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, όπως αυτός ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με τον παρόντα νόμο, ως εξής:
- α) Όσοι έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα, έως
την 31η Δεκεμβρίου 2025 ή μέχρι την ημερομηνία χορήγησης άδειας ή άρνησης χορήγησης άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), περί αξιολόγησης της αίτησης χορήγησης άδειας και χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη,
- β) όσοι έχουν καταστατική έδρα σε άλλο κράτος μέλος,
εφόσον το εν λόγω κράτος μέλος εφαρμόζει το μεταβατικό καθεστώς της παρ. 3 του άρθρου 143 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, περί μεταβατικών μέτρων,
- βα) έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 ή
- ββ) έως την ημερομηνία λήξης της περιόδου που προβλέπει το μεταβατικό καθεστώς του εν λόγω κράτους
μέλους, εφόσον αυτή είναι προγενέστερη της περιόδου της υποπερ. βα), ή
- βγ) έως την ημερομηνία χορήγησης ή άρνησης χορήγησης άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 63 του Κανονισμού 2023/1114 από την αρμόδια κατά τον εν λόγω
Κανονισμό εποπτική αρχή, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη της ημερομηνίας της υποπερ. βα).
Οι πάροχοι υπηρεσιών ανταλλαγής μεταξύ εικονικών νομισμάτων, όπως αυτά ορίζονται στην περ. 24 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018 και παραστατικών νομισμάτων και οι πάροχοι υπηρεσιών θεματοφυλακής ψηφιακών πορτοφολιών, όπως αυτοί ορίζονται στην περ. 25 του άρθρου 3 του ν. 4557/2018, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε, αντίστοιχα, πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 116 του παρόντος, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι μέχρι τις 27 Δεκεμβρίου 2024 στο ειδικό μητρώο παρόχων που τηρεί η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή υπόχρεων προσώπων και υπάγονται στην αρμοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 ή μέχρι την ημερομηνία χορήγησης άδειας ή άρνησης χορήγησης άδειας, κατά την έννοια του άρθρου 63 του Κανονισμού 2023/1114 και του Κεφαλαίου Α’ του παρόντος Μέρους, εφόσον η ημερομηνία αυτή είναι προγενέστερη.
Το ειδικό μητρώο παρόχων διατηρείται σε ισχύ έως την 31η Δεκεμβρίου 2025.
Άρθρο 126
Καταργούμενες διατάξεις Μέρους Γ’ (παρ. 1 άρθρου 2, Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, όπως τροποποιείται με την παρ. 1 του άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Οι περιπτώσεις ιβ) και ιγ) της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί υπόχρεων προσώπων, καταργούνται.
ΜΕΡΟΣ Δ’
ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2023/2631 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 22ας ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2023, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΟΜΟΛΟΓΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΕΣ ΔΗΜΟΣΙΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΑ ΟΜΟΛΟΓΑ ΠΟΥ ΔΙΑΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΩΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΑ ΒΙΩΣΙΜΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΑ ΜΕ ΤΗ ΒΙΩΣΙΜΟΤΗΤΑ ΟΜΟΛΟΓΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Δ’
Άρθρο 127
Σκοπός Μέρους Δ’ Σκοπός του Μέρους Δ’ είναι η λήψη μέτρων προς εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L).
Άρθρο 128
Αντικείμενο Μέρους Δ’ Αντικείμενο του Μέρους Δ’ είναι:
- α) Ο ορισμός των αρμόδιων αρχών για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού
Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L),
- β) η ρύθμιση των εξουσιών εποπτείας και έρευνας,
καθώς και της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτές διαθέτουν τις εξουσίες εποπτείας και διερεύνησης για την άσκηση των καθηκόντων τους αναφορικά με τον παρόντα και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2631,
- γ) η θέσπιση διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών μέτρων για τις περιπτώσεις παραβίασης των
διατάξεων του παρόντος Μέρους και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 και
- δ) η παροχή δικαστικής προστασίας, μέσω της άσκησης ενδίκων βοηθημάτων ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας.
ΕΥΡΩΠΑΪΚΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΟΜΟΛΟΓΑ
Άρθρο 129
Αρμόδιες αρχές (άρθρο 44 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς είναι αρμόδια, κατ’ εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 44 του Κανονισμού Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L), για την εποπτεία:
- α) των εκδοτών ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων
όσον αφορά τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II και στα άρθρα 18 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 και
- β) των εκδοτών που χρησιμοποιούν τα κοινά υποδείγματα που προβλέπονται στο άρθρο 21, όσον αφορά τη
συμμόρφωση με τα εν λόγω υποδείγματα.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος είναι αρμόδιες, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του άρθρου 44 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, κατά λόγο αρμοδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 4706/2020 (Α’ 136), για την εποπτεία της συμμόρφωσης των μεταβιβαζουσών οντοτήτων με τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II και στα άρθρα 18 και 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631.
Άρθρο 130
Εξουσίες αρμόδιων αρχών (άρθρο 45 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος διαθέτουν όλες τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους. Για να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους, διαθέτουν, κατά λόγο αρμοδιότητας, τις ακόλουθες εξουσίες εποπτείας και έρευνας:
- α) Να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν τα
δελτία πληροφοριών για τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα που αναφέρονται στο άρθρο 10 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 ή να περιλαμβάνουν στα εν λόγω δελτία τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα I του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L),
- β) να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν αξιολογήσεις και εκτιμήσεις,
- γ) να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τον επιμερισμό των κερδών ή
να περιλαμβάνουν στις ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τον επιμερισμό των κερδών τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα II του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- δ) να απαιτούν από τους εκδότες να δημοσιεύουν
έκθεση αντικτύπου ή να περιλαμβάνουν στην έκθεση αντικτύπου τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Παράρτημα III του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- ε) να απαιτούν από τους εκδότες να κοινοποιούν σε
αυτές, τη δημοσίευση σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- στ) αν οι εκδότες χρησιμοποιούν τα κοινά υποδείγματα
που προβλέπονται στο άρθρο 21 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, να απαιτούν από αυτούς να περιλαμβάνουν τα στοιχεία που αναφέρονται στα υποδείγματα αυτά στις περιοδικές δημοσιοποιήσεις τους μετά από την έκδοση,
- ζ) να απαιτούν από τους ελεγκτές και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του εκδότη να παρέχουν πληροφορίες
και έγγραφα,
- η) να αναστέλλουν μια προσφορά ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά για μέγιστο διάστημα
δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών εφάπαξ, αν έχουν βάσιμες υποψίες μη συμμόρφωσης του εκδότη με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- θ) να απαγορεύουν την προσφορά ή την εισαγωγή ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων προς διαπραγμάτευση
σε ρυθμιζόμενη αγορά, αν έχουν βάσιμες υποψίες ότι ο εκδότης εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- ι) να αναστέλλουν για μέγιστο διάστημα δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών τις διαφημίσεις ή να απαιτούν από τους εκδότες ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων
ή τους οικείους χρηματοοικονομικούς διαμεσολαβητές να αναστείλουν τις διαφημίσεις για μέγιστο διάστημα δέκα (10) διαδοχικών εργάσιμων ημερών εφάπαξ, αν έχουν βάσιμες υποψίες μη συμμόρφωσης του εκδότη με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- ια) να απαγορεύουν τις διαφημίσεις ή να απαιτούν
από τους εκδότες ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων ή τους οικείους χρηματοοικονομικούς διαμεσολαβητές να διακόψουν τις διαφημίσεις, αν έχουν βάσιμες υποψίες ότι ο εκδότης εξακολουθεί να μη συμμορφώνεται με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου II ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- ιβ) να δημοσιοποιούν το γεγονός ότι ένας εκδότης
ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων δεν συμμορφώνεται με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2631 και να απαιτούν από τον εκδότη να δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες στον ιστότοπό του,
- ιγ) να απαγορεύουν σε εκδότη να εκδίδει ευρωπαϊκά
πράσινα ομόλογα για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος αν ο εν λόγω εκδότης έχει διαπράξει επανειλημμένα σοβαρή παράβαση του κεφαλαίου 2 του τίτλου II ή των άρθρων 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- ιδ) έπειτα από χρονικό διάστημα τριών (3) μηνών
μετά από την απαίτηση που αναφέρεται στην περ. ιβ), να δημοσιοποιούν το γεγονός ότι ο εκδότης ευρωπαϊκών πράσινων ομολόγων δεν συμμορφώνεται πλέον με το άρθρο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 όσον αφορά τη χρήση της ονομασίας «ευρωπαϊκό πράσινο ομόλογο» ή «EuGB» και να απαιτούν από τον εκδότη να δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες στον ιστότοπό του,
- ιε) να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους, επιθεωρήσεις
ή έρευνες σε τοποθεσίες άλλες εκτός των ιδιωτικών κατοικιών φυσικών προσώπων και, για τον σκοπό αυτό, να εισέρχονται σε εγκαταστάσεις για να έχουν πρόσβαση σε έγγραφα και λοιπά δεδομένα υπό οποιαδήποτε μορφή, αν υφίστανται εύλογες υπόνοιες ότι τα έγγραφα και τα λοιπά δεδομένα που αποτελούν το αντικείμενο της επιθεώρησης ή της έρευνας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποδειχθεί παράβαση του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631. H Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να ζητούν από την αρμόδια δικαστική αρχή να αποφασίζει για την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος ασκούν τα καθήκοντα και τις εξουσίες τους που αναφέρονται στην παρ. 1 με οποιονδήποτε από τους εξής τρόπους:
- α) Άμεσα,
- β) σε συνεργασία με άλλες αρχές,
- γ) υπό την ευθύνη τους με μεταβίβαση εξουσιών σε
άλλες αρχές και
- δ) κατόπιν αίτησης προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.
Άρθρο 131
Συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών (άρθρο 46 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζονται μεταξύ τους, καθώς και με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών για τους σκοπούς της εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L), σύμφωνα με το άρθρο 46 του εν λόγω Κανονισμού, ανταλλάσσοντας πληροφορίες χωρίς καθυστέρηση στους τομείς της έρευνας, της εποπτείας και της επιβολής του νόμου.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να αρνηθούν να ανταποκριθούν σε αίτημα πληροφόρησης ή συνεργασίας στο πλαίσιο έρευνας, μόνο κατ’ εξαίρεση, στις ακόλουθες περιστάσεις:
- α) Αν η συμμόρφωση με το αίτημα ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τις δικές τους δραστηριότητες έρευνας
ή επιβολής του νόμου ή μία ποινική έρευνα, ενώπιον των οικείων αρχών στην Ελλάδα,
- γ) αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στην περ. β) έχουν
ήδη κριθεί τελεσίδικα για τα ίδια πραγματικά περιστατικά στην Ελλάδα.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να ζητήσουν τη συνδρομή της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους μέλους όσον αφορά επιτόπιους ελέγχους, επιθεωρήσεις ή έρευνες. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος λάβουν αίτημα από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους για τη διενέργεια επιτόπιου ελέγχου, επιθεώρησης ή έρευνας μπορούν να προβούν σε μία από τις παρακάτω ενέργειες:
- α) να διενεργήσουν οι ίδιες τον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,
- β) να επιτρέψουν στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε
το αίτημα να συμμετάσχει στον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,
- γ) να επιτρέψουν στην αρμόδια αρχή που υπέβαλε το
αίτημα να διενεργήσει η ίδια τον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,
- δ) να ορίσουν ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες για να διενεργήσουν τον επιτόπιο έλεγχο, επιθεώρηση ή έρευνα,
- ε) να κατανείμουν συγκεκριμένα καθήκοντα σχετικά
με τις δραστηριότητες εποπτείας με τις άλλες αρμόδιες αρχές.
Στην περίπτωση ομολόγου τιτλοποίησης, αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώσουν ή έχουν λόγο να κάνουν δεκτό ότι δεν έχει υπάρξει συμμόρφωση με υποχρέωση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 του τίτλου ΙΙ ή στα άρθρα 18 ή 19 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, ενημερώνουν την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους της οντότητας, για την οποία υπάρχουν υπόνοιες μη συμμόρφωσης, σχετικά με τα πορίσματά τους, με επαρκώς λεπτομερή τρόπο, τηρουμένου του δευτέρου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 46 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631. Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος διαφωνούν με άλλη αρμόδια αρχή σχετικά με τη διαδικασία ή το περιεχόμενο των μέτρων που έλαβε η τελευταία ή με το γεγονός ότι δεν έλαβε κανένα μέτρο, κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση τη διαφωνία αυτή σε όλες τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος δύνανται να θέτουν υπόψη της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών ότι αίτημα πληροφόρησης ή συνεργασίας, απορρίφθηκε ή δεν δόθηκε σε αυτό η απαιτούμενη συνέχεια εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
Άρθρο 132
Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα (άρθρο 49 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος με την επιφύλαξη των εξουσιών εποπτείας και έρευνας που προβλέπονται στο άρθρο 131 και στην ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, επιβάλλουν, κατά λόγο αρμοδιότητας, με απόφασή τους, για τις παραβάσεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα, διοικητικές κυρώσεις και λαμβάνουν άλλα κατάλληλα διοικητικά μέτρα που είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά. Οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα ισχύουν για:
- α) Παράβαση από εκδότες του κεφαλαίου 2 του τίτλου ΙΙ ή των άρθρων 18, 19 και 21 του Κανονισμού (ΕΕ)
2023/2631,
- β) μη συνεργασία ή μη συμμόρφωση με έρευνα, επιθεώρηση ή απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου
45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, δύνανται να επιβάλλουν, με απόφασή τους, διαζευκτικά ή σωρευτικά, τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις και τα ακόλουθα διοικητικά μέτρα σε σχέση με τις παραβάσεις που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1:
- α) δημόσια ανακοίνωση, η οποία αναφέρει το υπεύθυνο φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης σύμφωνα με την περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου
45 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631,
- β) εντολή με την οποία απαιτείται από το υπεύθυνο
φυσικό ή νομικό πρόσωπο να παύσει τη συμπεριφορά που αποτελεί την παράβαση και να παραλείψει αυτήν στο μέλλον,
- γ) εντολή με την οποία απαγορεύεται στο υπεύθυνο
φυσικό ή νομικό πρόσωπο να εκδίδει ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος,
- δ) ανώτατα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα που ανέρχονται στο διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, αν το εν λόγω ποσό μπορεί να προσδιοριστεί,
- ε) στην περίπτωση νομικού προσώπου, ανώτατα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους πέντε εκατομμυρίων
(5.000.000) ευρώ ή έως τρία τοις εκατό (3%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τις τελευταίες διαθέσιμες οικονομικές καταστάσεις που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο,
- στ) στο κάθε υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, ανώτατα διοικητικά πρόστιμα ύψους ενός εκατομμυρίου (1.000.000)
ευρώ. Για τους σκοπούς της περ. ε) του πρώτου εδαφίου, αν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης με υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων σύμφωνα με τον ν. 4308/2014 (Α’ 251) και την Οδηγία 2013/34/ ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων κατάργηση των Οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (L 182), ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος, σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο στον τομέα της λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης.
Οι αποφάσεις του παρόντος δημοσιεύονται σύμφωνα με το άρθρο 52 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631.
Για τον καθορισμό των διοικητικών κυρώσεων και των διοικητικών μέτρων της παρ. 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, λαμβάνουν υπόψη τις ειδικότερες περιστάσεις στις οποίες περιλαμβάνονται ιδίως:
- α) Η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης,
- β) ο βαθμός ευθύνης του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
- γ) η χρηματοοικονομική ισχύς του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει από
τον συνολικό κύκλο εργασιών του ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του,
- δ) ο αντίκτυπος της παράβασης στα συμφέροντα των
επενδυτών λιανικής,
- ε) η σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι
υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,
- στ) το επίπεδο συνεργασίας του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την αρμόδια αρχή,
με την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των αποκτηθέντων κερδών ή αποφευχθεισών ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο,
- ζ) προηγούμενες παραβάσεις του προσώπου που είναι
υπεύθυνο για την παράβαση και
- η) τα μέτρα που ελήφθησαν από το πρόσωπο που είναι
υπεύθυνο για την παράβαση για την αποτροπή επανάληψής της.
Άρθρο 133
Δικαίωμα προσφυγής (άρθρο 51 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631)
Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα, προσβάλλονται, κατά περίπτωση, με προσφυγή ουσίας ή αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α’ 178), περί ενδίκων βοηθημάτων.
Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το π.δ. 18/1989 (Α’ 8).
Άρθρο 134
και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος, για θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητές τους, μεριμνούν ώστε να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις που εκδίδονται μεμονωμένα από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και από κοινού από τις παραπάνω Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μέσω της Μεικτής Επιτροπής, σύμφωνα με τους Κανονισμούς (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ ΕΚ της Επιτροπής (L 331), 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (L 331) και 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (L 331).
Οι αποφάσεις και αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2631 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L) λαμβάνονται και ασκούνται με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της (ν. 3424/1927, Α’ 298) ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 135
Εξουσιοδοτική διάταξη Μέρους Δ’ Με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς μπορεί να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τα θέματα αρμοδιότητάς της, όσον αφορά την εφαρμογή του Συμβουλίου, της 22ας Νοεμβρίου 2023, σχετικά με τα ευρωπαϊκά πράσινα ομόλογα και τις προαιρετικές δημοσιοποιήσεις για τα ομόλογα που διατίθενται στην αγορά ως περιβαλλοντικά βιώσιμα και για τα συνδεόμενα με τη βιωσιμότητα ομόλογα (Σειρά L).
ΜΕΡΟΣ Ε’
ΡΥΘΜΙΣΗ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ Ε’
Άρθρο 136
Σκοπός Μέρους Ε’ Σκοπός του Μέρους Ε’ είναι η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου και η περαιτέρω διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της χώρας μας.
Άρθρο 137
Αντικείμενο Μέρους Ε’ Αντικείμενο του Μέρους Ε’ είναι η πλήρης συμμόρφωση της χώρας μας με την Οδηγία (ΕΕ) 2019/878 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ όσον αφορά τις εξαιρούμενες οντότητες, τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, τις μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, τις αποδοχές, τα μέτρα και τις εξουσίες εποπτείας και τα μέτρα διατήρησης κεφαλαίου (L 150). ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ
Άρθρο 138
Έγκριση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών - Τροποποίηση παρ. 3 άρθρου 22Α ν. 4261/2014 (παρ. 9 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στο δεύτερο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 22Α του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί έγκρισης των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, οι λέξεις «στην παρ. 8» αντικαθίστανται από τις λέξεις «στην παρ. 7» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών συμπίπτει χρονικώς με την αξιολόγηση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 23, η Τράπεζα της Ελλάδος για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου συντονίζεται καταλλήλως με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, εφόσον είναι διαφορετική, την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών. Στην περίπτωση αυτή, η περίοδος αξιολόγησης που αναφέρεται στην παρ. 7 του άρθρου 23 αναστέλλεται επί χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν. Η Τράπεζα της Ελλάδος ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών συντονίζεται ως ανωτέρω με την αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής σε πιστωτικό ίδρυμα που αναφέρεται στο άρθρο 22 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ (L 176)».
Άρθρο 139
Πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων Τροποποίηση παρ. 4 άρθρου 96Α ν. 4261/2014 (παρ. 33 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην παρ. 4 του άρθρου 96Α του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α): αα) οι λέξεις «ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» διαγράφονται, αβ) μετά από τις λέξεις «της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96», προστίθενται οι λέξεις «, για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης,»,
- αγ) προστίθεται νέο τελευταίο εδάφιο, β) στην περ. β)
οι λέξεις «ή Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» διαγράφονται,
- γ) στις περιπτώσεις γ) και δ) οι λέξεις «ή την Επιτροπή
Κεφαλαιαγοράς», όπου αναφέρονται, διαγράφονται, και η παρ. 4 διαμορφώνεται ως εξής: «4.α) Το ίδρυμα συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96, για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης, με ίδια κεφάλαια που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- αα) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα (3/4) της πρόσθετης
απαίτησης ιδίων κεφαλαίων καλύπτονται με κεφάλαια της Κατηγορίας 1,
- ββ) τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του κεφαλαίου της
Κατηγορίας 1 που αναφέρεται στην υποπερ. αα) αποτελούνται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1. Το ίδρυμα συμμορφώνεται προς την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων την οποία επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος βάσει της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης με κεφάλαια της Κατηγορίας 1.
- β) Κατά παρέκκλιση της περ. α) η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να απαιτήσει από το ίδρυμα να πληροί την
πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων με υψηλότερο ποσοστό κεφαλαίου της Κατηγορίας 1 ή κεφαλαίου κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, όπου χρειάζεται και λαμβανομένων υπόψη των ειδικών συνθηκών του ιδρύματος.
- γ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που
αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για την αντιμετώπιση κινδύνων εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:
- ββ) της συνολικής απαίτησης αποθεμάτων ασφαλείας,
- γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β, όταν η
κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους εκτός του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης.
- δ) Ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που
αναφέρεται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 96 και επιβάλλεται από την Τράπεζα της Ελλάδος για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης που δεν καλύπτεται επαρκώς από το στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη οποιουδήποτε εκ των ακολούθων:
- αα) της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων που προβλέπεται
στο στοιχείο δ) της παρ. 1 του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- ββ) της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον
δείκτη μόχλευσης που προβλέπεται στην παρ. 1α του άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013,
- γγ) της κατεύθυνσης ως προς τα πρόσθετα ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 96Β,
όταν η κατεύθυνση αυτή αφορά κινδύνους υπερβολικής μόχλευσης».
Άρθρο 140
Περιορισμοί διανομής σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης Τροποποίηση περ. β) παρ. 2 άρθρου 131Β ν. 4261/2014 (παρ. 52 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2019/878) Στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 131Β του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί περιορισμών διανομής σε περίπτωση μη τήρησης της απαίτησης αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, οι λέξεις «τη συνολική απαίτηση αποθεμάτων ασφαλείας» αντικαθίστανται από τις λέξεις «την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης», και η παρ. 2 διαμορφώνεται ως εξής: «2. Ίδρυμα που δεν πληροί την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, υπολογίζει το μέγιστο διανεμητέο ποσό που αφορά τον δείκτη μόχλευσης («Μ-ΜΔΠ») σύμφωνα με την παρ. 4 και το κοινοποιεί στην Τράπεζα της Ελλάδος ή την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σε αυτή την περίπτωση, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις κάτωθι ενέργειες προτού υπολογίσει το Μ-ΜΔΠ:
- α) διανομή κερδών όσον αφορά το κεφάλαιο κοινών
μετοχών της Κατηγορίας 1,
- β) ανάληψη της υποχρέωσης καταβολής μεταβλητών
αποδοχών ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, ή καταβολή μεταβλητών αποδοχών, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε, όσο το ίδρυμα δεν πληρούσε την απαίτηση αποθέματος ασφαλείας για τον δείκτη μόχλευσης, ή
- γ) πληρωμές σε πρόσθετα κεφαλαιακά μέσα της Κατηγορίας 1».
ΜΕΡΟΣ ΣΤ’
ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ - ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΣΤΙΣ ΨΗΦΙΑΚΕΣ ΑΠΕΙΛΕΣ - ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΩΝ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΩΝ ΣΤΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΜΕ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΣΕ ΠΡΟΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΔΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΡΟΥΣ ΣΤ’
Άρθρο 141
Σκοπός Μέρους ΣΤ’ Σκοπός του Μέρους ΣΤ’ είναι ο προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στο πλαίσιο εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στις ψηφιακές απειλές και ο προσδιορισμός των αρμόδιων αρχών για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των συμμετεχόντων στις χρηματοπιστωτικές αγορές με τις απαιτήσεις διαφάνειας των περιβαλλοντικά βιώσιμων επενδύσεων, των χρηματοπιστωτικών προϊόντων που προωθούν τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, καθώς και των άλλων χρηματοπιστωτικών προϊόντων, σε προσυμβατικές γνωστοποιήσεις και σε περιοδικές εκθέσεις.
Άρθρο 142
Αντικείμενο Μέρους ΣΤ’ Αντικείμενο του Μέρους ΣΤ’ είναι:
- α) Η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Απριλίου 2024 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) 806/2014 όσον αφορά ορισμένες πτυχές της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων (Σειρά L),
- β) η λήψη μέτρων προς εφαρμογή του Κανονισμού
(ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333),
- γ) η ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2022/2556 του
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 για την τροποποίηση των Οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ ΕΕ, 2014/59/ΕΕ, 2014/65/ΕΕ, (ΕΕ) 2015/2366 και (ΕΕ) 2016/2341 όσον αφορά την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα για τον χρηματοοικονομικό τομέα (L 333), και
- δ) η λήψη μέτρων προς εφαρμογή του Κανονισμού
(ΕΕ) 2019/2088 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 2020 σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (L 198). ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΛΑΧΙΣΤΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΗΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ
Άρθρο 143
Ορισμός οντότητας εκκαθάρισης Προσθήκη περ. 47δ στο εσωτερικό άρθρο 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 1 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Στο εσωτερικό άρθρο 2 του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί ορισμών, προστίθεται περ. 47δ) ως εξής: «47δ «οντότητα εκκαθάρισης»: νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το οποίο το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου ή, για οντότητες που δεν ανήκουν σε όμιλο, το σχέδιο εξυγίανσης, προβλέπει ότι η οντότητα εκκαθαρίζεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή οντότητα, εντός ομίλου εξυγίανσης, η οποία δεν είναι οντότητα εξυγίανσης και σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν προβλέπει την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής,».
Άρθρο 144
Προσδιορισμός της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις - Τροποποίηση παρ. 2 και προσθήκη παρ. 2α στο εσωτερικό άρθρο 45γ του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 2 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Στο εσωτερικό άρθρο 45γ του άρθρου 2 του ν. 4335/ 2015 (Α’ 87), περί προσδιορισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 2 το δεύτερο και το τρίτο εδάφιο καταργούνται, β) προστίθεται παρ. 2Α, και οι παράγραφοι 2 και 2Α διαμορφώνονται «2. Σε περίπτωση που το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει, ότι η ενέργεια εξυγίανσης πρέπει να αναλαμβάνεται ή οι εξουσίες απομείωσης και μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, σύμφωνα με το άρθρο 59, να ασκούνται σύμφωνα με το σχετικό σενάριο εξυγίανσης που αναφέρεται στην παρ. 3 του άρθρου 18, η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 ισούται με ποσό ικανό να διασφαλίσει ότι:
- α) οι ζημίες που αναμένεται να υποστεί η οντότητα
απορροφώνται πλήρως (απορρόφηση ζημιών),
- β) η οντότητα εξυγίανσης και οι θυγατρικές της που
είναι ιδρύματα ή οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’, γ’ και δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1 αλλά όχι οντότητες εξυγίανσης, ανακεφαλαιοποιούνται στο αναγκαίο επίπεδο, ώστε να είναι σε θέση να εξακολουθήσουν να πληρούν τις προϋποθέσεις απόκτησης άδειας λειτουργίας και να διεκπεραιώνουν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του v. 4261/2014, του v. 4514/2018 ή ισοδύναμης νομοθετικής πράξης για ενδεδειγμένο χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος (ανακεφαλαιοποίηση). 2Α. Η αρχή εξυγίανσης δεν καθορίζει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, περί εφαρμογής και υπολογισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, για τις οντότητες εκκαθάρισης. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αξιολογεί αν δικαιολογείται να καθοριστεί η απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 για οντότητα εκκαθάρισης σε μεμονωμένη βάση σε ύψος που υπερβαίνει το ποσό που επαρκεί για την απορρόφηση ζημιών, σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2. Η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει ιδίως υπόψη στην αξιολόγησή της κάθε πιθανό αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στον κίνδυνο μετάδοσης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, μεταξύ άλλων όσον αφορά στη χρηματοδοτική ικανότητα των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων. Αν η αρχή εξυγίανσης καθορίζει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, η οντότητα εκκαθάρισης πληροί την εν λόγω απαίτηση χρησιμοποιώντας ένα (1) ή περισσότερα από τα ακόλουθα:
- αα) ίδια κεφάλαια,
- αβ) υποχρεώσεις που πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α, περί στοιχείων
επιλέξιμων υποχρεώσεων, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176), με εξαίρεση τις περιπτώσεις β) και δ) της παρ. 2 του άρθρου 72β, περί μέσων επιλέξιμων δαπανών του εν λόγω Κανονισμού,
- αγ) τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του
άρθρου 45β. Η παρ. 2 του άρθρου 77, περί προϋποθέσεων μείωσης των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, και το άρθρο 78α, περί άδειας για τη μείωση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 δεν εφαρμόζονται σε οντότητες εκκαθάρισης για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης δεν έχει καθορίσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του παρόντος. Μέσα ιδίων κεφαλαίων και μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδόθηκαν από θυγατρικά ιδρύματα που είναι οντότητες εκκαθάρισης, για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης δεν έχει καθορίσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, δεν αφαιρούνται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 72ε, περί αφαιρέσεων από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων, του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013. Κατά παρέκκλιση από το έκτο εδάφιο, ένα ίδρυμα ή μια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β), γ) ή είναι θυγατρική οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας που θα ήταν οντότητα εξυγίανσης εάν ήταν εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αφαιρεί τα μέσα ιδίων κεφαλαίων που κατέχει σε θυγατρικά ιδρύματα που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και είναι οντότητες εκκαθάρισης, για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης δεν έχει καθορίσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, αν το συνολικό ποσό των εν λόγω μέσων ισούται ή υπερβαίνει το επτά τοις εκατό (7%) του συνολικού ποσού των ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων του ιδρύματος αυτού ή της οντότητας αυτής τα οποία συμμορφώνονται με τα κριτήρια επιλεξιμότητας, όπως αυτά ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 45στ, περί εφαρμογής της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, υπολογιζόμενου ετησίως την 31η Δεκεμβρίου, με εξαγωγή του μέσου όρου των προηγούμενων δώδεκα (12) μηνών».
Άρθρο 145
Εφαρμογή της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης - Τροποποίηση παρ. 1 και προσθήκη παραγράφων 2Α και 2Β στο εσωτερικό άρθρο 45στ του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (παρ. 3 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Στο εσωτερικό άρθρο 45στ του άρθρου 2 του ν. 4335/ 2015 (Α’ 87), περί εφαρμογής της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε οντότητες που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην παρ. 1, προστίθεται νέο τέταρτο εδάφιο, β) προστίθενται παράγραφοι 2Α και 2Β, και οι παράγραφοι 1 έως 2Β διαμορφώνονται ως εξής: «1. Τα ιδρύματα που είναι θυγατρικές μιας οντότητας εξυγίανσης ή οντότητας τρίτης χώρας αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 45γ σε ατομική βάση. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρμόσει την απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν σε οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β’, γ’ ή δ’ της παρ. 1 του άρθρου 1, η οποία είναι θυγατρική μιας οντότητας εξυγίανσης αλλά δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης. Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου, οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ που δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, αλλά είναι θυγατρικές οντοτήτων τρίτων χωρών, πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 45γ και 45δ σε ενοποιημένη βάση. Κατά παρέκκλιση του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει να καθορίσει την απαίτηση που προβλέπεται στο άρθρο 45γ, περί προσδιορισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, σε ενοποιημένη βάση για μια θυγατρική, όπως αναφέρεται στην παρούσα αν η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- α) η θυγατρική πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
- αα) η θυγατρική ανήκει άμεσα στην οντότητα εξυγίανσης και:
η οντότητα εξυγίανσης είναι μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, ii) τόσο η θυγατρική όσο και η οντότητα εξυγίανσης είναι εγκατεστημένες στο ίδιο κράτος μέλος και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, iii) η οντότητα εξυγίανσης δεν κατέχει άμεσα κάποιο θυγατρικό ίδρυμα ούτε κάποια θυγατρική οντότητα όπως αναφέρεται στις περιπτώσεις β), γ) ή δ) της παρ. 1 του άρθρου 1 περί αντικειμένου και πεδίου εφαρμογής, όταν η εν λόγω οντότητα υπόκειται στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου ή στην απαίτηση του άρθρου 45γ, εκτός από την οικεία θυγατρική, iv) η θυγατρική επηρεάζεται δυσανάλογα από τις αφαιρέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 72ε, περί αφαιρέσεων από στοιχεία επιλέξιμων υποχρεώσεων του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 176),
- αβ) η θυγατρική υπόκειται στην απαίτηση του άρθρου
96Α του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί πρόσθετης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων, μόνο σε ενοποιημένη βάση και ο καθορισμός της απαίτησης που ορίζεται στο άρθρο 45γ του παρόντος σε ενοποιημένη βάση δεν θα οδηγούσε σε υπερεκτίμηση των αναγκών ανακεφαλαιοποίησης, για τους σκοπούς της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 45γ, του υποομίλου που αποτελείται από οντότητες εντός της συναφούς περιμέτρου ενοποίησης, ιδίως αν υπάρχει επικράτηση οντοτήτων εκκαθάρισης εντός της συγκεκριμένης περιμέτρου ενοποίησης,
- β) η συμμόρφωση με την απαίτηση του άρθρου 45γ σε
ενοποιημένη βάση ως υποκατάστατο της συμμόρφωσης με την απαίτηση αυτή σε μεμονωμένη βάση δεν θίγει ουσιωδώς κάποιο από τα ακόλουθα:
- βα) την αξιοπιστία και την εφικτότητα της στρατηγικής
εξυγίανσης του ομίλου,
- ββ) την ικανότητα της θυγατρικής να συμμορφώνεται με την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων της μετά από την
άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και
- βγ) την επάρκεια του μηχανισμού εσωτερικής μεταφοράς ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της απομείωσης ή μετατροπής, σύμφωνα με το
άρθρο 59 περί απαίτησης για την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της οικείας θυγατρικής ή άλλων οντοτήτων εντός του ομίλου εξυγίανσης. τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, και κεντρικός οργανισμός που δεν είναι ο ίδιος οντότητα εξυγίανσης, καθώς και τυχόν οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται σε απαίτηση δυνάμει της παρ. 3 του άρθρου 45ε, συμμορφώνονται με την παρ. 6 του άρθρου 45γ σε ατομική βάση. Η απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 μιας οντότητας που αναφέρεται στην παρούσα προσδιορίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 45η και 86, κατά περίπτωση, και βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 45γ.
Η απαίτηση σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 για οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 ικανοποιείται με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:
- α) υποχρεώσεις που:
εκδίδονται προς την οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων του ίδιου ομίλου εξυγίανσης που αγόρασαν τις υποχρεώσεις από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν ή εκδίδονται προς υφιστάμενο μέτοχο που δεν αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτόν υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης, ii) πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (L 176), με εξαίρεση τις περιπτώσεις β’, γ’, ια’, ιβ’ και ιγ’ της παρ. 2 του άρθρου 72β, και τις παραγράφους 3 έως 5 του άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού, iii) στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας κατατάσσονται κάτω από τις υποχρεώσεις που δεν πληρούν την προϋπόθεση της υποπερ. i και δεν είναι επιλέξιμες για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, iv) υπόκεινται στις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62, με τρόπο που συνάδει με τη στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου εξυγίανσης, ιδίως χωρίς να επηρεάζουν τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης, v) η απόκτηση της κυριότητας αυτών δεν χρηματοδοτείται άμεσα ή έμμεσα από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν, vi) οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν υποδεικνύουν ρητά ή σιωπηρά ότι οι υποχρεώσεις θα μπορούσαν να αγοραστούν, εξοφληθούν, επαναγοραστούν ή αποπληρωθούν πρόωρα, αναλόγως, από την οντότητα που υπόκειται στο παρόν πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας, και η οντότητα δεν προβλέπει άλλως τέτοια υπόδειξη, vii) οι διατάξεις που διέπουν τις υποχρεώσεις δεν παρέχουν στον κάτοχο το δικαίωμα να επιταχύνει τις προγραμματισμένες στο μέλλον πληρωμές τόκων ή κεφαλαίου, πλην της περίπτωσης αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν, viii) το επίπεδο των οφειλόμενων πληρωμών τόκων ή μερισμάτων, κατά περίπτωση, επί των υποχρεώσεων δεν τροποποιείται βάσει της πιστωτικής διαβάθμισης της οντότητας που υπόκειται στο παρόν ή της μητρικής της επιχείρησης,
- β) ίδια κεφάλαια, ως εξής:
κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1, και ii) άλλα ίδια κεφάλαια τα οποία: - εκδίδονται προς οντότητες που περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, ή - εκδίδονται προς οντότητες που δεν περιλαμβάνονται στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι η άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62 δεν επηρεάζει τον έλεγχο της θυγατρικής από την οντότητα εξυγίανσης. 2Α. Αν μια οντότητα, όπως αναφέρεται στην παρ. 1, συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 σε ενοποιημένη βάση, το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της εν λόγω οντότητας περιλαμβάνει τις ακόλουθες υποχρεώσεις που εκδίδονται σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 2 του παρόντος από θυγατρική εγκατεστημένη στην ΕΕ που περιλαμβάνεται στην ενοποίηση της εν λόγω οντότητας:
- α) υποχρεώσεις που εκδίδονται στην οντότητα εξυγίανσης και αγοράζονται από αυτήν, είτε άμεσα είτε
έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης που δεν περιλαμβάνονται στην ενοποίηση της οντότητας, η οποία συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 σε ενοποιημένη βάση,
- β) υποχρεώσεις που εκδίδονται σε υφιστάμενο μέτοχο
που δεν αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου εξυγίανσης. 2Β. Οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις α) και β) της παρ. 2Α δεν υπερβαίνουν το ποσό που προκύπτει αφαιρώντας από το ποσό της απαίτησης της παρ. 1 του άρθρου 45, το οποίο εφαρμόζεται στη θυγατρική που περιλαμβάνεται στην ενοποίηση, το άθροισμα όλων των ακόλουθων:
- α) υποχρεώσεις που εκδίδονται στην και αγοράζονται
από την οντότητα που συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 σε ενοποιημένη βάση, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω άλλων οντοτήτων στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση της εν λόγω οντότητας, και
- β) το ποσό των ιδίων κεφαλαίων που εκδίδονται σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 2 του παρόντος άρθρου».
Άρθρο 146
Εποπτικές αναφορές και δημοσιοποίηση της απαίτησης - Αντικατάσταση παρ. 4 εσωτερικού άρθρου 45θ άρθρου 2 ν. 4335/2015 (παρ. 4 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Η παρ. 4 του εσωτερικού άρθρου 45θ του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί εποπτικών αναφορών «4. Οι παράγραφοι 1 και 3 δεν εφαρμόζονται σε οντότητα εκκαθάρισης, εκτός αν η αρχή εξυγίανσης έχει καθορίσει για την εν λόγω οντότητα την απαίτηση που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 45, σύμφωνα με τα εδάφια δεύτερο έως τέταρτο της παρ. 2α του άρθρου 45γ, περί προσδιορισμού της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις. Στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, η αρχή εξυγίανσης καθορίζει το περιεχόμενο και τη συχνότητα των υποχρεώσεων υποβολής εκθέσεων και δημοσιοποίησης που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 45θ της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της Οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των Οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των Κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 648/2012 (L 173) για την εν λόγω οντότητα. Η αρχή εξυγίανσης γνωστοποιεί τις εν λόγω υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και δημοσιοποίησης στην οικεία οντότητα εκκαθάρισης. Οι εν λόγω υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων και δημοσιοποίησης δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια παρακολούθησης της συμμόρφωσης με την απαίτηση που καθορίζεται σύμφωνα με τα εδάφια δεύτερο έως τέταρτο της παρ. 2Α του άρθρου 45γ».
Άρθρο 147
Υποβολή εκθέσεων στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών - Τροποποίηση εσωτερικού άρθρου 45ι άρθρου 2 ν. 4335/2015 (παρ. 5 άρθρου 1 Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1174) Στο εσωτερικό άρθρο 45ι του άρθρου 2 του ν. 4335/2015 (Α’ 87), περί υποβολής εκθέσεων στην Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, οι λέξεις «που έχει οριστεί για κάθε οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ, η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία της» αντικαθίστανται από τις λέξεις «που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 45στ, για κάθε οντότητα η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία της» και το εσωτερικό άρθρο 45ι διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 45ι Υποβολή εκθέσεων στην ΕΑΤ (παρ. 17 του άρθρου 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/879) Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), σχετικά με την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45ε ή το άρθρο 45στ, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων που λαμβάνονται σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 45στ, για κάθε οντότητα η οποία υπάγεται στη δικαιοδοσία της». ΜΕΤΡΑ ΠΡΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2022/2554 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ 14ης ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2022 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ ΚΑΙ ΤΗΝΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 2016/1011
Άρθρο 148
Ορισμός αρμόδιων αρχών (άρθρο 46 Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554) Με την επιφύλαξη των άρθρων 31 έως 44 σχετικά με το πλαίσιο εποπτείας κρίσιμων τρίτων παρόχων υπηρεσιών Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών (ΤΠΕ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333), αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του ανωτέρω Κανονισμού, των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού πράξεων και των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου ορίζεται, κατά περίπτωση:
Η Τράπεζα της Ελλάδος, για τις παρακάτω κατηγορίες χρηματοοικονομικών οντοτήτων, με την επιφύλαξη των εξαιρούμενων από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 αυτού:
- α) πιστωτικά ιδρύματα της περ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί ορισμών, με έδρα
στην Ελλάδα, τα οποία χαρακτηρίζονται ως λιγότερο σημαντικά σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 6, περί συνεργασίας εντός του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, του Κανονισμού (ΕΕ) 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (L 287),
- β) το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων,
- γ) ιδρύματα πληρωμών της περ. 4 του άρθρου 4 του
ν. 4537/2018 (Α’ 84), με έδρα στην Ελλάδα,
- δ) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος της περ. 3 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α’ 218), με έδρα στην Ελλάδα,
- ε) παρόχους υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού
του άρθρου 34 του ν. 4537/2018, με έδρα στην Ελλάδα,
- στ) ασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 1 του άρθρου
3 του ν. 4364/2016 (Α’ 13), με έδρα στην Ελλάδα, εκτός των αλληλασφαλιστικών συνεταιρισμών του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 7 και των εξαιρούμενων λόγω μεγέθους ασφαλιστικών επιχειρήσεων της παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4364/2016,
- ζ) αντασφαλιστικές επιχειρήσεις της παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 4364/2016, με έδρα στην Ελλάδα,
- η) ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές της περ. 3 της
παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4583/2018 (Α’ 212), με έδρα στην Ελλάδα, εξαιρουμένων των πολύ μικρών ή μικρών
- θ) αντασφαλιστικούς διαμεσολαβητές της περ. 8 της
παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4583/2018 με έδρα στην Ελλάδα, εξαιρουμένων των πολύ μικρών ή μικρών ή μεσαίων επιχειρήσεων των περιπτώσεων 60, 63 και 64 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554,
- ι) ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές που ασκούν ως
δευτερεύουσα δραστηριότητα την ασφαλιστική διαμεσολάβηση της περ. 7 της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4583/2018, με έδρα στην Ελλάδα, εξαιρουμένων των πολύ μικρών ή μικρών ή μεσαίων επιχειρήσεων των περιπτώσεων 60, 63 και 64 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554,
- ια) ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης της περ. β) της
παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 5078/2023 (Α’ 211), με έδρα στην Ελλάδα.
Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για τις παρακάτω κατηγορίες χρηματοοικονομικών οντοτήτων, με την επιφύλαξη των εξαιρούμενων από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 αυτού:
- α) Ανώνυμες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Α.Ε.Π.Ε.Υ.) και επιχειρήσεις επενδύσεων της παρ. 1
του άρθρου 4 του ν. 4514/2018 (Α’ 14), με έδρα στην Ελλάδα,
- β) κεντρικά αποθετήρια τίτλων, κατά την έννοια της
περ. 1 της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) 236/2012 (L 257), με έδρα στην Ελλάδα,
- γ) κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους της περ. 51 του
άρθρου 4 του ν. 4514/2018, με έδρα στην Ελλάδα,
- δ) τόπους διαπραγμάτευσης της περ. 24 του άρθρου
4 του ν. 4514/2018, με έδρα στην Ελλάδα,
- ε) παρόχους υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων των
περιπτώσεων 34 έως 36 της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 (L 173), με έδρα στην Ελλάδα, οι οποίοι δεν εποπτεύονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (Ε.Α.Κ.Α.Α.), σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 2 του ως άνω Κανονισμού,
- στ) Διαχειριστές Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013
(Α’ 253), με έδρα στην Ελλάδα,
- ζ) εταιρείες διαχείρισης της περ. β) του άρθρου 3 του
ν. 4099/2012 (Α’ 250), με έδρα στην Ελλάδα.
Για τους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, κατά την έννοια της περ. ε) της παρ. 1 του άρθρου 2 του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 (L 347), η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, σύμφωνα με το άρθρο 151 του ν. 4920/2022 (Α’ 74), περί αρμόδιων αρχών για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503. 4α) Για τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων της περ. 15 της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/193 (L 150), η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά λόγο αρμοδιότητας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, με τον οποίο θεσπίζονται εφαρμοστικά μέτρα του άρθρου 93 του ανωτέρω Κανονισμού, περί αρμόδιων αρχών.
- β) Για τους εκδότες μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία της περ. 6 της παρ. 1 του άρθρου 3 του
Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, κατά λόγο αρμοδιότητας, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, με τον οποίο θεσπίζονται εφαρμοστικά μέτρα του άρθρου 93 του ανωτέρω Κανονισμού.
Άρθρο 149
Εκπροσώπηση στο φόρουμ εποπτείας (παρ. 4 και 5 άρθρου 32 Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554)
Από τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 148 του παρόντος, ορίζεται:
- α) Η Τράπεζα της Ελλάδος, ως η αρμόδια αρχή από το
εν ενεργεία προσωπικό της οποίας ορίζεται ο υψηλόβαθμος εκπρόσωπος της περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 32, περί της δομής του πλαισίου εποπτείας, του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333), ως μέλος του φόρουμ εποπτείας.
- β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, ως η αρμόδια αρχή
από το εν ενεργεία προσωπικό της οποίας ορίζεται ο εκπρόσωπος της περ. δ) της παρ. 4 του άρθρου 32 του ανωτέρω Κανονισμού, ως παρατηρητής στο φόρουμ εποπτείας.
Οι εκπρόσωποι που ορίζονται σύμφωνα με την παρ. 1 συνεργάζονται καλόπιστα για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους στο πλαίσιο του φόρουμ εποπτείας.
Άρθρο 150
Εξουσίες αρμόδιων αρχών, διοικητικές κυρώσεις, διοικητικά και διορθωτικά μέτρα (παρ. 1 έως 5 άρθρου 50 Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554)
Οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 148 διαθέτουν όλες τις εξουσίες εποπτείας και έρευνας που απαιτούνται του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333) και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικές πράξεις.
Στις εξουσίες της παρ. 1 περιλαμβάνονται τουλάχιστον οι ακόλουθες:
- α) Πρόσβαση σε οποιοδήποτε έγγραφο ή δεδομένο
που τηρείται σε οποιαδήποτε μορφή, το οποίο η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι μπορεί να είναι συναφές για την εκτέλεση των καθηκόντων της, καθώς και η λήψη αντιγράφων τους,
- β) διενέργεια επιτόπιων ελέγχων ή ερευνών, που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:
- βα) πρόσκληση εκπροσώπων των χρηματοοικονομικών οντοτήτων για προφορικές ή γραπτές εξηγήσεις
σχετικά με γεγονότα ή έγγραφα που αφορούν το αντικείμενο και τον σκοπό της έρευνας και καταγραφή των απαντήσεων,
- ββ) εξέταση κάθε άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου
που συναινεί να ερωτηθεί με σκοπό τη συγκέντρωση πληροφοριών σχετικά με το αντικείμενο της έρευνας.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων της ποινικής νομοθεσίας, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 148 επιβάλλουν, με απόφασή τους, διοικητικές κυρώσεις, διοικητικά και διορθωτικά μέτρα σε εποπτευόμενες χρηματοοικονομικές οντότητες για παραβάσεις του παρόντος Κεφαλαίου, του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 και των κατ’ εξουσιοδότησή του κανονιστικών πράξεων, και λαμβάνουν όλα τα κατά την κρίση τους απαραίτητα μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζεται η εφαρμογή τους.
Σε περίπτωση παραβάσεων του παρόντος Κεφαλαίου, του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 και των κατ’ εξουσιοδότησή του κανονιστικών πράξεων, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 148 επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις, διοικητικά και διορθωτικά μέτρα, πέρα από την εποπτευόμενη χρηματοοικονομική οντότητα, και στα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί.
Στις περιπτώσεις των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος, στις διοικητικές κυρώσεις, στα διοικητικά και διορθωτικά μέτρα που μπορούν να επιβληθούν από τις αρμόδιες αρχές του άρθρου 148 περιλαμβάνονται, διαζευκτικά ή σωρευτικά, μεταξύ άλλων, τα εξής:
- α) Δημόσια ανακοίνωση στην οποία περιγράφονται
το υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο, η εποπτευόμενη χρηματοοικονομική οντότητα, καθώς και η φύση της παράβασης,
- β) εντολή προς το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ή εποπτευόμενη χρηματοοικονομική οντότητα για παύση
της παράνομης συμπεριφοράς και παράλειψή της στο μέλλον,
- γ) εντολή προς το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο ή εποπτευόμενη χρηματοοικονομική οντότητα για προσωρινή ή
οριστική παύση κάθε πρακτικής ή συμπεριφοράς που η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι αντιβαίνει στις διατάξεις του Κανονισμού (EE) 2022/2554 και παράλειψη της επανάληψης της εν λόγω πρακτικής ή συμπεριφοράς,
- δ) σε περίπτωση εποπτευόμενης χρηματοοικονομικής
οντότητας, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους έως το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού καθαρού κύκλου εργασιών, συμπεριλαμβανομένου του ακαθάριστου εισοδήματος της επιχείρησης κατά την προηγούμενη χρήση,
- ε) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά χρηματικά πρόστιμα ύψους μέχρι και πέντε εκατομμυρίων
(5.000.000) ευρώ,
- στ) διοικητικά χρηματικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την
παράβαση, εφόσον το όφελος είναι μετρήσιμο,
- ζ) στην περίπτωση εποπτευόμενης χρηματοοικονομικής οντότητας, ανάκληση της άδειας λειτουργίας της
κατά την ισχύουσα νομοθεσία,
- η) επιβολή κάθε απαραίτητου, κατά την κρίση της, διορθωτικού μέτρου.
Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των μελών του διοικητικού συμβουλίου, των διευθυντικών στελεχών ή των υπεύθυνων κρίσιμων λειτουργιών στις υποδείξεις των αρμοδίων αρχών του άρθρου 148 για τη λήψη διορθωτικών μέτρων ή στις αποφάσεις διοικητικών μέτρων της παρ. 5 του παρόντος, οι αρμόδιες αρχές του άρθρου 148 μπορούν να επιβάλουν την απομάκρυνση των ανωτέρω προσώπων, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, από το διοικητικό συμβούλιο και από οποιαδήποτε διευθυντική θέση στην εποπτευόμενη χρηματοοικονομική οντότητα.
Άρθρο 151
Δικαίωμα προσφυγής (παρ. 6 άρθρου 50 Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554)
Οι αποφάσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς που εκδίδονται, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο, τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333) και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού πράξεων, προσβάλλονται, κατά περίπτωση, με προσφυγή ουσίας ή αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α’ 178), περί ενδίκων βοηθημάτων.
Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος, του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554 και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού πράξεων, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το π.δ. 18/1989 (Α’ 8). και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών
Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, για θέματα που αφορούν τις αρμοδιότητές τους, μεριμνούν ώστε να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις που εκδίδονται μεμονωμένα από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, καθώς και από κοινού από τις παραπάνω Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές, μέσω της Μεικτής Επιτροπής, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΚ) 1060/2009, (ΕΕ) 648/ 2012, (ΕΕ) 600/2014, (ΕΕ) 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (L 333).
Με πράξη της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (ν. 3424/1927, Α’ 298) ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου ασκούνται οι αρμοδιότητές της που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554. ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΤΟΜΕΑ
Άρθρο 153
Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα.
ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)