Νόμοι — ΦΕΚ A' 56/2025

Type Νόμος
Publication 2025-04-14
Τελευταία ενημέρωση 2025-04-11
State In force
Source ΦΕΚ
articles 476
Reform history JSON API

Αν το νομικό πρόσωπο της παρούσας υπέχει υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων ως μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 4308/2014 (Α’ 251) και την Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της Οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των Οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (L 182), ως συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών για τον υπολογισμό του προστίμου νοείται ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο περί λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης της περ. α) του άρθρου 157Α του ν. 4548/2018 (Α’ 104).

5.

Πέραν των διοικητικών κυρώσεων, μέτρων και χρηματικών προστίμων των παραγράφων 3 και 4, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, για παραβάσεις των περιπτώσεων δ) ή

  • ε) της παρ. 2, δύνανται να επιβάλλουν προσωρινή απαγόρευση άσκησης διοικητικών καθηκόντων σε μέλος

του διοικητικού συμβουλίου του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, καθώς και σε κάθε άλλο υπεύθυνο για την παράβαση φυσικό πρόσωπο.

6.

Σε περίπτωση παραβάσεων της περ. ε) της παρ. 2 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιβάλλει τις ακόλουθες διοικητικές κυρώσεις και τα ακόλουθα διοικητικά μέτρα:

  • α) Δημόσια ανακοίνωση που κατονομάζει το υπεύθυνο

φυσικό ή νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης,

  • β) εντολή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο

για παύση της παραβατικής συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της,

  • γ) αποστέρηση των κερδών που αποκομίστηκαν ή των

ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, στον βαθμό που αυτά μπορούν να προσδιοριστούν,

  • δ) ολική ή μερική, ανάκληση ή αναστολή της άδειας

παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων,

  • ε) προσωρινή απαγόρευση μέχρι έξι (6) μηνών σε

βάρος μέλους του διοικητικού οργάνου του παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή κάθε άλλου υπεύθυνου για την παράβαση φυσικού προσώπου, να ασκεί διοικητικά καθήκοντα στους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων,

  • στ) σε περίπτωση επανειλημμένης παράβασης των

άρθρων 89, 90, 91 ή 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, απαγόρευση διάρκειας δέκα (10) τουλάχιστον ετών σε βάρος μέλους του διοικητικού οργάνου παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή κάθε άλλου υπεύθυνου για την παράβαση φυσικού προσώπου να ασκεί διοικητικά καθήκοντα σε πάροχο υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων,

  • ζ) προσωρινή απαγόρευση διενέργειας συναλλαγών

για ίδιο λογαριασμό επί κρυπτοστοιχείων σε βάρος μέλους του διοικητικού οργάνου παρόχου υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή κάθε άλλου υπεύθυνου για την παράβαση φυσικού προσώπου,

  • η) χρηματικό πρόστιμο έως το τριπλάσιο του ποσού

των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν λόγω της παράβασης, αν μπορούν να προσδιοριστούν, ακόμη και εάν αυτό υπερβαίνει τα ανώτατα ποσά των περιπτώσεων θ) ή ι), κατά περίπτωση,

  • θ) όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα, επίπληξη ή χρηματικό πρόστιμο ύψους από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ

έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ για παραβάσεις του άρθρου 88 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και χρηματικό πρόστιμο ύψους από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ για παραβάσεις των άρθρων 89 έως 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114,

  • ι) όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, επίπληξη ή χρηματικό πρόστιμο ύψους από τρεις χιλιάδες (3.000)

ευρώ έως δυόμισι εκατομμύρια (2.500.000) ευρώ ή έως ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με άρθρου 88 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 και χρηματικό πρόστιμο ύψους από δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ έως δεκαπέντε εκατομμύρια (15.000.000) ευρώ ή έως ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με εγκριθεί από το διοικητικό όργανο, για παραβάσεις των άρθρων 89 έως 92 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114. Αν το νομικό πρόσωπο της παρούσας περίπτωσης υπέχει υποχρέωση κατάρτισης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων ως μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 4308/2014 και την Οδηγία 2013/34/ΕΕ, ως συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών για τον υπολογισμό του προστίμου νοείται ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εισοδήματος σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο περί λογιστικής με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της τελικής μητρικής επιχείρησης της περ. α) του άρθρου 157Α του ν. 4548/2018.

7.

Για παράβαση της περ. στ) της παρ. 2, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς έχει την εξουσία να επιβάλλει πρόστιμο ύψους από τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ μέχρι πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) ευρώ.

8.

Επί παραβάσεων του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να επιβάλει κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα, σε βάρος της εποπτευόμενης οντότητας, των μελών του διοικητικού συμβουλίου ή άλλων φυσικών προσώπων που φέρουν ευθύνη για την παράβαση, πράξη ή παράλειψη, εφόσον αυτή έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί.

Άρθρο 107

Κατ’ επάγγελμα παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων χωρίς άδεια - Ποινική διάταξη Όποιος με πρόθεση προβαίνει σε κατ’ επάγγελμα παροχή υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, χωρίς την άδεια που απαιτείται από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους. Αν οι υπηρεσίες του προηγούμενου εδαφίου παρέχονται από νομικά πρόσωπα, η ποινή επιβάλλεται σε όποιον ασκεί τη διοίκηση ή διαχείριση του νομικού προσώπου.

Άρθρο 108

Άσκηση των εποπτικών εξουσιών και των εξουσιών επιβολής κυρώσεων (άρθρο 112 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114)

1.

Κατά τον καθορισμό του είδους και του ύψους της διοικητικής κύρωσης ή άλλου διοικητικού μέτρου που πρέπει να επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 106, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, μεταξύ των οποίων, και τις εξής:

  • α) Τη βαρύτητα και τη διάρκεια της παράβασης,
  • β) αν η παράβαση διαπράχθηκε εκ προθέσεως ή εξ

αμελείας,

  • γ) τον βαθμό ευθύνης του φυσικού ή νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,
  • δ) τη χρηματοοικονομική ισχύ του φυσικού ή νομικού

προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, με βάση τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα και τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του υπεύθυνου φυσικού προσώπου,

  • ε) το μέγεθος των κερδών που αποκτήθηκαν ή των

ζημιών που αποφεύχθηκαν από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,

  • στ) τις ζημίες που προκλήθηκαν σε τρίτους από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν,
  • ζ) τον βαθμό συνεργασίας του φυσικού ή νομικού

προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή την Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, υπό την επιφύλαξη της ανάγκης αποστέρησης των κερδών του εν λόγω προσώπου από τα κέρδη που αποκτήθηκαν ή τις ζημίες που αποφεύχθηκαν,

  • η) προηγούμενες παραβάσεις του Κανονισμού (ΕΕ)

2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση,

  • θ) τα μέτρα που λαμβάνονται από το φυσικό ή νομικό

πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση προκειμένου να αποφευχθεί η επανάληψή της,

  • ι) την επίπτωση της παράβασης στα συμφέροντα των

κατόχων κρυπτοστοιχείων και των πελατών των παρόχων υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, ειδικότερα δε των ιδιωτών κατόχων.

2.

Κατά την άσκηση των εξουσιών επιβολής διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 106, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και η Τράπεζα της Ελλάδος συνεργάζονται για να διασφαλίσουν ότι οι ασκούμενες εποπτικές και ερευνητικές εξουσίες τους, καθώς και οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλουν είναι αποτελεσματικά και κατάλληλα. Συντονίζουν επίσης τη δράση τους για να αποφύγουν τις επαναλήψεις και την αλληλοεπικάλυψη κατά την άσκηση των εποπτικών και ερευνητικών εξουσιών τους και την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων. Σε υποθέσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα, συνεργάζονται επίσης με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 109

Δικαστική προστασία (άρθρο 113 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114)

1.

Οι αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινο Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), προσβάλλονται, κατά περίπτωση, με προσφυγή ουσίας ή αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3371/2005 (Α’ 178), περί ενδίκων βοηθημάτων.

2.

Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο και τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114, προσβάλλονται με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με το π.δ. 18/1989 (Α’ 8), περί κωδικοποίησης διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας.

3.

Το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του κατά περίπτωση αρμόδιου δικαστηρίου ισχύει και αν έχει απορριφθεί αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας ή δεν έχει ληφθεί από την αρμόδια αρχή απόφαση εντός εξαμήνου από την υποβολή αίτησης χορήγησης άδειας που περιέχει όλες τις απαιτούμενες πληροφορίες.

Άρθρο 110

Δημοσιοποίηση αποφάσεων (άρθρο 114 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114)

1.

Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, αναρτούν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τις αποφάσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων για παραβάσεις του παρόντος Κεφαλαίου και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) σύμφωνα με το άρθρο 106 του παρόντος στον επίσημο διαδικτυακό τους τόπο, αμέσως μετά από την κοινοποίηση της απόφασής τους στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, σε βάρος του οποίου επιβάλλεται η διοικητική κύρωση ή το μέτρο. Η δημοσίευση περιλαμβάνει στοιχεία τουλάχιστον για το είδος και τη φύση της παράβασης και το φυσικό ή νομικό πρόσωπο σε βάρος του οποίου επιβλήθηκε η διοικητική κύρωση ή το μέτρο. Η υποχρέωση δημοσίευσης δεν αφορά σε αποφάσεις που επιβάλλουν μέτρα διερευνητικού χαρακτήρα.

2.

Αν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνουν ότι η δημοσιοποίηση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων είναι δυσανάλογη, μετά από την κατά περίπτωση αξιολόγηση που διενεργούν σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης αυτών των δεδομένων σχετικά με τη βαρύτητα της παράβασης, ή ότι η δημοσιοποίηση της απόφασης θέτει σε κίνδυνο άλλους ελέγχους που διενεργούνται, προβαίνουν σε μία (1) τουλάχιστον από τις ακόλουθες ενέργειες:

  • α) Αναβάλλουν τη δημοσιοποίηση της απόφασης για

την επιβολή της διοικητικής κύρωσης ή του μέτρου μέχρι να παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για τη μη δημοσίευση,

  • β) δημοσιοποιούν την απόφαση για την επιβολή της

διοικητικής κύρωσης ή του μέτρου, χωρίς αναφορά ονομάτων, εφόσον η ανώνυμη δημοσιοποίηση εξασφαλίζει την αποτελεσματική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα,

  • γ) δεν δημοσιοποιούν την απόφαση επιβολής της

διοικητικής κύρωσης ή του μέτρου σε περίπτωση που κρίνουν ότι οι ενέργειες των περιπτώσεων α) και β) δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί:

  • γα) ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών,
  • γβ) ότι τηρείται η αρχή της αναλογικότητας σε περίπτωση δημοσιοποίησης αποφάσεων για την επιβολή

μέτρων ήσσονος σημασίας. Σε περίπτωση απόφασης για ανώνυμη δημοσιοποίηση της διοικητικής κύρωσης ή του μέτρου σύμφωνα με την περ. β), η δημοσιοποίηση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, αν προβλέπεται ότι μέσα στο διάστημα αυτό θα εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την ανώνυμη δημοσιοποίηση.

3.

Σε περίπτωση άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά της απόφασης για την επιβολή της διοικητικής κύρωσης ή του μέτρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, δημοσιεύουν αμέσως στον επίσημο διαδικτυακό τόπο τους τις σχετικές πληροφορίες και κάθε περαιτέρω ενημέρωση σχετικά με την έκβαση της εκδίκασης της αιτήσεως ακυρώσεως ή προσφυγής. Επιπλέον, δημοσιοποιείται κάθε μεταγενέστερη απόφαση που ακυρώνει απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή μέτρου.

4.

Οι πληροφορίες που δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το παρόν παραμένουν στον επίσημο διαδικτυακό τόπο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή της Τράπεζας της Ελλάδος για χρονικό διάστημα πέντε (5) τουλάχιστον ετών από την δημοσιοποίησή τους. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που δημοσιοποιούνται διατηρούνται στον επίσημο διαδικτυακό τόπο των αρχών του πρώτου εδαφίου μόνο για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (L 119) και τον ν. 4624/2019 (Α’ 137).

Άρθρο 111

Παροχή στοιχείων (παρ. 3 άρθρου 88 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114) Αν εκδότης, προσφέρων ή επιδιώκων την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση καθυστερήσει ή αναβάλει οφειλόμενη δημοσιοποίηση προνομιακών πληροφοριών βάσει της παρ. 2 του άρθρου 88 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) αμέσως μετά από τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών και, εφόσον το ζητήσει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, αιτιολογεί εγγράφως τους λόγους για τους οποίους συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης καθυστέρησης ή αναβολής της παρ. 2 του άρθρου 88 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

Άρθρο 112

Αξιολόγηση προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής σε παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων (παρ. 3 άρθρου 84 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114) Κατά την αξιολόγηση της πρόθεσης απόκτησης ειδικής συμμετοχής σε παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά περίπτωση, δεν λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές ανάγκες της αγοράς.

Άρθρο 113

Δραστηριότητες πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση Αντικατάσταση περ. ιε) και προσθήκη περιπτώσεων ιζ) και ιη) στην παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 (Παράρτημα I Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όπως τροποποιείται με το άρθρο 146 του Κανονισμού (EE) 2023/1114) Στην παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), περί δραστηριοτήτων πιστωτικών ιδρυμάτων που υπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) η περ. ιε) αντικαθίσταται, β) προστίθενται περιπτώσεις ιζ) και ιη), και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Οι δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων για την εφαρμογή των άρθρων 33, 34, 36 και 38 έως 43 που υπόκεινται σε αμοιβαία αναγνώριση, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, έχουν ως εξής:

  • α) αποδοχή καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων,
  • β) χορήγηση δανείων ή λοιπών πιστώσεων, στις οποίες

συμπεριλαμβάνεται μεταξύ άλλων: η καταναλωτική πίστη, συμβάσεις πίστωσης εν σχέσει με ακίνητα, οι πράξεις αναδόχου εισπράξεως απαιτήσεων (factoring) με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής και η χρηματοδότηση εμπορικών συναλλαγών συμπεριλαμβανομένου του forfaiting),

  • γ) χρηματοδοτική μίσθωση (leasing),
  • δ) υπηρεσίες πληρωμών του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 2015/2366/ΕΕ (EE L 337) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, όπως αυτό έχει ενσωματωθεί

στην ελληνική νομοθεσία,

  • ε) έκδοση και διαχείριση άλλων μέσων πληρωμών (π.χ.

ταξιδιωτικών και τραπεζικών επιταγών) στο βαθμό που η δραστηριότητα αυτή δεν καλύπτεται από την προηγούμενη περίπτωση,

  • στ) εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων,
  • ζ) συναλλαγές για λογαριασμό του ιδίου του ιδρύματος

ή της πελατείας του σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • αα) μέσα της χρηματαγοράς (αξιόγραφα, πιστοποιητικά καταθέσεων κ.λπ.),
  • ββ) συνάλλαγμα,
  • γγ) προθεσμιακά συμβόλαια χρηματοπιστωτικών τίτλων ή χρηματοπιστωτικά δικαιώματα,
  • δδ) συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων και συναλλάγματος,
  • εε) κινητές αξίες,
  • η) συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών περιλαμβανομένων ειδικότερα και των

υπηρεσιών αναδόχου εκδόσεως τίτλων,

  • θ) παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη

διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα παροχής συμβουλών, καθώς και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της εξαγοράς επιχειρήσεων,

  • ι) διαμεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές,
  • ια) διαχείριση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών

για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου,

  • ιβ) φύλαξη και διαχείριση κινητών αξιών,
  • ιγ) συλλογή και επεξεργασία εμπορικών πληροφοριών, περιλαμβανομένων και των υπηρεσιών αξιολόγησης

πιστοληπτικής ικανότητας πελατών,

  • ιδ) εκμίσθωση θυρίδων,
  • ιε) έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος, συμπεριλαμβανομένων μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, όπως ορίζονται

στην περ. 7) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150),

  • ιστ) οι επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες της

παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3606/2007 και οι παρεπόμενες υπηρεσίες της παρ. 2 του ίδιου άρθρου οι οποίες αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα κατά την έννοια του άρθρου 5 του ν. 3606/2007,

  • ιζ) έκδοση μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία, όπως ορίζονται στην περ. 6) της παρ. 1 του άρθρου

3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114,

  • ιη) υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται στην

περ. 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114».

Άρθρο 114

Επέκταση του πεδίου εφαρμογής της προστασίας προσώπων που αναφέρουν ή αποκαλύπτουν στον τομέα των αγορών κρυπτοστοιχείων Τροποποίηση άρθρου 4 και Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Ι του Παραρτήματος 4990/2022 (άρθρο 147 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 όπως τροποποιεί την Οδηγία (ΕΕ) 2019/1937)

1.

Στην υποπερ. αβ) της περ. α) του άρθρου 4 του ν. 4990/2022 (Α’ 210), περί του καθ’ ύλην πεδίου εφαρ «Άρθρο 4 Καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής (άρθρα 2 και 3 της Οδηγίας) Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται για την προστασία προσώπων που αναφέρουν ή αποκαλύπτουν:

  • α) παραβιάσεις ενωσιακού δικαίου, κατά τα ειδικότερα

οριζόμενα στο Μέρος Ι του Παραρτήματος, στους τομείς:

  • αα) των δημόσιων συμβάσεων,
  • αβ) των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, προϊόντων

και αγορών, των αγορών κρυπτοστοιχείων, καθώς και της πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

  • αγ) της ασφάλειας και της συμμόρφωσης των προϊόντων,
  • αδ) της ασφάλειας των μεταφορών,
  • αε) της προστασίας του περιβάλλοντος,
  • αστ) της προστασίας από την ακτινοβολία και της πυρηνικής ασφάλειας,
  • αζ) της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών,

καθώς και της υγείας και της καλής μεταχείρισης των ζώων,

  • αη) της δημόσιας υγείας,
  • αθ) της προστασίας των καταναλωτών,
  • αι) της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και της ασφάλειας

των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών,

  • β) παραβιάσεις που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα

της Ένωσης του άρθρου 325 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) και τα ειδικότερα οριζόμενα στα σχετικά ενωσιακά μέτρα,

  • γ) παραβιάσεις που σχετίζονται με την εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στην παρ. 2 του άρθρου 26 της

Σ.Λ.Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων των παραβιάσεων των κανόνων της Ένωσης περί ανταγωνισμού και κρατικών ενισχύσεων, καθώς και παραβιάσεων που αφορούν στην εσωτερική αγορά σχετικά με πράξεις που παραβαίνουν τους κανόνες για τη φορολογία των εταιρειών ή διακανονισμούς, σκοπός των οποίων είναι η διασφάλιση φορολογικού πλεονεκτήματος που ματαιώνει το αντικείμενο ή τον σκοπό της εφαρμοστέας νομοθεσίας περί φορολογίας εταιρειών.

  • δ) παραβιάσεις εσωτερικού δικαίου σχετικά με αδικήματα δωροδοκίας και εμπορίας επιρροής όπως τυποποιούνται στα άρθρα 159, 159Α, 235, 236, 237, 237Α και 396

του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’95) και στο άρθρο 134 του ν. 5090/2024 (Α’ 30)».

2.

Στο Κεφάλαιο Β’ του Μέρους Ι του Παραρτήματος του ν.  4990/2022, περί χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, προϊόντων και αγορών και πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, προστίθεται σημείο xxi) και το Κεφάλαιο Β’ διαμορφώνεται «Β. Άρθρο 4 περ. α) υποπερ. αβ) - χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προϊόντα και αγορές και πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας: Κανόνες για τη θέσπιση κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου και για την προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών στους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των κεφαλαιαγορών, των τραπεζών, των πιστώσεων, των επενδύσεων, των ασφαλίσεων και των αντασφαλίσεων, των επαγγελματικών ή των ατομικών συνταξιοδοτικών προϊόντων, των χρεογράφων, των επενδυτικών ταμείων, των υπηρεσιών πληρωμών στην Ένωση και των δραστηριοτήτων που απαριθμούνται στο Παράρτημα I της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338), όπως ορίζεται σε: i) την Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των Οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7), ii) την Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1), iii) τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 236/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Μαρτίου 2012, για τις ανοικτές πωλήσεις και ορισμένες πτυχές των συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης (ΕΕ L 86 της 24.3.2012, σ. 1), iν) τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 345/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013 σχετικά με τις ευρωπαϊκές εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 1),

  • ν) τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 346/2013 του Ευρωπαϊκού

Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2013, σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας (ΕΕ L 115 της 25.4.2013, σ. 18), νi) την Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των Οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 60 της 28.2.2014, σ. 34), vii) τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 537/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με ειδικές απαιτήσεις όσον αφορά τον υπο νiii) τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84), ix) την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35), x) την Οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12), xi) την Οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (ΕΕ L 184 της 14.7.2007, σ. 17), xii) την Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της Οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38), xiii) τον Κανονισμό (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1), xiv) τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2016, σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των Οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 (ΕΕ L 171 της 29.6.2016, σ. 1), xv) την Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1), xvi) την Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της Οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των Οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των Κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190), xvii) την Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των Οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των Οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1), xviii) την Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149), xix) την Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22), xx) τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1). xxi) τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Kανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/ 2010 και των Oδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150)».

Άρθρο 115

και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς κατευθυντήριων γραμμών και συστάσεων που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ή η Τράπεζα της Ελλάδος, κατά λόγο αρμοδιότητας, μεριμνούν ώστε να ακολουθούνται οι κατευθυντήριες γραμμές και οι συστάσεις που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 και, εφόσον απαιτείται, θεσπίζουν ρυθμίσεις και εκδίδουν Πράξεις της Εκτελεστικής Επιτροπής του άρθρου 55Α του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος (ν. 3424/1927, Α’ 298) περί εποπτευομένων ιδρυμάτων, επιχειρήσεων και οργανισμών, ή εξουσιοδοτημένου από αυτήν οργάνου, ή του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά περίπτωση, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 20ής ΜΑΪΟΥ 2015, ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΕΣΟΔΩΝ ΑΠΟ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ’Η ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΤΗΝ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 648/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2005/60/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ 2006/70/ΕΚ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΑΙ ΛΗΨΗ ΜΕΤΡΩΝ ΠΡΟΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ (ΕΕ) 2023/1113 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, ΤΗΣ 31ης ΜΑΪΟΥ 2023, ΠΕΡΙ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΠΟΥ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΧΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΟΣΩΝ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΚΡΥΠΤΟΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΗΣ ΟΔΗΓΙΑΣ (ΕΕ) 2015/849

Άρθρο 116

Ορισμοί - Τροποποίηση άρθρου 3 ν. 4557/2018 (άρθρο 3 Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, όπως τροποποιείται με την παρ. 2 άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Στο άρθρο 3 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί ορισμών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. 3 προστίθεται υποπερ. κα), β) στην υποπερ. β) της περ. 13, οι λέξεις «καθώς και των σχέσεων που αφορούν συναλλαγές τίτλων ή μεταφορές χρηματικών ποσών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «και συμπεριλαμβανομένων των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές τίτλων ή μεταφορές χρηματικών ποσών ή των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία ή μεταφορές κρυπτοστοιχείων», γ) οι περιπτώσεις 24 και 25 αντικαθίστανται, δ) προστίθεται περ. 26, και το άρθρο 3 διαμορφώνεται ως εξής: «Άρθρο 3 Ορισμοί (άρθρο 3 της Οδηγίας 2015/849) Για τους σκοπούς του παρόντος ισχύουν οι εξής ορισμοί:

1.

«Περιουσία»: περιουσιακά στοιχεία κάθε είδους, ενσώματα ή ασώματα, κινητά ή ακίνητα, υλικά ή άυλα, καθώς και έγγραφα ή στοιχεία οποιασδήποτε μορφής, έντυπης, ηλεκτρονικής ή ψηφιακής, που αποδεικνύουν τίτλο ιδιοκτησίας ή δικαιώματα προς απόκτηση τέτοιων περιουσιακών στοιχείων.

2.

«Πιστωτικό Ίδρυμα»:

  • α) Το πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο σημείο

1) της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το οποίο λειτουργεί στην Ελλάδα, καθώς και τα υποκαταστήματα, σύμφωνα με την έννοια του σημείου 17 της ίδιας παραγράφου και άρθρου του ανωτέρω Κανονισμού, πιστωτικών ιδρυμάτων, η έδρα των οποίων βρίσκεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή σε τρίτη χώρα,

  • β) το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
3.

«Χρηματοπιστωτικός Οργανισμός»:

  • α) Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητες ασφαλίσεων ζωής,
  • β) οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές, όταν δραστηριοποιούνται στον τομέα της ασφάλισης ζωής ή της

παροχής υπηρεσιών που σχετίζονται με επενδύσεις, με την εξαίρεση των συνδεδεμένων ασφαλιστικών διαμεσολαβητών,

  • γ) οι εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης,
  • δ) οι εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων,
  • ε) οι Ενώσεις Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από

Δάνεια και Πιστώσεις (Ε.Δ.Α.Δ.Π.) και οι διαχειριστές πιστώσεων, αν συντρέχει μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • εα) τους επιτρέπεται, βάσει της άδειας λειτουργίας

τους, να προβαίνουν σε αναχρηματοδότηση πιστώσεων,

  • εβ) εισπράττουν και κατέχουν χρηματικά ποσά δανειοληπτών για λογαριασμό των εντολέων τους,
  • εγ) διαχειρίζονται πιστώσεις για λογαριασμό μη εποπτευόμενου από την Τράπεζα της Ελλάδος, πιστωτικού ή

χρηματοδοτικού ιδρύματος, που δεν υπόκειται πρωτογενώς στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον εποπτικό ρόλο της Τράπεζας της Ελλάδος,

  • στ) οι εταιρείες παροχής πιστώσεων,
  • ζ) τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος,
  • η) τα ιδρύματα πληρωμών,
  • θ) οι ταχυδρομικές εταιρείες, στο μέτρο που παρέχουν

υπηρεσίες πληρωμών,

  • ι) τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος,
  • ια) οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου, έως την

εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης,

  • ιβ) οι εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων,
  • ιγ) οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και

οι συνδεδεμένοι αντιπρόσωποί τους,

  • ιδ) οι εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης,
  • ιε) οι εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών, έως την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε

Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης,

  • ιστ) οι εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία,

έως την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης,

  • ιζ) οι διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων,
  • ιη) τα στερούμενα ιδίας νομικής προσωπικότητας υποκαταστήματα στην Ελλάδα χρηματοπιστωτικών οργανισμών που έχουν την έδρα τους στην αλλοδαπή,
  • ιθ) τα ιδρύματα μικροχρηματοδοτήσεων,
  • κ) άλλες επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα

και των οποίων η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην άσκηση μίας ή περισσοτέρων από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β’ έως ιβ’, ιδ’ και ιε’ της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 4261/2014 (Α’ 107). Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από γνώμη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, μπορεί να ορίζονται ως χρηματοπιστωτικοί

4.

«Όμιλος»: ο όμιλος επιχειρήσεων που αποτελείται από μια μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της διαθέτουν συμμετοχή, καθώς και επιχειρήσεις που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση, σύμφωνα με το άρθρο 32 του ν. 4308/2014 (Α’ 251).

5.

«Αρχή»: η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47.

6.

«Πρόσωπο»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε είδους νομική οντότητα.

7.

«Χρηματοπιστωτικός τομέας»: ο τομέας της οικονομίας που αποτελείται από τα νομικά και φυσικά πρόσωπα που εποπτεύονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

8.

«Εικονική τράπεζα»: το πιστωτικό ίδρυμα ή ο χρηματοπιστωτικός οργανισμός ή το ίδρυμα που ασκεί δραστηριότητες αντίστοιχες με εκείνες των πιστωτικών ιδρυμάτων ή χρηματοπιστωτικών οργανισμών το οποίο:

  • α) Έχει συσταθεί σε χώρα ή δικαιοδοσία, όπου δεν έχει

φυσική παρουσία και επομένως πραγματική έδρα και διοίκηση, και

  • β) δεν συνδέεται με χρηματοπιστωτικό όμιλο που

πληροί τις απαιτήσεις της ενωσιακής νομοθεσίας σχετικά με τη ρύθμιση και εποπτεία αυτού ή τουλάχιστον ισοδύναμες απαιτήσεις.

9.

«Πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα»: τα φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ή είχαν ανατεθεί σημαντικά δημόσια λειτουργήματα όπως τα εξής:

  • α) οι αρχηγοί κρατών, αρχηγοί κυβερνήσεων, υπουργοί, αναπληρωτές υπουργοί και υφυπουργοί,
  • β) τα μέλη κοινοβουλίων ή αντίστοιχων νομοθετικών

σωμάτων,

  • γ) τα μέλη των διοικητικών οργάνων πολιτικών κομμάτων,
  • δ) τα μέλη ανώτατων δικαστηρίων, συνταγματικών

δικαστηρίων ή άλλων υψηλού επιπέδου δικαστικών οργάνων των οποίων οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε περαιτέρω ένδικα μέσα, πλην εξαιρετικών περιστάσεων,

  • ε) τα μέλη ελεγκτικών δικαστηρίων,
  • στ) τα μέλη διοικητικών συμβουλίων κεντρικών τραπεζών,
  • ζ) οι πρέσβεις και επιτετραμμένοι διπλωμάτες,
  • η) οι υψηλόβαθμοι αξιωματικοί ενόπλων δυνάμεων,
  • θ) τα μέλη διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών

οργάνων κρατικών επιχειρήσεων,

  • ι) οι διευθυντές, αναπληρωτές διευθυντές και μέλη

του διοικητικού συμβουλίου ή πρόσωπα που κατέχουν ισοδύναμη θέση σε διεθνείς οργανισμούς. Κανένα από τα ανωτέρω δημόσια λειτουργήματα δεν αφορά πρόσωπα που κατέχουν ενδιάμεσες ή χαμηλές θέσεις της υπαλληλικής ιεραρχίας.

10.

«Στενοί συγγενείς»: στους στενούς συγγενείς των πολιτικώς εκτεθειμένων προσώπων περιλαμβάνονται:

  • α) Οι σύζυγοι ή πρόσωπα εξομοιούμενα με συζύγους,

σύμφωνα με την εκάστοτε εθνική νομοθεσία, όπως εκείνα με τα οποία έχει συναφθεί σύμφωνο συμβίωσης, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο,

  • β) τα τέκνα και οι σύζυγοί τους ή πρόσωπα εξομοιούμενα με τους τελευταίους, σύμφωνα με την εκάστοτε

εθνική νομοθεσία,

  • γ) οι γονείς.
11.

«Στενοί συνεργάτες»: πρόσωπα που είναι γνωστά ως στενοί συνεργάτες των προσώπων που εμπίπτουν στην παρ. 9, στα οποία περιλαμβάνονται:

  • α) Φυσικά πρόσωπα για τα οποία είναι γνωστό ότι είναι

από κοινού πραγματικοί δικαιούχοι νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος ή συνδέονται με οποιαδήποτε άλλη στενή επιχειρηματική σχέση με πολιτικώς εκτεθειμένο πρόσωπο,

  • β) φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι οι μόνοι πραγματικοί δικαιούχοι νομικής οντότητας ή νομικού μορφώματος που είναι γνωστό ότι έχει συσταθεί εν τοις πράγμασι

προς όφελος πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου.

12.

«Λογαριασμός πλάγιας πρόσβασης (payable  - through account)»: τραπεζικός λογαριασμός που τηρείται σε πιστωτικό ίδρυμα (ίδρυμα ανταποκριτής) και ανοίγεται στο πλαίσιο σχέσης τραπεζικής ανταπόκρισης με σκοπό την εξυπηρέτηση των πελατών πιστωτικού ιδρύματος (ιδρύματος πελάτη) για την εκ μέρους τους διενέργεια χρηματοπιστωτικών συναλλαγών.

13.

«Σχέση ανταπόκρισης»:

  • α) Η παροχή τραπεζικών υπηρεσιών από μια τράπεζα

(«ανταποκριτής») σε άλλη τράπεζα («πελάτης»), συμπεριλαμβανομένων της παροχής τρεχούμενου ή άλλου λογαριασμού υποχρεώσεως και συναφών υπηρεσιών, όπως της διαχείρισης των ταμειακών διαθεσίμων, των διεθνών μεταφορών χρηματικών ποσών, του συμψηφισμού επιταγών, των λογαριασμών πλάγιας πρόσβασης και των υπηρεσιών ξένου συναλλάγματος,

  • β) οι σχέσεις μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοπιστωτικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων

των περιπτώσεων στις οποίες παρέχονται παρόμοιες υπηρεσίες από ίδρυμα ανταποκριτή σε ίδρυμα πελάτη και συμπεριλαμβανομένων των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές τίτλων ή μεταφορές χρηματικών ποσών ή των καθιερωμένων σχέσεων για συναλλαγές σε κρυπτοστοιχεία ή μεταφορές κρυπτοστοιχείων.

14.

«Ύποπτη συναλλαγή ή δραστηριότητα»: η συναλλαγή ή δραστηριότητα από την οποία εκτιμάται ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ή υπόνοιες για πιθανή απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων του άρθρου 2 ή για εμπλοκή του συναλλασσόμενου ή του πραγματικού δικαιούχου σε εγκληματικές δραστηριότητες, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων της συναλλαγής, όπως η φύση της συναλλαγής, η κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου, η συχνότητα, η πολυπλοκότητα και το ύψος της συναλλαγής, καθώς και η χρήση ή μη μετρητών, και του προσώπου, όπως το επάγγελμα, η οικονομική επιφάνεια, η συναλλακτική ή επιχειρηματική συμπεριφορά, η φήμη, το παρελθόν, το επίπεδο διαφάνειας του νομικού προσώπου - πελάτη και άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά.

15.

«Ασυνήθης συναλλαγή ή δραστηριότητα»: η συναλλαγή ή δραστηριότητα που δεν συνάδει με τη συναλλακτική, επιχειρηματική ή επαγγελματική συμπεριφορά προσωπικής φύσεως.

16.

«Επιχειρηματική σχέση»: η επιχειρηματική, επαγγελματική ή εμπορική σχέση η οποία συνδέεται με τις επαγγελματικές δραστηριότητες των υπόχρεων προσώπων και η οποία αναμένεται, κατά το χρόνο σύναψής της, ότι θα έχει κάποια διάρκεια.

17.

«Πραγματικός δικαιούχος»: το ή τα φυσικά πρόσωπα, στα οποία τελικά ανήκει ο πελάτης, νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, ή τα οποία ελέγχουν αυτόν, καθώς και το ή τα φυσικά πρόσωπα για λογαριασμό των οποίων διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται ιδίως:

  • α) Όσον αφορά στις εταιρείες:
  • αα) Το ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία τελικά ανήκει η

εταιρεία ή τα οποία ελέγχουν αυτή διά της κατοχής ή του ελέγχου αμέσως ή εμμέσως ικανού ποσοστού των μετοχών ή των δικαιωμάτων ψήφου ή άλλων ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων αυτής, μεταξύ άλλων και μέσω μετοχών στον κομιστή ή μέσω ελέγχου με άλλα μέσα. Η κατοχή ποσοστού μετοχών άνω του 25% ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος άνω του 25% μιας εταιρείας από φυσικό πρόσωπο αποτελεί ένδειξη άμεσου ελέγχου αυτής. Η κατοχή ποσοστού μετοχών άνω του 25% ή ιδιοκτησιακού δικαιώματος άνω του 25% μιας εταιρείας από άλλη εταιρεία, ο έλεγχος της οποίας ασκείται από φυσικό ή φυσικά πρόσωπα ή από περισσότερες εταιρείες που ελέγχονται από το ίδιο ή τα ίδια φυσικά πρόσωπα, αποτελεί ένδειξη έμμεσου ελέγχου. Ο έλεγχος με άλλα μέσα μπορεί να εξακριβωθεί, μεταξύ άλλων, με βάση τις προϋποθέσεις των παραγράφων 2 έως και 5 του άρθρου 32 του ν. 4308/2014. Τα ανωτέρω δεν αφορούν στην περίπτωση εισηγμένης εταιρείας σε ρυθμιζόμενη αγορά που υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης, σύμφωνα με την ενωσιακή νομοθεσία ή ισοδύναμα διεθνή πρότυπα που εξασφαλίζουν επαρκή διαφάνεια σχετικά με τον πραγματικό δικαιούχο ή εταιρείας που διαπραγματεύεται σε Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης και υπόκειται σε απαιτήσεις γνωστοποίησης ισοδύναμες αυτών της ρυθμιζόμενης αγοράς.

  • αβ) Αν, και μόνο εφόσον εξαντληθούν όλα τα δυνατά

μέσα και ελλείψει βάσιμων υποψιών, δεν προσδιοριστεί κανένα πρόσωπο ως πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με την περ. αα’ ή αν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το ότι το πρόσωπο που προσδιορίστηκε είναι ο πραγματικός δικαιούχος, το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν θέση ανώτατου διοικητικού στελέχους διευθύνοντος την εταιρεία. Τα υπόχρεα πρόσωπα τηρούν αρχεία των δράσεων που έχουν αναλάβει για να προσδιοριστεί ο πραγματικός δικαιούχος, σύμφωνα με τα ανωτέρω.

  • β) Όσον αφορά στα εμπιστεύματα (trusts):
  • βα) ο ή οι εμπιστευματοπάροχοι, ββ) ο ή οι εμπιστευματοδόχοι, βγ) ο ή οι προστάτες, αν υπάρχουν, βδ) οι

δικαιούχοι ή, εφόσον οι δικαιούχοι της νομικής οντότητας ή του νομικού μορφώματος δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμη, η κατηγορία προσώπων προς το συμφέρον των οποίων κυρίως έχει συσταθεί ή λειτουργεί η νομική οντότητα ή το νομικό μόρφωμα, βε) οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο στο οποίο τελικά ανήκει ή το οποίο ασκεί άμεσα ή έμμεσα με οποιοδήποτε μέσο τον έλεγχο του εμπιστεύματος.

  • γ) Όσον αφορά σε λοιπές νομικές οντότητες ή νομικά

μορφώματα παρεμφερή με τα εμπιστεύματα, πραγματικοί δικαιούχοι είναι τα πρόσωπα που κατέχουν αντίστοιχη ή ανάλογη θέση με τα πρόσωπα της περ. β’.

  • δ) Όσον αφορά σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,

πραγματικός δικαιούχος είναι το ή τα φυσικά πρόσωπα που κατέχουν θέση ανώτερου διοικητικού στελέχους.

18.

«Ανώτερο διοικητικό στέλεχος»: το διευθυντικό στέλεχος ή ο υπάλληλος, ή το αιρετό ή διορισμένο μονομελές όργανο ή μέλος συλλογικού οργάνου διοίκησης με υψηλή ιεραρχική θέση, εφόσον γνωρίζει επαρκώς τον βαθμό έκθεσης του ιδρύματος ή του οργανισμού σε κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων που την επηρεάζουν, χωρίς να είναι απαραίτητα μέλος του διοικητικού συμβουλίου.

19.

«Υπηρεσίες τυχερών παιγνίων»: οι υπηρεσίες διοργάνωσης ή διεξαγωγής χρηματικού στοιχήματος σε τυχερά παίγνια, συμπεριλαμβανομένων εκείνων με κάποιο στοιχείο δεξιότητας, όπως λαχεία, παίγνια καζίνο, παίγνια πόκερ και πράξεις στοιχηματισμού, που προσφέρονται σε συγκεκριμένο χώρο ή με οποιοδήποτε μέσο εξ αποστάσεως, με ηλεκτρονικά μέσα ή με κάθε άλλη τεχνολογία διευκόλυνσης της επικοινωνίας και ύστερα από ατομικό αίτημα του αποδέκτη των υπηρεσιών.

20.

«Ηλεκτρονικό χρήμα»: Το ηλεκτρονικό χρήμα, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 4021/2011 (Α’ 218), με εξαίρεση τη νομισματική αξία, όπως αναφέρεται στις υποπερ. αα’ και ββ’ της περ. α’ της παρ. 3 του άρθρου 11 του ίδιου νόμου.

21.

«Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές (Ε.Ε.Α.)»: η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, που έχει ιδρυθεί με τον Κανονισμό (ΕΕ) 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

22.

«Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)»: Η αρμόδια εθνική Μονάδα των κρατών μελών της ΕΕ για την πρόληψη, την ανίχνευση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, η οποία έχει συσταθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 32 της Οδηγίας (EE) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλί 141). Για την Ελλάδα, ως «Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (Μ.Χ.Π.)» νοείται η Α’ Μονάδα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες του άρθρου 47 του παρόντος.

23.

«Εγκληματική δραστηριότητα»: η διάπραξη των βασικών αδικημάτων του άρθρου 4.

24.

«Κρυπτοστοιχείο»: Το κρυπτοστοιχείο, όπως ορίζεται στην περ. 5) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), εκτός αν εμπίπτει στις κατηγορίες των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 2 του εν λόγω Κανονισμού ή χαρακτηρίζεται ως χρηματικό ποσό.

25.

«Πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων»: Ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζεται στην περ. 15) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114, εφόσον παρέχει μία ή περισσότερες υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται στην περ. 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού, με εξαίρεση την παροχή συμβουλών σχετικά με κρυπτοστοιχεία, όπως αναφέρεται στην υποπερ. η) της περ. 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του εν λόγω Κανονισμού.

26.

«Αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση»: Η αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση, όπως ορίζεται στην περ. 20) του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849».

Άρθρο 117

Αρμόδιες αρχές - Τροποποίηση παραγράφων 1 και 3 άρθρου 6 ν. 4557/2018

1.

Στην παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί αρμόδιων αρχών, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στην περ. α) προστίθεται υποπερ. αιγ), β) στην περ. β): βα) η υποπερ. βη) αντικαθίσταται, ββ) η υποπερ. βθ) καταργείται, βγ) τα δύο τελευταία εδάφια της περ. β) διαγράφονται, και η παρ. 1 διαμορφώνεται «1. Αρμόδιες αρχές για την εποπτεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος από τα υπόχρεα πρόσωπα ορίζονται οι εξής αρχές και φορείς:

  • α) Η Τράπεζα της Ελλάδος για:
  • αα) τα πιστωτικά ιδρύματα, αβ) τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές, αγ)

τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης, αδ) τις εταιρείες πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων τρίτων, αε) τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων από δάνεια και πιστώσεις, αστ) τις εταιρείες παροχής πιστώσεων, αζ) τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, αη) τα ιδρύματα πληρωμών, αθ) τις ταχυδρομικές εταιρείες, ως προς τις παρεχόμενες υπηρεσίες πληρωμών, αι) τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος, αια) τις επιχειρήσεις της περ. κ’ του στοιχείου 3 του άρθρου 3, αιβ) τα ιδρύματα μικροχρηματοδοτήσεων, αιγ) τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που είναι πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος και ιδρύματα πληρωμών σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150) και των εφαρμοστικών μέτρων αυτού.

  • β) Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για: βα) τις εταιρείες

επενδύσεων χαρτοφυλακίου μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, ββ) τις εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων, βγ) τις εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τους συνδεδεμένους αντιπροσώπους τους,

  • βδ) τις εταιρείες επενδυτικής διαμεσολάβησης, βε) τις

εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή Πολυμερή Μηχανισμό Διαπραγμάτευσης, βστ) τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία μέχρι την εισαγωγή τους σε ρυθμιζόμενη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, βζ) τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, βη) τους παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 93 του Κανονισμού 2023/1114 και των εφαρμοστικών μέτρων αυτού, βθ) καταργείται.

  • γ) Το Αρχηγείο της Ελληνικής Αστυνομίας για τους ενεχυροδανειστές και τους αργυραμοιβούς.
  • δ) Η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων

για τους ορκωτούς ελεγκτές-λογιστές και τις εταιρείες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, που έχουν εγγραφεί στο δημόσιο μητρώο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, καθώς και για τους ιδιώτες ελεγκτές.

  • ε) Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) για:
  • εα) τους εξωτερικούς λογιστές- φοροτεχνικούς, τα νομικά πρόσωπα παροχής λογιστικών-φοροτεχνικών υπηρεσιών, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που αναλαμβάνει

να παρέχει, είτε άμεσα είτε μέσω άλλων συνδεδεμένων προσώπων, υλική βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με φορολογικά θέματα, ως κύρια επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητα, εβ) τους μεσίτες ακινήτων, εγ) τους εμπόρους και εκπλειστηριαστές αγαθών μεγάλης αξίας.

  • στ) Η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων για:
  • στα) τις επιχειρήσεις καζίνο και τα καζίνο που λειτουργούν επί πλοίων στην Ελλάδα ή υπό ελληνική σημαία,
  • στβ) τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τους άλλους

φορείς που παρέχουν υπηρεσίες τυχερών παιγνίων, καθώς και τα πρακτορεία που σχετίζονται με τις δραστηριότητες αυτές.

  • ζ) Το Υπουργείο Δικαιοσύνης για τους συμβολαιογράφους και τους δικηγόρους.
  • η) Καταργήθηκε.
  • θ) Για τα εγκατεστημένα στην Ελλάδα υποκαταστήματα χρηματοπιστωτικών οργανισμών που έχουν την

έδρα τους στην αλλοδαπή, αρμόδια αρχή είναι η κατά περίπτωση αρμόδια αρχή των ελληνικών χρηματοπι οργανισμούς της αλλοδαπής».

2.

Στο πρώτο εδάφιο της περ. θ) της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4557/2018, μετά από τις λέξεις «του παρόντος» προστίθενται οι λέξεις «και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150)» και η παρ. 3 διαμορφώνεται ως εξής: «3. Οι ανωτέρω αρχές ασκούν τις εξής εποπτικές αρμοδιότητες, με αποφάσεις που εκδίδονται, κατά περίπτωση, από τα αρμόδια όργανα διοίκησής τους:

  • α) Καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των επί

μέρους υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα για τα εποπτευόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων και στοιχείων που απαιτούνται για τη διενέργεια της πιστοποίησης και επαλήθευσης της ταυτότητας των πελατών τους, κατά την εφαρμογή μέτρων συνήθους, απλουστευμένης ή αυξημένης δέουσας επιμέλειας. Οι υποχρεώσεις αυτές μπορεί να διαφοροποιούνται, αφού ληφθεί ιδίως υπόψη, η φύση, το μέγεθος και το νομικό πλαίσιο των επαγγελματικών δραστηριοτήτων των ανωτέρω προσώπων, ο βαθμός κινδύνου που ενέχουν αυτές οι δραστηριότητες και οι διενεργούμενες συναλλαγές, καθώς και η αντικειμενική αδυναμία εφαρμογής συγκεκριμένων μέτρων από ορισμένες κατηγορίες υπόχρεων προσώπων. Ομοίως, μπορεί να καθορίζονται πρόσθετες ή αυστηρότερες υποχρεώσεις, εκτός όσων προβλέπονται στον παρόντα ή χαμηλότερα ποσοτικά όρια για να αντιμετωπίζονται αυξημένοι κίνδυνοι νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

  • β) καθοδηγούν με κατάλληλες οδηγίες και εγκυκλίους

ή άλλες πρόσφορες μεθόδους τα υπόχρεα πρόσωπα ως προς την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων, τον καθορισμό πρακτικών συμπεριφοράς έναντι των πελατών, την επιλογή των κατάλληλων πληροφοριακών συστημάτων και την υιοθέτηση εσωτερικών διαδικασιών και διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου για τον εντοπισμό ύποπτων ή ασύνηθων συναλλαγών ή δραστηριοτήτων, που ενδέχεται να σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

  • γ) καταρτίζουν ή διανέμουν στα υπόχρεα πρόσωπα

ανακοινώσεις και πληροφορίες για υποθέσεις στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν νέες μέθοδοι και πρακτικές για τη διάπραξη των αδικημάτων του άρθρου 2 στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό (τυπολογίες), καθώς και εκθέσεις για κινδύνους που συνδέονται με συγκεκριμένους κλάδους ή δραστηριότητες. Προς τον σκοπό αυτόν συνεργάζονται μεταξύ τους, με τον Κεντρικό Συντονιστικό Φορέα, με την Αρχή και ενδεχομένως με αλλοδαπές αντίστοιχες Αρχές, καθώς και παρακολουθούν τις σχετικές εργασίες διεθνών φορέων,

  • δ) ενημερώνουν τα υπόχρεα πρόσωπα για πληροφορίες και ανακοινώσεις που αφορούν στη συμμόρφωση ή

μη χωρών προς την ενωσιακή νομοθεσία και τις Συστάσεις της Ομάδας Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force, εφεξής FATF),

  • ε) διενεργούν τακτικούς και έκτακτους ελέγχους για

την επάρκεια και καταλληλότητα των εσωτερικών πολιτικών, των μέτρων και διαδικασιών που έχουν υιοθετήσει και εφαρμόζουν τα υπόχρεα πρόσωπα, περιλαμβανομένων επιτόπιων ελέγχων στα κεντρικά γραφεία και τις εγκαταστάσεις τους, καθώς και σε υποκαταστήματα και θυγατρικές που εδρεύουν ή λειτουργούν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, σε συνεργασία, όταν κρίνεται απαραίτητο, με τις αρμόδιες Αρχές της ξένης χώρας. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζουν δεόντως τις εκτιμήσεις κινδύνου στις οποίες προβαίνουν τα υπόχρεα πρόσωπα κατά την άσκηση της διακριτικής τους ευχέρειας, σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 13, καθώς και την επάρκεια των εφαρμοζόμενων μέτρων δέουσας επιμέλειας και εσωτερικών διαδικασιών. Ειδικότερα, στον τομέα παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, η αρμόδια εποπτική αρχή διενεργεί ελέγχους στα υπόχρεα πρόσωπα που παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες στην Ελληνική Επικράτεια και έχει πλήρη πρόσβαση στις εγκαταστάσεις λειτουργίας τους, στους χώρους και στα συστήματα διεξαγωγής των παιγνίων, καθώς και στους χώρους φιλοξενίας των συστημάτων αυτών, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασής τους,

  • στ) διασφαλίζουν με εποπτικές δράσεις ότι όλα τα υπόχρεα πρόσωπα που λειτουργούν εγκαταστάσεις στην

Ελληνική Επικράτεια τηρούν τις διατάξεις του παρόντος. Ειδικότερα, στον τομέα παροχής υπηρεσιών τυχερών παιγνίων, η αρμόδια εποπτική αρχή διασφαλίζει με εποπτικές δράσεις, ότι όλα τα υπόχρεα πρόσωπα τηρούν τις διατάξεις του παρόντος, ανεξαρτήτως του τόπου εγκατάστασης των χώρων λειτουργίας τους, καθώς και των χώρων και συστημάτων διεξαγωγής των παιγνίων και των χώρων φιλοξενίας αυτών. Στην περίπτωση υπόχρεων προσώπων που ανήκουν σε όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση εδρεύει στην Ελλάδα, οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι οι εγκαταστάσεις που λειτουργούν τα υπόχρεα αυτά πρόσωπα σε άλλες χώρες εφαρμόζουν αποτελεσματικά τις πολιτικές και διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου

36.

Στην περίπτωση υπόχρεων προσώπων που ανήκουν σε όμιλο, η μητρική επιχείρηση του οποίου εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται με την εκάστοτε αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους μέλους στο οποίο έχει την έδρα του το υπόχρεο πρόσωπο, καθώς και των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα τα ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου. Στην περίπτωση των εγκαταστάσεων της παρ. 6 του άρθρου 36, η εποπτεία μπορεί να περιλαμβάνει τη λήψη κατάλληλων και αναλογικών μέτρων για την αντιμετώπιση σοβαρών ελλείψεων που απαιτούν άμεσες λύσεις. Τα εν λόγω μέτρα είναι προσωρινά και λήγουν όταν αντιμετωπισθούν οι ελλείψεις που έχουν επισημανθεί με τη συνδρομή ή συνεργασία της εποπτικής αρχής του κράτους - μέλους καταγωγής του υπόχρεου προσώπου,

  • ζ) απαιτούν από τα υπόχρεα πρόσωπα κάθε στοιχείο ή

δεδομένο που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των εποπτικών και ελεγκτικών τους καθηκόντων, δικαιούχοι υπόχρεων προσώπων, πληρούν τις προϋποθέσεις καταλληλότητας, όπως αυτές ορίζονται κατά περίπτωση στην κείμενη νομοθεσία και διαθέτουν εχέγγυα εντιμότητας και ήθους,

  • θ) θεσπίζουν αποτελεσματικούς και αξιόπιστους μηχανισμούς για την ενθάρρυνση των καταγγελιών που

αφορούν σε παραβάσεις από τα υπόχρεα πρόσωπα των διατάξεων του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150). Για τον σκοπό αυτό, παρέχουν έναν ή περισσότερους ασφαλείς διαύλους επικοινωνίας για άτομα που επιθυμούν να προβούν σε τέτοιου είδους αναφορές ή καταγγελίες. Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν ειδικές διαδικασίες για την παραλαβή των σχετικών καταγγελιών και την παρακολούθηση της έκβασής τους, μέτρα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των καταγγελλόντων, σαφείς κανόνες, ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των καταγγελιών, καθώς και κατάλληλα μέτρα προστασίας των εργαζομένων που καταγγέλλουν παραβάσεις που έχουν διαπραχθεί εντός του υπόχρεου προσώπου,

  • ι) επιβάλλουν μέτρα και διοικητικές κυρώσεις για παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν από τον

παρόντα κατά των υπόχρεων προσώπων και των υπαλλήλων τους σύμφωνα με το άρθρο 46. Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνουν την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών σχετικά με τα μέτρα και τις διοικητικές κυρώσεις που έχουν επιβάλλει, συμπεριλαμβανομένης κάθε προσφυγής που έχει ασκηθεί και της έκβασής της».

Άρθρο 118

Μέτρα συνήθους δέουσας επιμέλειας Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 13 ν. 4557/2018 Στην παρ. 6 του άρθρου 13 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί μέτρων συνήθους δέουσας επιμέλειας, επέρχονται οι ακόλουθες τροποποιήσεις: α) στο πρώτο εδάφιο: αα) μετά από τις λέξεις «Τράπεζας της Ελλάδος» προστίθενται οι λέξεις «ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά λόγο αρμοδιότητας,», αβ) οι λέξεις «Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών (L 141)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849» (L 150)»,

  • β) στο δεύτερο εδάφιο: βα) πριν από τη λέξη «ποσών»

προστίθεται η λέξη «χρηματικών»,: ββ) οι λέξεις «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847» αντικαθίστανται από τις λέξεις «Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1113», βγ) στην περ. β) πριν από τη λέξη «ποσών» προστίθεται η λέξη «χρηματικών», βδ) στην περ. γ) πριν από τη λέξη «ποσό» προστίθεται η λέξη «χρηματικό», και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, κατά λόγο αρμοδιότητας, μπορεί να εξειδικεύονται διατάξεις του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150), λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1113 δεν εφαρμόζεται στις μεταφορές χρηματικών ποσών εντός της Ελλάδας σε λογαριασμό πληρωμών του δικαιούχου που επιτρέπει πληρωμή αποκλειστικά για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών, όταν πληρούνται όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:

  • α) Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου

υπόκειται στον παρόντα,

  • β) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου

της πληρωμής είναι σε θέση να ανιχνεύει, μέσω του δικαιούχου, με αποκλειστικό αναγνωριστικό κωδικό συναλλαγής, τη μεταφορά χρηματικών ποσών από το πρόσωπο που έχει συνάψει συμφωνία με τον δικαιούχο της πληρωμής για την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών και

  • γ) το χρηματικό ποσό που μεταφέρεται δεν υπερβαίνει

τα χίλια (1.000) ευρώ».

Άρθρο 119

Αυξημένη δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη - Τροποποίηση παρ. 1 άρθρου 16 ν. 4557/2018 (άρθρο 18 Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849) Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 16 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, οι λέξεις «άρθρα 16Α, 17 και 18» αντικαθίστανται από τις λέξεις «άρθρα 16Α, 17, 17Α, 17Β και 18» και η παρ. 1 διαμορφώνεται ως εξής: «1. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, τα οποία προβλέπονται στα άρθρα 16Α, 17, 17Α, 17Β και

18.

Ομοίως, τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όταν συναλλάσσονται με πρόσωπα με εγκατάσταση σε τρίτες χώρες που χαρακτηρίζονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως υψηλού κινδύνου νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς επίσης και σε άλλες περιπτώσεις επιχειρηματικών σχέσεων ή συναλλαγών υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με την παρ. 4».

Άρθρο 120

των κινδύνων που αφορούν συναλλαγές με αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση Προσθήκη άρθρου 17Α στον ν. 4557/2018 (άρθρο 19α Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 που προστίθεται με παρ. 4 άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Στον ν. 4557/2018 (Α’ 139), προστίθεται άρθρο 17Α των κινδύνων που αφορούν συναλλαγές με αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση

1.

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων εντοπίζουν και αξιολογούν τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας που συνδέεται με μεταφορές κρυπτοστοιχείων που απευθύνονται προς ή προέρχονται από αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση. Για τον σκοπό αυτόν εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές, διαδικασίες, ελέγχους και μέτρα μετριασμού ανάλογα προς τους εντοπιζόμενους κινδύνους, τα οποία περιλαμβάνουν ένα (1) ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

  • α) Μέτρα βάσει κινδύνου για τον εντοπισμό και την

επαλήθευση της ταυτότητας του εντολέα ή του δικαιούχου μεταφοράς που πραγματοποιείται προς ή από αυτοφιλοξενούμενη διεύθυνση ή του πραγματικού δικαιούχου του εν λόγω εντολέα ή δικαιούχου κρυπτοστοιχείων, μεταξύ άλλων μέσω στήριξης σε τρίτους,

  • β) απαίτηση επιπλέον στοιχείων σχετικά με την προέλευση και τον προορισμό των μεταφερόμενων κρυπτοστοιχείων,
  • γ) διεξαγωγή ενισχυμένης συνεχούς παρακολούθησης

των εν λόγω συναλλαγών,

  • δ) κάθε άλλο μέτρο για τον μετριασμό και τη διαχείριση

των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και του κινδύνου μη εφαρμογής και αποφυγής στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων και στοχευμένων οικονομικών κυρώσεων που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της διάδοσης όπλων μαζικής καταστροφής».

Άρθρο 121

Ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης για παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων Προσθήκη άρθρου 17Β στον ν. 4557/2018 (άρθρο 19β Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 που προστίθεται με παρ. 4 άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Στον ν. 4557/2018 (Α’ 139), προστίθεται άρθρο 17Β «Άρθρο 17Β Ειδικά μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας για διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης για παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων

1.

Κατά παρέκκλιση από την παρ. 1 του άρθρου 17, περί διασυνοριακών σχέσεων ανταπόκρισης, όσον αφορά τις διασυνοριακές σχέσεις ανταπόκρισης που περιλαμβάνουν την εκτέλεση υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, όπως ορίζονται στην περ. 16) της παρ. 1 του άρθρου 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), περί ορισμών, εξαιρουμένης της υποπερ. η), με οντότητα πελάτη που δεν είναι εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και παρέχει παρόμοιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των μεταφορών κρυπτοστοιχείων, οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων, επιπλέον των μέτρων δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη που προβλέπονται στο άρθρο 13 του παρόντος, όταν συνάπτουν επιχειρηματική σχέση με τέτοια οντότητα:

  • α) διαπιστώνουν αν η οντότητα πελάτης έχει λάβει

άδεια ή έχει εγγραφεί σε μητρώο,

  • β) συγκεντρώνουν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με

την οντότητα πελάτη για να κατανοήσουν πλήρως τη φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της και να εκτιμήσουν, από τις δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες, τη φήμη της οντότητας και την ποιότητα της εποπτείας που ασκείται επ’ αυτής,

  • γ) αξιολογούν τους ελέγχους που διενεργεί η οντότητα - πελάτης κατά της νομιμοποίησης εσόδων από

εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας,

  • δ) λαμβάνουν έγκριση ανώτερου διοικητικού στελέχους πριν από τη σύναψη νέων σχέσεων ανταπόκρισης,
  • ε) προσδιορίζουν ρητά τις αρμοδιότητες κάθε μέρους

στο πλαίσιο της σύμβασης ανταπόκρισης,

  • στ) διασφαλίζουν επί λογαριασμών πλάγιας πρόσβασης κρυπτοστοιχείων ότι η οντότητα πελάτης έχει επαληθεύσει την ταυτότητα των πελατών που έχουν άμεση

πρόσβαση στους λογαριασμούς της ανταποκρίτριας οντότητας, ασκεί συνεχή δέουσα επιμέλεια ως προς αυτούς, και είναι σε θέση να παράσχει, κατόπιν αιτήματος, τα σχετικά δεδομένα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στην ανταποκρίτρια οντότητα. Αν οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων αποφασίσουν να τερματίσουν τις σχέσεις ανταπόκρισης για λόγους που σχετίζονται με την πολιτική πρόληψης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και καταπολέμησης της τρομοκρατίας, τεκμηριώνουν και καταχωρίζουν στα αρχεία τους την απόφασή τους. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων επικαιροποιούν τα στοιχεία δέουσας επιμέλειας για τη σχέση ανταπόκρισης σε τακτική βάση ή όταν προκύπτουν νέοι κίνδυνοι σε σχέση με την οντότητα πελάτη.

2.

Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων λαμβάνουν υπόψη τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρ. 1 προκειμένου να καθορίσουν, ανάλογα με τον βαθμό κινδύνου, τα ενδεδειγμένα μέτρα για τον μετριασμό των κινδύνων που συνδέονται με την οντότητα πελάτη».

Άρθρο 122

Εσωτερικές διαδικασίες Τροποποίηση παρ. 3άρθρου 35 ν. 4557/2018 (παρ. 4 άρθρου 8 και παρ. 3 άρθρου 61 Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849) Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 35 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί εσωτερικών διαδικασιών, μετά από τη λέξη «παραβάσεις» προστίθενται οι λέξεις «του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και «3. Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν εσωτερικές πολιτικές, ελέγχους και διαδικασίες, ώστε να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τους κινδύνους νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε εθνικό, ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και να διασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις του παρόντος. Οι ανωτέρω πολιτικές, έλεγχοι και διαδικασίες είναι ανάλογες προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος των υπόχρεων προσώπων και αφορούν:

  • α) Στην αξιολόγηση και διαχείριση των κινδύνων, τα

μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και τον πραγματικό δικαιούχο, την υποβολή αναφορών ύποπτων συναλλαγών, την τήρηση αρχείου, τον ορισμό υπευθύνου σε επίπεδο διοίκησης για τον έλεγχο της συμμόρφωσης και τον έλεγχο καταλληλότητας των εργαζομένων,

  • β) στη συγκρότηση και λειτουργία ανεξάρτητης υπηρεσίας ελέγχου για την εξακρίβωση της εφαρμογής των

εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων και διαδικασιών. Επιπρόσθετα, τα υπόχρεα πρόσωπα θεσπίζουν διαδικασίες που επιτρέπουν στους εργαζομένους τους να καταγγέλλουν παραβάσεις του παρόντος και του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και ορισμένων κρυπτοστοιχείων και περί τροποποίησης της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (L 150) εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και ανώνυμου διαύλου, ανάλογου προς τον χαρακτήρα και το μέγεθος του εκάστοτε υπόχρεου προσώπου, όπως προβλέπεται ειδικότερα στην παρ. 2 του άρθρου 26».

Άρθρο 123

Εσωτερικές διαδικασίες σε επίπεδο ομίλου Τροποποίηση παρ. 6 άρθρου 36 ν. 4557/2018 (παρ. 9 άρθρου 45 Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, όπως τροποποιείται με παρ. 6 άρθρου 38 Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1113) Στην παρ. 6 του άρθρου 36 του ν. 4557/2018 (Α’ 139), περί εσωτερικών διαδικασιών σε επίπεδο ομίλου, προστίθεται τρίτο εδάφιο και η παρ. 6 διαμορφώνεται ως εξής: «6. Οι εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος και οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα με μορφή διαφορετική από υποκατάστημα και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επαφής στην Ελλάδα με βάση τα κριτήρια του άρθρου 3 του κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμού (ΕΕ) 2018/1108, της 7ης Μαΐου 2018, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη συμπλήρωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προσδιορίζουν τα κριτήρια για τον ορισμό κεντρικών σημείων επαφής από τους εκδότες ηλεκτρονικού χρήματος και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, καθώς και με τους κανόνες σχετικά με τα καθήκοντα των εν λόγω κεντρικών σημείων επαφής (L 203). Το κεντρικό αυτό σημείο επαφής είναι αρμόδιο να εξασφαλίζει για λογαριασμό τους τη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος και να διευκολύνει την εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένης της παροχής εγγράφων και πληροφοριών προς αυτήν ύστερα από σχετικό αίτημα. Οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων που είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα με μορφή διαφορετική από υποκατάστημα και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επαφής στην Ελλάδα, το οποίο είναι αρμόδιο να εξασφαλίζει για λογαριασμό τους τη συμμόρφωση στον παρόντα και να διευκολύνει την εποπτεία από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και την Τράπεζα της Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένης της παροχής εγγράφων και πληροφοριών προς αυτές ύστερα από σχετικό αίτημα». ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ - ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ - ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΜΕΡΟΥΣ Γ’

Άρθρο 124

Εξουσιοδοτικές διατάξεις Μέρους Γ’

1.

Με την επιφύλαξη της παρ. 2, με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δύναται να ρυθμίζονται ειδικά και τεχνικά θέματα ως προς τη λειτουργία των επιχειρήσεων της παρ. 2 του άρθρου 97, περί νομικής μορφής των επιχειρήσεων που έχουν καταστατική έδρα στην Ελλάδα και παρέχουν υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, εκδίδουν μάρκες ηλεκτρονικού χρήματος ή μάρκες με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και διενεργούν δημόσια προσφορά κρυπτοστοιχείων εκτός μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία ή μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, σε ζητήματα που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) 1093/2010 και (ΕΕ) 1095/2010 και των Οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (L 150), καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Η ανάγνωση του παρόντος εγγράφου δεν αντικαθιστά την ανάγνωση του αντίστοιχου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Δεν αναλαμβάνουμε ευθύνη για τυχόν ανακρίβειες που οφείλονται στη μετατροπή του πρωτοτύπου σε αυτή τη μορφή.

Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται υπό τους όρους επαναχρησιμοποίησης που ορίζει η ίδια η πηγή ΦΕΚ, όχι υπό άδεια της Legalize ούτε υπό άδεια δημόσιου τομέα. ΦΕΚ
Δημόσιος τομέας (επίσημα κρατικά κείμενα)